Κυριακή, ανάμεσα στα όνειρα
Ξημερώνει Κυριακή. Το φως μπαίνει διστακτικά, σαν να ζητά άδεια από έναν κόσμο κουρασμένο να ξυπνήσει. Λίγο πριν ανοίξω τα μάτια, μένω ακόμη στην άκρη του ονείρου, εκεί όπου το άγνωστο μοιάζει οικείο και το γνώριμο αλλάζει πρόσωπο.
Είναι η στιγμή που δεν ξέρεις αν ζεις ή αν θυμάσαι ότι έζησες.
Όλα σιωπηλά, εκτός από εκείνη τη χαμηλή φωνή της καρδιάς που μετρά τον χρόνο ανάμεσα σε όσα χάθηκαν και σε όσα επιμένουν. Στέκομαι για λίγο ακίνητος, ανάμεσα στο πριν και στο τώρα, εκεί όπου η σκέψη δεν έχει ακόμη πάρει θέση. Δεν είναι όνειρο, δεν είναι μνήμη. Είναι ένα κενό που ζητά να γεμίσει με αλήθεια.
Οι Κυριακές έχουν πάντα κάτι από παύση. Όχι ανάπαυση, παύση. Στην επαρχία οι δρόμοι αδειάζουν νωρίς και ο χρόνος απλώνεται άβολος. Δεν υπάρχουν δικαιολογίες, ούτε ρόλοι. Οι άνθρωποι κυκλοφορούν χωρίς πρόγραμμα και οι πόλεις μοιάζουν να αποσύρονται από τον εαυτό τους. Η μοναξιά περπατά στα πεζοδρόμια χωρίς βιασύνη, όχι απειλητική, σχεδόν οικεία, σαν παλιός γνωστός που δεν χρειάζεται συστάσεις. Μέσα σ’ αυτή την ακινησία βρίσκεις ξανά τον εαυτό σου, εκείνον που τις καθημερινές κρύβεται πίσω από θόρυβο και υποχρεώσεις.
Λένε πως η Κυριακή βαραίνει. Ίσως γιατί δεν προσφέρει άλλοθι. Είναι η μέρα που καταρρέουν οι μικρές αφηγήσεις της εβδομάδας. Δεν φταίει η δουλειά, δεν φταίει ο χρόνος, δεν φταίει κανείς άλλος. Είναι η μέρα που βλέπεις καθαρά τι έμεινε πίσω από τις υποσχέσεις, τι χάθηκε μέσα στις αναβολές, τι μετατράπηκε σε συνήθεια για να μη χρειαστεί να γίνει επιλογή. Και τότε καταλαβαίνεις πως πολλά από όσα ονομάσαμε συλλογικά, ήταν τελικά βαθιά ατομικά.
Ξημερώνει Κυριακή με χαμηλό ουρανό. Κάπου αλλού, κάποιος άλλος στέκεται στο ίδιο μεταίχμιο, με τις ίδιες σκέψεις, την ίδια αμήχανη διαύγεια. Δεν επικοινωνείτε, αλλά συνυπάρχετε. Κι έτσι η μέρα παύει να βαραίνει. Δεν γίνεται ελπίδα. Γίνεται μέτρο. Και αυτό, σε έναν κόσμο που έμαθε να αποφεύγει τον εαυτό του, είναι ήδη μια μορφή αντίστασης. Και τότε οι Κυριακές δεν είναι βαριές, λάμπουν στο πρόσωπο εκείνου που θυμάται να αγαπά.

Σχόλια