Δε ξέρω τη γλώσσα τους...

Συνήθως δεν κάνω διευκρινίσεις. Ο κάθε αναγνώστης  άλλωστε είναι μοναδικός, το κείμενο στα μάτια του αποκτάει μια δική του δυναμική, γίνεται ξεχωριστό  για τον καθένα.   Το τεράστιο ενδιαφέρον των αναγνωστών  - 13.000 επισκέψεις έχει μέχρι αυτή τη στιγμή η  «τελευταία σελίδα αριστερά» -  για το προηγούμενο κείμενο με τίτλο  «Να σταματήσει αυτό το πανηγύρι», με αναγκάζει να κάνω κάποιες εξαιρέσεις.   
Για αυτούς  που καλοπροαίρετα εξέφρασαν τις αντιρρήσεις τους, θέλω να τους πω ότι  το κείμενο είναι ένας ύμνος για το κερκυραϊκό Πάσχα. Οι ενστάσεις βρίσκονται στη διαχείριση των εκδηλώσεων,  που λαμβάνουν χώρα τα τελευταία  χρόνια. Οι προτάσεις απορρέουν  μέσα από τις επισημάνσεις.  Το κείμενο εκφράζει την αγωνία χιλιάδων συμπολιτών αλλά και επισκεπτών, που βλέπουν να χάνεται  η μαγεία  του πιο όμορφου ομολογουμένως εορτασμού  του  Πάσχα στην Ελλάδα.   Αυτήν την αγωνία δεν την εκφράζουν μόνο οι απλοί πολίτες αλλά και οι  επιχειρηματίες που βλέπουν μακρύτερα.  Το πράγμα έχει ξεχειλώσει.
Για τα υβριστικά σχόλια αδυνατώ να δώσω απαντήσεις.  Και τι να πεις σε κάποιον ή κάποιους που κρύβονται πίσω από την  ανωνυμία τους.   Δεν έχουν όνομα. Δεν έχουν φύλο. Άψυχα όντα, που δεν ξέρω αν ανήκουν στο ανθρώπινο είδος. Και να ήθελα όμως δεν μπορώ. Δεν γνωρίζω τη γλώσσα τους.  
Καθάρισα τους ρύπους. Πάμε παρακάτω…

Ένα παλαιότερο για να γλυκάνουμε την κουβέντα… Η γλύκα της Μεγάλης Παρασκευής του 1972, επίστρωση από μέλι, στις αποθήκες της ψυχής μου. Αν το Τζουκ - μποξ είχε σε δισκάκι το «Ω γλυκύ μου έαρ…γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος…» το χαρτζιλίκι μου, μόνο γι’ αυτό θα ήταν διαθέσιμο, να παίζει και ξαναπαίζει για να μου δίνει φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι έσπασα το πένθιμο κερί που φάνταζε αναστάσιμη λαμπάδα, όταν τα παιδικά βλέμματα συναντηθήκαν, ενώ θα επέτρεπε να κοιτάζουν  προς τα κάτω, τη στιγμή, που ο παπάς θυμιάτιζε. Και ξαφνικά αυτή η ιερή ζεστή σιωπή, η ντυμένη μόνο ανάσες και συρίγματα και μυρωδιές αγγελικές μεταμορφώνεται… «Ξαφνικά ρίχνεται με πάθος στην ανθρώπινη φωνή και σκιρτά έναν …έρωτα…, ένα πάθος δυνατό που προκαλεί ρίγος…, αμηχανία, τρέμουλο, βιαστικό χτύπο στην καρδιά… Μια μελωδία… τι μελωδία… τι ήχοι ακούγονται… τι στίχοι… Λόγια που σίγουρα γεννήθηκαν μονομιάς,… μέσα σε μια στιγμή σα χείμαρρος, χωρίς σκέψη, χωρίς επιφύλαξη, χωρίς σκοπό… Λόγια που μόνο το πάθος της ψυχής γεννά…
Γιατί λέτε με απασχολεί ο χρόνος; Είναι το βάρος, που μεγαλώνει και ώμοι που αδυνατίζουν. Μακάρι και το μυαλό να μπορούσε να σβήσει τα ένδοξα χρόνια της νεότητας μας και να προσαρμοστεί στην σκληρή πραγματικότητα. Όμως ζηλεύει τις στιγμές εκείνες και επιχειρεί που και που να τις ξαναζήσει. Μια συμπλέουσα με τις απόψεις μου, σε μεταμεσονύκτια ραδιοφωνική εκπομπή, το επιβεβαιώνει.

«Καρδιά μου εγώ, μιλιά μου εγώ, παρελθόν μου εγώ, βλακεία μου εγώ. Η αποθέωση του δύο είναι το ένα και μόνο του. Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Θυμάμαι, παραμόνευα τον ίσκιο μιας λέξης, ούτε καν τη λέξη την ίδια, για να βγάλω φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι ήταν αρκετή η υποψία ενός βλέμματος, ούτε, καν το ίδιο το βλέμμα, για να τα παρατήσω όλα σύξυλα και να έρθω να φύγουμε για οπουδήποτε. Τώρα είναι αλλιώς. Άρχισαν οι μιζέριες, Και; Τι ώρα μου είπες; Δεν γίνεται λίγο αργότερα; Αν το κάνουμε αύριο πειράζει; Έλα, τα λέμε. ‘Όχι, δεν γέρασε η αγάπη. Η καρδιά άσπρισε».

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια