Έκρηξη σιωπής

Αποσπάσματα παλαιοτέρων κειμένων σε ένα καινούργιο. Διαφορετικές οι αφορμές. Διαφορετικές οι αφετηρίες. Διαφορετικό και το νόημα. Είναι σαν κάποιους στίχους που συναντάει ο ένας τον άλλο με διαφορά χρόνου και γεννούν μαζί ένα καινούργιο, που δεν εχει καμία σχέση με τους παλιούς.
Προσπαθώ να κρατάω μια συνέχεια στις εκρήξεις των περιλήψεων της σιωπής. Μάταια. Ότι και να γράψω αυτός εδώ ο τόπος, πάντα μου υπενθυμίζει το στοιχείο της υπερβολής. Είναι η μιζέρια της επαρχίας, που σου χαμηλώνει τον πήχη και σου κλείνει τον ορίζοντα. Είναι η θάλασσα που σε περικυκλώνει, σου κόβει τη στεριά στα δύο, σου παίρνει μέρος του αέρα και η αναπνοή μένει ημιτελής. Πόσες φορές χρειάστηκε να προκαλέσω τεχνητό χασμουρητό για να εισπνεύσω μεγαλύτερη δόση αέρα φτάνοντας έτσι την ανάσα εκεί που το ααα σε ησυχάζει.
«Κακό χωριό τα λίγα σπίτια», μπερδεύονται, ανακυκλώνονται, παραγνωρίζονται, οι άνθρωποι και στο τέλος πεθαίνουν αμίλητοι. Γι’ αυτό σας λέω μια περίληψη και πολύ, κάτι σαν υπενθύμιση, επιβεβαίωση της παρατεταμένης σιωπής, απόδειξη, ότι είναι ηθελημένη.
Δεν έχει νόημα η συνέχεια, υπερτίμηση χωρίς αντίκρισμα. Και η οργή, που πολλές φορές με παρασέρνει εξανεμίζεται την επόμενη, όταν το μέγεθος φαντάζει δυσανάλογο.

Δεν είναι μόνο η μιζέρια της επαρχίας, τα στενά όρια του νησιού, είναι οι ίδιοι άνθρωποι, που μπορεί να γίνονται κάθε τόσο άλλοι, παραμένουν όμως εκεί, γαντζωμένοι στο προσκήνιο για να μας βασανίζουν και να βασανίζονται.
Όπως, κάποιοι εργάζονται από πλήξη, μερικές φορές γράφω γιατί δεν έχω τι να πω… Και τι να πω; Πόσες φορές ποια να τα πω και να τα γράψω. Ξεκινάω καλοπροαίρετα, χωρίς υποψίες και σχεδόν πάντα συναντάω μικρές νοθείες. Ψέματα καλυπτόμενα με αλλά ψέματα, και πορείες χωρίς κανένα προσανατολισμό. Το χειρότερο; Δεν ξέρουν τι θέλουν. Δεν έχουν όνειρα, δεν έχουν σχέδιο, δεν έχουν συναίσθημα. Μια συνήθεια ακολουθούν. Τους είπαν ότι είναι σπουδαίο πράγμα η εξουσία και αυτοί γαντζώθηκαν, για να καλύψουν τις αδυναμίες τους, να σκεπάσουν τα κόμπλεξ τους και την ανεπάρκεια τους.
«Τίποτα δεν μου προκαλεί τόση αηδία όση οι λέξεις της κοινωνικής ηθικής, από μόνη της η λέξη πρέπει είναι για μένα δυσάρεστη, οι όροι όπως «καθήκον του πολίτη», «αλληλεγγύη» «ανθρωπιστικός» και άλλοι της ίδιας εμβέλειας με αηδιάζουν σαν ήταν βρωμιές που μου πέταξαν πάνω μου, από κάποιο παράθυρο. Νοιώθω προσβεβλημένος στην ιδέα ότι κατά τύχη αυτές οι εκφράσεις μπορεί να με αφορούν, ότι μπορεί να αναγνωρίζω πως έχουν όχι κάποια αξία, αλλά κάποιο νόημα». Δεν θα ανησυχούσε ο Πεσσόα αν όλους, αυτούς τους όρους, δεν τους είχε ξεφτιλίσει η πολιτική και κατ’ επέκταση η εξουσία. Ευτυχώς η γλώσσα δεν μένει στάσιμη και θα βρει τις αντίστοιχες λέξεις που θα τις αντικαταστήσουν.
Αν υπήρχε νεκροταφείο λέξεων εκεί θα έθαβα όλες αυτές τις ψεύτικες λέξεις, γιατί τι άλλο μπορεί να είναι μια λέξη, που απώλεσε το νόημα της;
Τώρα που το σκέφτομαι έχω πολλές να θάψω…

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Δωρεά ξενοδοχείων «Χανδρής»: Να κλάψουμε ή να γελάσουμε;