Σεπτέμβρης: Ο σκληρός Απρίλης του ’46, ή του ’67




«Και νέα επαχθεί μέτρα για το δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό, ετοιμάζει να εφαρμόσει από τον Σεπτέμβριο η ελληνική τρόικα κατ’ εντολή της ξένης». Βεβαίως και δεν αποτελεί είδηση το παραπάνω. Και αν επιστρέφω στις ανεπίκαιρες αλήθειες μου, είναι, γιατί το χρονογράφημα μου, κινείται σε άχρονους χρόνους και την επικαιρότητα την υπαγορεύουν κάθε φορά δυνάμεις, που ξεπερνούν την επανάληψη στη θλίψης. Θα συνεχίσουμε απαντώντας με σιωπή, σε όλα αυτά που περίμενα, και με υπομονή μεγάλη, μέχρι η χώρα να απαλλαγεί και από τα τελευταία υπολείμματα της μεταπολιτευτικής περιόδου. Και λέω υπολείμματα γιατί χρειάστηκαν τρία κόμματα, τα δυο που κυβέρνησαν και ένα δυστυχώς από το χώρο της αριστεράς που όταν έλεγε την λέξη «κυβερνώσα» δεν είχαμε καταλάβει τι εννοεί, για ρίξουν την χαριστική βολή.
Ολοταχώς στην γλυκιά μελαγχολία του Σεπτέμβρη, που εφέτος δεν θα είναι χάρτινος, αλλά σκληρός σαν τον Απρίλη του ’46.ή του ’67

Τα γεγονότα από μόνα τους, δεν διαθέτουν νου, δεν έχουν καρδιά, δεν έχουν άποψη, στάση ζωής, δεν διαθέτουν ιδεολογία, φιλοσοφία, δεν φιλτράρονται από καμία συνείδηση.
Το «πως έγινε» τελικά δεν έδειχνε τίποτα. Η απλή περιγραφή χωρίς την αιτία δεν μπορούσε να με δικαιώσει, ή να με καταδικάσει. Έπρεπε να ψάξω το «γιατί» αυτό που συγκεντρώνει τελικά και όλη την ευθύνη.
Η απάντηση, που έψαχνα βαθιά στο υποσυνείδητο μου και τις περισσότερες φορές την δημοσιοποιούσα, αυτή τελικά έπρεπε να κριθεί, αυτή έδειχνε την πραγματικότητα και τα όποια γεγονότα ωχριούσαν μπροστά της. Η ζυγαριά ποτέ δεν κάνει λάθος, παρ’ ότι κάποιες φορές δείχνει να προσποιείται. Από τον εαυτόν του όμως, πως να κρυφτεί κανείς. Το όλον ζήτημα, λοιπόν βρίσκεται στις προθέσεις.
Δεν ξέρω γιατί έχω συνδυάσει αυτόν το μήνα με τις μετακομίσεις, όσες έκανα στην ζωή μου πάντα Σεπτέμβρη τις έκανα. Από τις φοιτητικές μέχρι τις πρόσφατες των ρήξεων και των κατεδαφίσεων.
Όπως από την αρχή έχουμε συστηθεί, εμένα μια ζωή με κυνηγούσε το εφήμερο, στο κόμμα στην εφημερίδα, στο έρωτα στον πόλεμο και την ειρήνη. Και λέω με κυνηγούσε γιατί ποτέ δεν ήταν στις προθέσεις μου. Μαζί με το εφήμερο με κυνηγούν και οι μετακομίσεις. Πολλές μετακομίσεις σ’ αυτή τη ζωή. Κάθε μετακόμιση και απώλεια για να μειώνεται το φορτίο. Κάθε μετακόμιση και ξεμπέρδεμα τα βιβλία, οι φωτογραφίες τα παλιά ενθύμια, τα CD, τα σώβρακα και οι γραβάτες, όλα στο τραπέζι της διαλογής, με τις αναμνήσεις να συννεφιάζουν το τοπίο.
«Στο μεταίχμιο αυτής της εποχής σε εκείνο ακριβώς το σημείο που σε ξεγελάει», έγραφα παλαιότερα, «ανασύρω απ’ τα συρτάρια της μνήμης μου όλες εκείνες τις πράξεις που μου δίνουν το δικαίωμα να καταδικάσω τον εαυτό μου. Αρνούμαι να συμπλεύσω σε ρεύμα προς τα πίσω. Η κόλαση που κουβαλάω εδώ, εκτεθειμένη στο άπλετο φως που μας χρειάζεται, οι καπνοί δεν εμποδίζουν τον ουρανό, ποτέ δεν θα τον κάνουν να λησμονήσει το γαλάζιο.








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια