Και ούτε που φαίνεται εκείνη η κατηφόρα...

Ένα διαχρονικό κείμενο που ανασύρω από τις αποθήκες, για να συμπληρώσει το χθεσινό «Δεν έχω πρόβλημα με την ηλικία», είπα. «Σιγά μη σε πιστέψουμε», ήρθε η αντήχηση. Θα που πείτε η αντήχηση επαναλαμβάνει, έτσι γίνεται συνήθως, αυτή τη φορά όμως δεν άντεξε το ψέμα. Ανεμίζω και πάλι μνήμες. Ανοίγω πληγές και οι φόβοι αναπόφευκτοι. Στη διασταύρωση και πάλι εκεί ακριβώς που τελειώνει η ανηφόρα και αρχίζει η κατηφόρα. Στο σημείο μηδέν, εκεί που στυλώνεις τα πόδια και διαβεβαιώνεις τον εαυτό σου, ότι ποτέ δεν ήταν καλύτερα τα πράγματα. Και όλα αυτά, με άγνοια παντελή, για το τι θα ακολουθήσει. Το «τι ωραία που μεγαλώνουμε», ακούγεται καλό σαν ευχή, αλλά φτάνει πια, μεγαλώσαμε, ας σταματήσει ο χρόνος για τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής μας εδώ, να ωριμάσουμε είπαμε να μην σαπίσουμε. Ειλικρινά δεν νοσταλγώ τα νιάτα, πιστεύω πως η κορύφωση βρίσκεται κάπου στη μέση, με τις επιδόσεις να έχουν κάνει τα απαραίτητα χιλιόμετρα και να ρολάρουν καλύτερα, σαν στρωμένη μοτοσικλέτα. Είναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να ακινητοποιήσω το χρόνο, όχι για να ζήσω την ευτυχία της στιγμής, αλλά γιατί καμιά ευχή δεν έχει θέση. Ούτε ένα λεπτό πίσω, ούτε είκοσι χρόνια. Ούτε ένα λεπτό μπροστά. Λες και τούτο τελικά είναι το σημείο μηδέν. Κάπου εκεί στη μέση, ή ακριβώς στη μέση. Πόσο πια το μυαλό να ωριμάσει, δεν θα τρώγεται. Αλλά και το πίσω έχει αναθεωρηθεί. Στερημένο από τις μετέπειτα εμπειρίες τι αξία μπορεί να έχει;

Η γνώση τελικά επιβάλει την ανάγκη, να μείνουμε εδώ στη μέση ηλικία που ξέρουμε πια ότι δεν ξέραμε, αλλά και έχουμε την δυνατότητα για ασφαλείς προβλέψεις.
Θα έχετε καταλάβει, ότι δεν ασπάζομαι «Το όσο ζεις μαθαίνεις». Τι να μάθουμε πια; Μπορεί η ανηφόρα να μας κούρασε αλλά μας έδωσε την δυνατότητα να βλέπουμε από εδώ ψηλά και τις δυο κατηφόρες και αυτήν που μόλις ανεβήκαμε και αυτήν που έχουμε μπροστά μας και ετοιμαζόμαστε να κατεβούμε.
«Η ώρα των δακρύων έχει καλύτερη αίσθηση του χρόνου και ως εκ τούτου μεγαλύτερη διάρκεια», μονολογεί η ραδιοφωνική μου φίλη. «Διότι το πηγάδι για να δώσει νερό, πρέπει τα ποτάμια και οι λίμνες να έχουν καταβάλει το ποσοστό τους. Γεμίσεις, γεμίζεις, δημιουργείς μια τεχνητή πλημμύρα για να μην εκτεθείς, φωνάζεις, όλους τους απόκληρους να έρθουν να ξεδιψάσουν, βάζεις στα σκυλιά νερό να μην γαβγίζουν και τρομάξουν τις ώρες που έρχονται, αλλά πάλι κάτι μένει. Δικό σου, για ποτέ και για πάντα, κάτοπτρο των οφειλών σου στη μνήμη και είναι τα μάτια οι μόνες εκβολές για να στεγνώσει ο ύπνος σου. Έτσι πιστεύαμε εμείς, οι όχι νέοι, οι όχι παλιοί. Οι ανάμεσα, με το διστακτικό βήμα του νικημένου στρατιώτη».
Τι μεσολάβησε από τότε μέχρι σήμερα; Μιας συνεχής μετατόπιση, στο μεσοδιάστημα, στο σημείο μηδέν. Μια απέραντη στρογγυλή πεδιάδα και ούτε που φαίνεται εκείνη η κατηφόρα. Όσο για εκείνες τις «ασφαλείς προβλέψεις…», κουταμάρες. Για μας που η καρδιά μας σκίζεται πιο εύκολα απ’ το χαρτί, εδώ θα μείνουμε, στη μέση. Και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι είναι πολύ ωραία εδώ πάνω, μόνο αυτό το αστέρι, που λάμπει, φαίνεται πως θα με δυσκολέψει,δεν ξέρω ποιος θεός μού το κρέμασε τόσο μακριά…

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια