Οι Κυριακές που δεν ξεχνιούνται
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές
Ξημερώνει Κυριακή. Το όνειρο ήρθε χωρίς προειδοποίηση, σαν κάτι που είχε παλιά εκκρεμότητα μαζί μου. Δεν είχε αρχή ούτε τέλος, μόνο ένταση. Έναν χώρο όπου όλα λειτουργούσαν χωρίς οδηγίες χρήσης, χωρίς υποχρεωτικές ερμηνείες.
Δεν ξέρω πού βρέθηκα. Παράδεισος ή κόλαση δεν έχει πια σημασία. Εκεί οι αισθήσεις δούλευαν στο όριο. Η εικόνα καθαρή, το σώμα υπάκουο, η μνήμη χωρίς βάρος. Ακόμα και τα μάτια, κουρασμένα πια από τα χρόνια, έβλεπαν χωρίς προσπάθεια. Για λίγο μου επιστράφηκε μια εκδοχή του εαυτού μου, που δεν χωρά στην καθημερινή τάξη πραγμάτων. Έξω απ’ αυτόν τον χώρο, η πραγματικότητα περίμενε, ανυπόμονη, έτοιμη να σκάσει από ζήλια.
Το όνειρο έσβησε γρήγορα. Όχι όμως και ό,τι άφησε. Τα συναισθήματα δεν υπακούν σε ωράρια. Δεν μεταφράζονται εύκολα, ούτε χωρούν σε φόρμες. Σε ακολουθούν, την ώρα που η ζωή απαιτεί να συνεχίσεις κανονικά, παραγωγικά, προβλέψιμα.
Υπάρχουν άνθρωποι που στον ύπνο τους ξεκουράζονται. Άλλοι κατεβαίνουν βαθιά. Μπαίνουν στα υπόγεια της μνήμης, δοκιμάζουν να πετάξουν με αντίθετο άνεμο, να προχωρήσουν ενώ όλα τους τραβούν πίσω. Αυτοί συνήθως περισσεύουν. Δεν είναι συμβατοί με την ομαλή λειτουργία των πραγμάτων, δεν χωρούν στα ωράρια, στα πρωτόκολλα, στα καθαρά αφηγήματα της κανονικότητας.
Θυμάμαι καθαρά εκείνο το ελάχιστο κενό μόλις άνοιξα τα μάτια. Το σημείο που δεν έχεις αποφασίσει αν επέστρεψες ή αν συνεχίζεις να ονειρεύεσαι. Εκεί που πρέπει να διαλέξεις πού αντέχεις περισσότερο.
Η Κυριακή σε μια επαρχιακή πόλη δεν συγχωρεί. Η σιωπή απλώνεται, ο θόρυβος αποσύρεται, οι χτύποι της καρδιάς ακούγονται καθαρά. Το σπίτι μπορεί να γίνει καταφύγιο ή κελί. Αν δεν χτυπήσει το τηλέφωνο, όλα βαραίνουν.
Κάποιοι ζουν για αυτές τις ώρες. Άλλοι τις φοβούνται. Κι υπάρχουν κι εκείνοι που δεν κρύφτηκαν ποτέ πίσω από τη σιγουριά. Για αυτούς, οι Κυριακές δεν είναι συννεφιασμένες. Λάμπουν. Κι όπως συμβαίνει μόνο με τις Κυριακές που καίνε, αυτές καίνε. Δεν ξεχνιούνται.
Δεν ξέρω πού βρέθηκα. Παράδεισος ή κόλαση δεν έχει πια σημασία. Εκεί οι αισθήσεις δούλευαν στο όριο. Η εικόνα καθαρή, το σώμα υπάκουο, η μνήμη χωρίς βάρος. Ακόμα και τα μάτια, κουρασμένα πια από τα χρόνια, έβλεπαν χωρίς προσπάθεια. Για λίγο μου επιστράφηκε μια εκδοχή του εαυτού μου, που δεν χωρά στην καθημερινή τάξη πραγμάτων. Έξω απ’ αυτόν τον χώρο, η πραγματικότητα περίμενε, ανυπόμονη, έτοιμη να σκάσει από ζήλια.
Το όνειρο έσβησε γρήγορα. Όχι όμως και ό,τι άφησε. Τα συναισθήματα δεν υπακούν σε ωράρια. Δεν μεταφράζονται εύκολα, ούτε χωρούν σε φόρμες. Σε ακολουθούν, την ώρα που η ζωή απαιτεί να συνεχίσεις κανονικά, παραγωγικά, προβλέψιμα.
Υπάρχουν άνθρωποι που στον ύπνο τους ξεκουράζονται. Άλλοι κατεβαίνουν βαθιά. Μπαίνουν στα υπόγεια της μνήμης, δοκιμάζουν να πετάξουν με αντίθετο άνεμο, να προχωρήσουν ενώ όλα τους τραβούν πίσω. Αυτοί συνήθως περισσεύουν. Δεν είναι συμβατοί με την ομαλή λειτουργία των πραγμάτων, δεν χωρούν στα ωράρια, στα πρωτόκολλα, στα καθαρά αφηγήματα της κανονικότητας.
Θυμάμαι καθαρά εκείνο το ελάχιστο κενό μόλις άνοιξα τα μάτια. Το σημείο που δεν έχεις αποφασίσει αν επέστρεψες ή αν συνεχίζεις να ονειρεύεσαι. Εκεί που πρέπει να διαλέξεις πού αντέχεις περισσότερο.
Η Κυριακή σε μια επαρχιακή πόλη δεν συγχωρεί. Η σιωπή απλώνεται, ο θόρυβος αποσύρεται, οι χτύποι της καρδιάς ακούγονται καθαρά. Το σπίτι μπορεί να γίνει καταφύγιο ή κελί. Αν δεν χτυπήσει το τηλέφωνο, όλα βαραίνουν.
Κάποιοι ζουν για αυτές τις ώρες. Άλλοι τις φοβούνται. Κι υπάρχουν κι εκείνοι που δεν κρύφτηκαν ποτέ πίσω από τη σιγουριά. Για αυτούς, οι Κυριακές δεν είναι συννεφιασμένες. Λάμπουν. Κι όπως συμβαίνει μόνο με τις Κυριακές που καίνε, αυτές καίνε. Δεν ξεχνιούνται.
Δείτε λιγότερα
- Λήψη συνδέσμου
- X
- Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο
- Άλλες εφαρμογές

Σχόλια