Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Θα σας παρηγορήσω και πάλι



Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής. Αντιθέτως. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερα ερωτήματα αποκτώ.

Κάθε τέλος καλοκαιριού, όταν ο Αύγουστος αρχίζει να μαζεύει τα πράγματά του και το φως αλλάζει χρώμα πάνω στη θάλασσα, επιστρέφω στην ίδια σκέψη.




Δεν μου λείπουν τα νιάτα.
Μόνο εκείνη η παιδική χαρά μου λείπει.

Επειδή εκεί όλα έμοιαζαν να αρχίζουν. Ένας φίλος ήταν φίλος για πάντα. Ένα καλοκαίρι ήταν ολόκληρη ζωή. Και ο κόσμος τελείωνε κάπου λίγο πιο πέρα από εκεί όπου έφτανε το ποδήλατό μας.

Κατά τα άλλα, ίδιες είναι οι μυρωδιές. Ίδιες οι μουσικές. Ίδια η γεύση της φράουλας. Η θάλασσα απέναντι ολόιδια, όπως τότε που κατάφερα για πρώτη φορά να κολυμπήσω μέχρι τον δεύτερο βράχο της Αστραπής στους Έρμονες και πίστεψα πως είχα κατακτήσει τον κόσμο. Τελικά δεν κατέκτησα τίποτα.

Σήμερα χαμογελώ και ζηλεύω λίγο εκείνο το παιδί που ήταν τόσο βέβαιο γι’ αυτό, ενώ εγώ δεν είμαι πια βέβαιος σχεδόν για τίποτα. Η ζωή έχει χιούμορ. Και συνήθως γελάει πρώτη.

Για χρόνια κατηγορούσα τον χρόνο. Τον θεωρούσα βασικό ύποπτο. Σήμερα τον αθωώνω. Δεν μου έκλεψε τα καλοκαίρια, τη θάλασσα ή τη μουσική. Μου έκλεψε μόνο την ευκολία με την οποία πίστευα στα θαύματα.

Κι όμως, ούτε αυτό είναι αλήθεια. Υπάρχουν ακόμη στιγμές που κάτι μέσα μου ξεχνά πόσων χρονών είμαι.
Ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο. Ένα ποτήρι κρασί σε μια βεράντα. Ένα βλέμμα που καθυστερεί λίγο περισσότερο απ’ όσο επιτρέπει η ευγένεια.

Και βέβαια, υπάρχει πάντα μια γυναίκα.
Μια γυναίκα που δεν χρειάζεται να κάνει σχεδόν τίποτα. Να καθίσει απέναντί σου. Να γελάσει. Να σηκώσει τα μαλλιά από τον λαιμό της. Να σε κοιτάξει ένα δευτερόλεπτο περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται και ύστερα να στρέψει αλλού το βλέμμα, σαν να μη συνέβη τίποτα.

Και όλα συμβαίνουν τότε. Αχ, αυτός ο έρωτας. Ποτέ δεν ενημερώθηκε ότι μεγαλώσαμε.
Εξακολουθεί να φέρεται σαν ανεύθυνος έφηβος. Εμφανίζεται απρόσκλητος, ανακατεύει τα χαρτιά, αδιαφορεί για την ηλικία, τη λογική, για όλα εκείνα τα προσεκτικά σχέδια που κάναμε για να προστατεύσουμε τον εαυτό μας.
Εμείς μεγαλώσαμε. Εκείνος όχι.

Κάποτε πίστευα ότι ο έρωτας είναι προορισμός. Σήμερα νομίζω πως είναι τρόπος να ταξιδεύεις. Και μάλιστα χωρίς χάρτη.
Και ποτέ δεν του κράτησα κακία. Παρότι μου υποσχέθηκε αιωνιότητες που κράτησαν ελάχιστα. Παρότι με έπεισε να πιστέψω πράγματα που ούτε εγώ δεν θα πίστευα για τον εαυτό μου.

Γιατί ο έρωτας δεν κατοικεί στο τέλος της διαδρομής.
Κατοικεί λίγο πριν.
Στο χέρι που πλησιάζει το δικό σου χωρίς να το αγγίζει ακόμη. Στα γόνατα που ακουμπούν δήθεν τυχαία κάτω από ένα τραπέζι και κανείς δεν βιάζεται να τα απομακρύνει. Στην ανάσα που αλλάζει όταν ο άλλος έρχεται πιο κοντά. Στη σιωπή δύο ανθρώπων που ξέρουν περισσότερα απ’ όσα τολμούν να πουν. Στο βλέμμα που κατεβαίνει για μια στιγμή στα χείλη και επιστρέφει στα μάτια. Στο άρωμα που μένει πάνω σ’ ένα ρούχο όταν το σώμα έχει φύγει.

Όχι στο φιλί.
Λίγο πριν από το φιλί.

Σ’ εκείνα τα δευτερόλεπτα όπου τίποτα δεν έχει συμβεί ακόμη και όλα είναι ήδη δυνατά.
Ίσως γιατί δεν ερωτευόμαστε μόνο έναν άνθρωπο. Ερωτευόμαστε την εκδοχή του εαυτού μας που ξυπνά κοντά του. Τον άνθρωπο που γελά πιο εύκολα. Που ξανακούει μουσική δυνατά. Που κοιτάζει τον καθρέφτη λίγο διαφορετικά πριν βγει από το σπίτι. Που αισθάνεται περισσότερο ζωντανός μέσα στο ίδιο του το σώμα.
Και αυτή η εκδοχή αξίζει κάθε ρίσκο.

Όπως άξιζε και τότε που ένας φίλος ήταν φίλος για πάντα.
Είχα έναν φίλο που έφυγε πολύ νωρίς. Παιδί ακόμη. Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ πως εκείνος δεν μεγάλωσε ποτέ. Εγώ άλλαξα πρόσωπο, σώμα, απόψεις, φόβους. Εκείνος παραμένει στην ίδια ηλικία. Στο ίδιο καλοκαίρι. Στην ίδια παιδική χαρά.

Γι’ αυτό δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι οι άνθρωποι χάνονται.
Φεύγουν, ναι.
Χάνονται, όχι.
Μερικοί άνθρωποι απλώς αλλάζουν τόπο μέσα μας.

Κι αν με ρωτήσετε πού πήγαν όλα αυτά τα καλοκαίρια, οι φίλοι, οι έρωτες, οι μουσικές και τα όνειρα, θα σας παρηγορήσω και πάλι.

Δεν πήγαν πουθενά.
Απλώς μετακόμισαν πιο βαθιά μέσα μας.

Γι’ αυτό μια μελωδία μπορεί να γκρεμίσει σαράντα χρόνια μέσα σε τρία λεπτά. Μια μυρωδιά να φέρει πίσω έναν άνθρωπο πιο γρήγορα από οποιαδήποτε φωτογραφία. Μια εικόνα της θάλασσας να ανοίξει πόρτες που νόμιζες πως είχαν κλείσει οριστικά.

Η μνήμη δεν σέβεται ιδιαίτερα τον χρόνο.
Ευτυχώς.

Δεν εμπιστεύθηκα ποτέ τις βεβαιότητες. Εμπιστεύθηκα περισσότερο τη μουσική. Τη φιλία. Τον έρωτα. Τη θάλασσα όταν αγριεύει. Εκείνη την ανεξήγητη επιθυμία να περιμένω κάτι καλό, ακόμη κι όταν δεν υπήρχε σοβαρός λόγος.

Αυτό είναι το αντίθετο της παραίτησης.
Όχι να πιστεύεις ότι όλα θα πάνε καλά. Να παραμένεις διαθέσιμος.
Σ’ ένα τραγούδι που μπορεί ακόμη να σε συγκινήσει. Σ’ έναν άνθρωπο που μπορεί ακόμη να σε αναστατώσει. Σ’ ένα φως πάνω στο νερό. Σ’ ένα άγγιγμα. Σ’ ένα όνειρο.

Να παραμένεις διαθέσιμος στο θαύμα.
Γιατί δεν μας κουράζει η ανηφόρα. Μας κουράζει η ιδέα ότι δεν υπάρχει τίποτα μετά τη στροφή.
Κι όμως, όλες οι σημαντικές στιγμές της ζωής μου με περίμεναν μετά από κάποια στροφή.
Ένας φίλος. Ένας έρωτας. Μια ανατροπή. Ένα καλοκαίρι. Ένα τραγούδι.

Γι’ αυτό εξακολουθώ να πιστεύω πως η ευτυχία θα μας βρει σε μια στροφή της ανηφόρας.
Όχι επειδή μας το χρωστά.
Αλλά επειδή εμείς εξακολουθούμε να ανεβαίνουμε.

Η θάλασσα απέναντι έχει σκοτεινιάσει. Η μουσική παίζει χαμηλά. Ο Αύγουστος μαζεύει σιγά σιγά τα πράγματά του.
Και κάπου, πολύ βαθιά μέσα μου, ακούω ακόμη τις φωνές από εκείνη την παιδική χαρά.
Όχι καθαρά.
Ίσα ίσα όσο χρειάζεται.
Για να θυμάμαι ότι ένα κομμάτι μου βρίσκεται ακόμη εκεί.
Και ευτυχώς δεν λέει να μεγαλώσει. 

Να είμαστε εδώ όταν περάσει

Υπάρχουν μέρες που οι λέξεις αντιστέκονται. Κάθονται απέναντί σου και σε κοιτούν, σαν να περιμένουν να τους εξηγήσεις πρώτα γιατί αξίζει να ειπωθούν. Κι εσύ ψάχνεις κάτι να γράψεις, όχι για να πείσεις κανέναν, αλλά για να θυμίσεις στον εαυτό σου πως δεν έχει τελειώσει ακόμη η ανάγκη να μιλάμε.



Αυτό είναι το πιο δύσκολο σήμερα. Να συνεχίζεις να αισθάνεσαι, όταν γύρω σου όλα μοιάζουν να έχουν γίνει συνήθεια.

Η απογοήτευση έρχεται σιγά. Κάθεται δίπλα σου, γίνεται καθημερινότητα και κάποια στιγμή σε πείθει πως δεν αξίζει να περιμένεις πολλά. Να μη θυμώνεις πολύ. Να μη χαίρεσαι πολύ. Να μη ζητάς πολλά. Εκεί ακριβώς πρέπει να αντισταθείς.

Όχι με μεγάλες κουβέντες. Με τα μικρά. Με μια παρέα που ακόμη γελάει. Με έναν άνθρωπο που επιμένει να νοιάζεται. Με μια κουβέντα που δεν ειπώθηκε για να κερδίσει εντυπώσεις. Με εκείνη την παιδική χαρά για ένα τίποτα, που μεγαλώνοντας την αφήσαμε κάπου πίσω και τώρα προσπαθούμε να τη θυμηθούμε.

Η ελπίδα είναι μικρή. Ένα πείσμα. Μια επιμονή να μη δεχθείς πως όλα τελείωσαν. Μια αδιόρατη χαραμάδα μέσα σε έναν τοίχο που μοιάζει αδιαπέραστος.
Και ίσως αυτό να μας αρκεί προς το παρόν.

Να μη βαδίσουμε μόνο στους δρόμους που χάραξαν άλλοι για εμάς. Να πάρουμε έναν παράδρομο χωρίς να ξέρουμε πού βγάζει. Να συναντήσουμε εκεί κι άλλους που κουράστηκαν να πηγαίνουν προς την ίδια κατεύθυνση.
Γιατί οι αλλαγές δεν ξεκινούν πάντα από τις μεγάλες πλατείες. Μερικές φορές αρχίζουν σε ένα τραπέζι, ανάμεσα σε λίγους ανθρώπους που αρνήθηκαν να θεωρήσουν φυσιολογικά όσα τους πληγώνουν.

Και τότε, χωρίς θόρυβο, κάτι αρχίζει να μετακινείται Όχι ο κόσμος ολόκληρος. Ένας άνθρωπος. Ύστερα ένας ακόμη.
Μια μικρή φλέβα γίνεται ρεύμα. Το ρεύμα γίνεται δρόμος.
Και ο δρόμος, κάποτε, ανοίγει.

Έτσι ξεκινούν σχεδόν όλα.
Και αυτό θα περάσει.
Εμείς όμως πρέπει να είμαστε εδώ όταν περάσει. 

Έλα στη θέση μου

Δεν θέλω να έρθω στη θέση σου. Στη δική μου θέλω να μείνω. Κι εσύ στη δική σου. Μόνο, σε παρακαλώ, έλα λίγο πιο κοντά.

Από τότε που άκουσα αυτή τη φράση, σκέφτομαι πόσο λάθος χρησιμοποιούμε καμιά φορά την κατανόηση.
Ζητάμε από τον άλλον να μπει στη θέση μας. Να αισθανθεί όπως αισθανόμαστε, να δει όπως βλέπουμε, να πονέσει εκεί που πονάμε. Μα αυτό δεν γίνεται.



Δεν μπορείς να δανειστείς τη ζωή ενός άλλου . Δεν μπορείς να φορέσεις τις αναμνήσεις του, τις απώλειές του, τις χαρές του, τους φόβους που τον ξυπνούν τη νύχτα.
Μπορείς όμως να πλησιάσεις.
Να κάνεις ένα βήμα προς το μέρος του, χωρίς να ζητήσεις να γίνει εκείνος εσύ κι εσύ εκείνος.

Να σταθείς απέναντί του χωρίς να προσπαθήσεις να τον αλλάξεις.
Να ακούσεις χωρίς να ετοιμάζεις την απάντησή σου.
Να σωπάσεις όταν η σιωπή είναι πιο τίμια από οποιαδήποτε συμβουλή.
Γιατί δεν θέλω πάντα κάποιον να μου πει τι να κάνω.
Κάποιες φορές θέλω μόνο να ξέρω πως είναι εκεί.

Αυτό το «είμαι εδώ» μπορεί να είναι μια ολόκληρη μορφή αγάπης.
Χωρίς μεγάλες υποσχέσεις. Χωρίς εξηγήσεις.
Χωρίς να χρειάζεται να σωθεί κανείς.

Μόνο μια παρουσία απέναντι σε μια άλλη παρουσία.
Και τότε η απόσταση αλλάζει σημασία.
Δεν είναι πια τα μέτρα που χωρίζουν δύο ανθρώπους.
Είναι το πόσο πρόθυμοι είμαστε να πλησιάσουμε.
Γιατί μπορεί να κοιμάσαι στο ίδιο κρεβάτι με κάποιον και να βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά σου.
Και μπορεί να απέχει μια ολόκληρη ζωή από σένα ένας άνθρωπος και να αισθάνεσαι πως κάθεται ακριβώς δίπλα σου.

Αυτό ζητάω.
Όχι να έρθεις στη θέση μου.
Μείνε στη δική σου.
Εγώ θα μείνω στη δική μου.
Μόνο έλα λίγο πιο κοντά.
Τόσο, ώστε ανάμεσα στις δύο ζωές μας να μη χωράει η αδιαφορία.

Υ.Γ.
Και επειδή κάθε σοβαρό κείμενο χρειάζεται στο τέλος και μια μικρή αταξία, η φωτογραφία έχει μια γυναίκα με υπέροχες γάμπες.
Ο Αντώνης Σουρούνης έγραψε πως «οι γάμπες λένε πάντα την αλήθεια».
Συμφωνώ απολύτως.
Άλλωστε, υπάρχουν αλήθειες που δεν χρειάζονται πολλές λέξεις.
Αρκεί να ξέρεις πού να κοιτάξεις.

Θα σας παρηγορήσω και πάλι

Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής....