Η μνήμη δεν κατεδαφίστηκε
Η αφορμή ήταν μικρή, ένα παιχνίδι μνήμης. Ορισμένες στιγμές όμως δεν σβήνονται, γιατί γράφτηκαν πριν μάθουμε να μετράμε την ηλικία μας. Ένα πανηγύρι, μια παιδική ματιά, χρώματα αλλοιωμένα από την αθωότητα. Τότε που ο κόσμος δεν ζητούσε αποδείξεις. Είχε μια γλύκα που τα σκέπαζε όλα.
Αυτό το παλιό, σήμερα επιστρέφει όταν ανταλλάσσονται νοσταλγίες, όχι για παρηγοριά, αλλά για έλεγχο απωλειών. Κι έτσι ξαναπαίρνω τον δρόμο, την Οδό Ονείρων, γνωρίζοντας ότι οι λέξεις δεν φτάνουν, όμως αν σωπάσεις χάνεις οριστικά.
Ο δρόμος μου είχε πόρτες ανοιχτές και φωνές χωρίς φόβο. Γέλια που δεν απολογούνταν. Έναν παγωτατζή με ποδήλατο, τον Αλέκο. Μυρωδιές από ψωμί ζεστό και χώμα καθαρό, από νεραντζιές και γιασεμιά. Γυναίκες στα πεζούλια να πλέκουν χρόνο. Καραγκιόζη πίσω από άσπρο σεντόνι. Παιδιά που έπαιζαν χωρίς παιχνίδια, γιατί είχαν ακόμη φαντασία. Γλέντια, χορούς, μουσική, πολλή μουσική. Από εκείνη που δεν παίζει πια, αλλά επιμένει. Κατά τύχη, ή όχι, ήταν η ίδια μουσική της Οδού Ονείρων.
Υπήρχαν και Έρωτες Θεοί. Όχι για να μας σώσουν, αλλά για να μας σημαδέψουν. Και το δεχτήκαμε όλοι, χωρίς όρους χρήσης.
Ο δρόμος έμεινε φωτεινός. Δεν τον σκίασαν πολυκατοικίες. Ο ήλιος τον βρίσκει ακόμη. Οι άνθρωποι ήταν αυτοί που έφυγαν.
Τον άφησαν μόνο, χωρίς παιδιά, χωρίς λαλιά. Έναν δρόμο ζωντανό, σε μια εποχή που όλα κατοικούνται και τίποτα δεν ζει.
Κάπου εκεί ακούγεται ακόμη το τραγούδι. Το πουλί δεν πιάνεται, δεν χάνεται. Ακόμη κι όταν το σκοτώσουν, βρίσκει τρόπο να λαλεί.
Η μουσική μπορεί να σωπαίνει, η μνήμη όμως όχι. Δεν κατεδαφίστηκε. Αντέχει ακόμη, σαν δρόμος που περιμένει. Κι εγώ, όπως μας λέει ο Χατζιδάκις, θα μείνω ξάγρυπνος, όχι από ρομαντισμό, αλλά από ευθύνη. Να μαζέψω όσα όνειρα γεννηθούν μέσα στη νύχτα. Να τα φυλάξω από τη φθορά και τη γενική χρήση. Να σας τα επιστρέψω μιαν άλλη φορά, πάλι σε μουσική.
Καληνύχτα.

Σχόλια