Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

«Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του»


Είναι στιγμές που χάνουμε τον κόσμο. Εκεί που σκέφτεσαι το χθεσινό, έρχεται το σημερινό και ξαφνικά διαπιστώνεις ότι δεν έχεις άλλες λέξεις, τις τελευταίες, που είχαν απομείνει τις ξόδεψες, πριν από λίγο. Κάνεις μια προσπάθεια, πάνω από την υδρόγειο, που βρίσκεται στο γραφείο σου, να χωρέσεις τον κόσμο στα δυο σου μάτια, να γίνεις ανεκτικός, συγκαταβατικός. Μεγάλος εσύ και ο κόσμος μια σταλιά. Μόλις απλώσεις το χέρι σου, τον κρύβεις και ψηλά… μυρμήγκια τα αστέρια. Κάπου εκεί ανάμεσα λες. Και χαμογελάς.
Άνοιξη… να σου υπενθυμίζει μέσα σ’ αυτό τον πανικό, ότι η ζωή είναι στο επόμενο βήμα, να σου φανερώνεται σε τρεις ζωγραφιές, που σε νανουρίζουν, με αρώματα και μουσικές και να σου επαναφέρει στη μνήμη όλα όσο έζησες. Τόσο πολλά, τόσα δυνατά, που τρομάζουνε το χρόνο. Άνοιξη και μια στάση, μια ανάσα, για να αντέξεις.
Για το πως πέρασα το Πάσχα δεν έχει και πολύ σημασία, για το πως περάσαμε, ο λόγος. «Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει μόνος του», έγραφε σε παλαιότερο άρθρο του ο Νίκος Ξυδάκης. Και κανείς δεν μπορεί να εορτάσει μόνος του, ούτε και να χαρεί, ούτε και να πεθάνει.
Για το πώς πέρασα το Πάσχα δεν έχει και πολύ σημασία, για το πώς περάσαμε και το πως θα πορευτούμε από δω και πέρα ο λόγος.
Ευτυχώς που η κεκτημένη ταχύτητα της συνήθειας, ακόμα και αυτή την εποχή της σκληρής λιτότητας, μας επιτρέπει να κινούμαστε με μια ρόδα και με σπασμένα φρένα . Την μονοήμερη την κάνουμε δεκαπενθήμερη και οι γερμανοί ακόμα ψάχνουν. Λίγο πριν, λίγο μετά, κάνουμε τη ζωή μας μια γιορτή. Οι μέρες του χρόνου δεν αρκούν, γι’ αυτό κλέβουμε και από τον επόμενο. Για το μετά του Πάσχα, μέχρι την Κυριακή του «Θωμά» του άπιστου, η προσθήκη του χρόνου, κάτι παραπάνω από επιβεβλημένη.
Με αυτά και με αυτά πορευτήκαμε με τις παρέες να έχουν τον πρώτο λόγο. Με τις παρέες που ονειρευόμαστε να τις μεγαλώσουμε, έτσι που να γίνουμε όλοι μια παρέα. Και σήμερα που δεν έχω τι να γράψω «Ήρθε ένας μάγος που έβγαζε ήλιους απ’ τα μανίκια κι απ’ το καπέλο του έπεφταν νησιά, έκλεισε μες στη χούφτα σου θαλασσινά χαλίκια άνοιξες και πέταξαν πουλιά. Κι έγινα κι εγώ ένα λαμπάκι πάνω απ’ την υδρόγειο φεγγάρι να βουτήξω στη Μεσόγειο…» Και ακόμα σήμερα που κρύφτηκαν οι λέξεις. Kι’ ακόμα σήμερα που φαίνονται όλα χαμένα… ακόμα εκείνο το όνειρο μας ταξιδεύει. « Ύστερα ο μάγος έσπασε δυο γυάλινα ποτήρια κι έφτιαξε από τα θρύψαλα νερό θα κόβεσαι είπε αν μόνη σου το ακουμπάς στα χείλια θα ξεδιψάς αν πίνετε κι οι δυο».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Α... και ο έρωτας

«Μια φορά γεννιόμαστε, δεν γίνεται να γεννηθούμε δ ύ ο φορές κι ούτε θα υπάρξουμε ξανά πια ποτέ, στον αιώνα τον άπαντα. Κι εσύ, χωρίς να&...