Το «τίποτα» κάνει μεγάλη φασαρία

Χθες η στήλη μπήκε σε ξένα χωράφια. Συμβαίνει κατά καιρούς. Άφησα  τις διαδρομές πέρα από τα χωρικά ύδατα και επιχείρησα  να προσεγγίσω από την άλλη όψη του νομίσματος,  ένα τοπικό θέμα, κατά τη γνώμη μου ήσσονος σημασίας, που παρ’ όλα αυτά έγινε «πρωτοσέλιδο».   Προσπάθησα να αναζητήσω ευθύνες πέρα από την επιφάνεια,   πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα της ευκολίας που μας διακρίνει.  Ξεπέρασα τα γεγονότα και πέρασα στις προθέσεις. Αν θέλουμε να ξεφύγουμε από το συρμό, πρέπει  να σκάψουμε βαθιά στο χώμα. «Σημασία έχει η πρόθεση...» έγραφα σε ένα παλαιότερο κείμενο... «...Βάλτε στη ζυγαριά μια ληστεία που παραπέμπει στου Ρομπέν των Δασών τον καιρό. Μια ελεημοσύνη που ζωντανεύει Φαρισαίο. Ντοστογιεφσκικούς φόνους που οδηγούν στο Θεό. Μοιχείες που ξεφυτρώνουν απ’ την λαχτάρα του έρωτα. Συζυγικές σταθερότητες που θυμίζουν εβραϊκές συναλλαγές. Αμαρτίες που οδηγούν στη λύτρωση. Αρετές που οδεύουν για εξαργύρωση στα κοινωνικά και δημόσια ταμεία. Ψέματα που αναζητούν την ψυχική θαλπωρή. Ειλικρίνειες που οδηγούν στην ταπείνωση. Πάθη που ευλογούνται. Και απάθειες που θυμίζουν ψυχική τεμπελιά.  Το ξημέρωμα θα σας  βρει με την εικόνα ολοζώντανη, χωρίς φίλτρα και φτιασιδώματα, μια εικόνα   γεμάτοι από άγιους φονιάδες, όσιες πόρνες και μαρξιστές ληστές, έναν κόσμο γεμάτο ψευδοπροφήτες και μεσσίες. Δειλούς και υπολογιστές συζύγους. Εμπόρους δασκάλους και παπάδες. Υποκριτές πιστούς. Φυτά - πολίτες και νεκρωζώντανους υπηκόους. Τα αργύρια της προδοσίας δεν οδηγούσαν τελικά στην συκιά αλλά στην καταξίωση».
Για να επανέλθω στην τάξη. Το να ξεφεύγεις από την πραγματικότητα, στις μέρες μας αποτελεί αδήριτη ανάγκη. Μια στάση εδώ, μια στάση εκεί στη σκιά της φαντασίας και της ευχέρειας που σου δίνει να πλάθεις όνειρα, πριν σε πάρει ο ύπνος, γιατί αυτά που ακολουθούν, κατά πάσα πιθανότητα σε ξυπνούν βάναυσα, για να σε προετοιμάσουν για την καθημερινή σου μάχη.
Για μας που αρνηθήκαμε το «δεν βαριέσαι», που πήγαμε κόντρα στην επικρατούσα ιδεολογία, που ακόμα το συναίσθημα έμεινε για να μας βασανίζει, το όνειρο που χτίζουμε σε κάθε στάση, είναι ανάσα επιβίωσης. Δεν αποφεύγω με κείμενα συναισθηματικών διεργασιών την πολιτική πραγματικότητα, απεναντίας.  Ποιος είπε ότι το συναίσθημα δεν έχει πολιτική πλευρά; Ποιος νομοθέτησε να μας κυβερνούν οι αναίσθητοι και οι ακαλλιέργητοι; Οι ίδιοι θα μου πείτε, το πρόβλημα όμως είναι ότι την πληρώνουν αθώοι, αθώοι που βρέθηκαν στο λάθος τόπο τη λάθος στιγμή. «Οι ένοχοι ξαναντύνονται την αδιατάρακτη αυτοπεποίθησή τους και συνεχίζουν με ψέματα και μίμηση συναισθημάτων να παίρνουν κόσμο στο λαιμό τους»
Αγαπητοί συνένοχοι αναγνώστες, αν επιλέγω το συναίσθημα είναι ότι χρειάζομαι συνοδοιπόρους, γιατί δεν αισθάνομαι καλά σ’ αυτήν την έρημη πόλη.
Και εγώ σαν και εσάς αγαπητή μου Κυρία «θέλω κόσμο πολύ κι ας μην ξέρω κανέναν τους, να περπατώ ανάμεσα σε σώματα που προχωρούν στο δικό τους πεπρωμένο, να διασχίζω δρόμους που προπορεύονται και έπονται άλλοι κι ας μην ξέρω κανέναν κι ας μη μου μιλήσει κανείς. Είναι η ελπίδα πως ίσως... που ξέρεις… μπορεί… σ’ αυτή τη στροφή…. στην επόμενη... να περιμένει μια συνάντηση…»
Γι’ αυτό επιμένω στις παρέες, για να μην έχει η πόλη την εικόνα της ήττας, από μια μοναξιά που όλο και περισσότερο την πνίγει.. 
«Η τοπική επικαιρότητα με γεμίζει θλίψη", έγραφα σε ένα παλαιότερο κείμενο, μήπως όμως θα μπορούσε να είναι άλλη; Μήπως αυτές οι τηλεοπτικές αψιμαχίες, θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από την άλλη Κέρκυρα, που σκέφτεται θετικά, που δημιουργεί, που προσφέρει, που προβληματίζεται που αγωνίζεται, που δεν γκρινιάζει για του ψύλλου πήδημα.  
Το τίποτα κάνει μεγάλη φασαρία. Αξιοπεριφρόνητες σαχλαμάρες, που θεριεύουν εκ του μηδενός  γίνονται προβλήματα πρώτου μεγέθους εδώ στην μικρή μας πόλη…



Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια