Τα αργύρια της προδοσίας δεν οδηγούσαν στη συκιά…



Εδώ σ’ αυτό το μικρό χώρο της στήλης κατοικώ. Εδώ ζω χωρίς τις προσωπίδες, που αναγκάζομαι κάθε μέρα να φοράω. Εδώ αναπνέω τον καθαρό αέρα, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αντέξω τη μπόχα εκεί στον έξω κόσμο. Κάθε φορά, που με επισκέπτονται καινούργιοι φίλοι, νοιώθω την ανάγκη να μοιραστώ μαζί τους, κάποιες από τις στάσεις αυτής της υπέροχης διαδρομής. Ένα παλαιότερο κείμενο, διαπιστευτήριο αυτής της στήλης, που γράφτηκε εδώ και πολλά χρόνια, για σήμερα.
Μόνιμα αμυνόμενος σε μια κοινωνία, που με θέλει μετρημένο. Κομμένο και ραμμένο σε μέτρα πυγμαίου για ν’ αναλάβει εκείνη ως γίγαντας να με προστατεύσει.
Μια κοινωνία που προσπαθεί να μου προσάψει ενοχές και αμαρτίες.
Αλήθεια, τι θα πει αμαρτία; Ερώτηση, με κάθε δικαίωμα πονηριάς, που μου έδινε η παρορμητική ηλικία.
Μαζί της έφτιαχνα παραμύθια. Στο τέλος της διήγησης είχε καταλήξει στο συμπέρασμα. Σημασία έχει η πρόθεση...
«Βάλε στη ζυγαριά μια ληστεία που παραπέμπει στου Ρομπέν των Δασών το καιρό. Μια ελεημοσύνη που ζωντανεύει Φαρισαίο. Ντοστογιεφσκικούς φόνους που οδηγούν στο Θεό. Μοιχείες που ξεφυτρώνουν απ’ την λαχτάρα του έρωτα. Συζυγικές σταθερότητες που θυμίζουν εβραϊκές συναλλαγές. Αμαρτίες που οδηγούν στη λύτρωση. Αρετές που οδεύουν για εξαργύρωση στα κοινωνικά και δημόσια ταμεία. Ψέματα που αναζητούν την ψυχική θαλπωρή. Ειλικρίνειες που οδηγούν στην ταπείνωση. Πάθη που ευλογούνται. Και απάθειες που θυμίζουν ψυχική τεμπελιά».
Έτσι πέρναγε η νύχτα. Διώχναμε τα κακά πνεύματα ξορκίζαμε το καλό και το κακό.
 

Στη συνέχεια του απολογισμού της... «Ξημερώναμε γεμάτοι από άγιους φονιάδες, όσιες πόρνες και μαρξιστές ληστές».
«Ξημερώναμε σ’ έναν κόσμο γεμάτο ψευδοπροφήτες και μεσσίες. Δειλούς και υπολογιστές συζύγους. Εμπόρους δασκάλους και παπάδες. Υποκριτές πιστούς. Φυτά - πολίτες και νεκρωζώντανους υπηκόους. Τα αργύρια της προδοσίας δεν οδηγούσαν τελικά στη συκιά αλλά στην καταξίωση». Σημασία έχει η πρόθεση.
Ή πόλη είχε γεμίσει παράξενα υβρίδια. Ψιλοεκβιαστές, απατεωνίσκοι, αριβίστες, πολιτικοί φαφλατάνοι, ρουφιάνοι, γλείφτες, τοκογλύφοι, πολλοί μαλάκες, πουτάνες ψυχή τε και σώματι. Άχρωμοι και άοσμοι ζώντες οργανισμοί.
Βυθίστηκα ξανά, σε μια κατάσταση γνώριμη. Μόνος μου, λες και δεν χωράω πουθενά.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Δωρεά ξενοδοχείων «Χανδρής»: Να κλάψουμε ή να γελάσουμε;