Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Πάμε

Υπάρχουν τραγούδια που δεν τα ακούμε. Μας ακούν εκείνα. Περιμένουν χρόνια σε μια γωνιά και όταν ξαναπαίξουν, ανοίγουν μια πόρτα που είχαμε ξεχάσει.


Έτσι έγινε χθες, ένα βράδυ ήσυχο, από εκείνα που μοιάζουν να μην έχουν τίποτε να πουν. Μια παλιά ροκ μελωδία, και κάτι αλλάζει. Λίγες νότες, και βρέθηκα ξανά σε μια εποχή που η μουσική δεν ήταν υπόκρουση της ζωής. Ήταν η ίδια η ζωή.

Θυμήθηκα δρόμους, πρόσωπα, νύχτες, κουβέντες που κράτησαν μέχρι το πρωί. Θυμήθηκα κι εκείνον τον εαυτό μου που άκουγε μουσική και ένιωθε πως κάτι μέσα του ξυπνούσε.

Αυτό κράτησα από εκείνα τα χρόνια. Τη διάθεση. Γιατί η ροκιά ποτέ δεν ήταν μόνο μουσική. Ήταν ένας τρόπος να στέκεσαι. Να λες τη γνώμη σου, να γελάς δυνατά, να ερωτεύεσαι χωρίς υποσημειώσεις, να διαφωνείς χωρίς να φοβάσαι πως θα χαλάσεις την εικόνα σου. Να κρατάς τη δική σου φωνή, ακόμη κι όταν γύρω σου όλοι ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό.

Με τον καιρό αποκτούμε εμπειρία. Μαθαίνουμε τις διαδρομές, γνωρίζουμε τις δυσκολίες, αναγνωρίζουμε τους ανθρώπους από το πρώτο τους βλέμμα. Κι όμως, αξίζει να μείνει ανέγγιχτη η διάθεση να ζεις με τον δικό σου τρόπο. Να σηκώνεσαι από την καρέκλα, να ανοίγεις το ραδιόφωνο, να τηλεφωνείς σε έναν φίλο, να βγαίνεις για έναν καφέ, να γελάς με μια ανοησία, να λες μια κουβέντα που την αισθάνεσαι.

Κάπου εκεί βρίσκεται το δικό μου «Πάμε». Όχι σαν υπόσχεση για το αύριο. Σαν μικρή άρνηση να αφήσω τη μέρα να περάσει από πάνω μου χωρίς να την αγγίξω.Δεν χρειάζεται να αλλάξει η ζωή για να αλλάξει η διάθεση. Μερικές φορές αρκούν λίγες νότες.Και τότε θυμάσαι πως υπάρχουν πράγματα που δεν παραδίδονται. Η περιέργεια, το χιούμορ, η επιθυμία, η μουσική, η ανάγκη να σηκώσεις λίγο ψηλότερα το κεφάλι.

Αυτό είναι για μένα η αισιοδοξία. Να κρατάς αναμμένη τη δική σου λάμπα, ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω σου επιμένει στο γκρίζο.

Χθες, όταν τελείωσε η μουσική, δεν έβαλα τίποτε άλλο. Άφησα τη σιωπή να μείνει λίγο.

Και σκέφτηκα πως, όσο υπάρχει κάτι που ζητάει ακόμη να ακουστεί, η ιστορία συνεχίζεται.

Πάμε.

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2026

Είμαστε εμείς ο Δρόμος του Πλέσσα

Ήμουν πιτσιρικάς όταν πρωτοκυκλοφόρησε «Ο Δρόμος». Δεν ήξερα τότε πως ένας δίσκος μπορεί να γίνει δρόμος μιας ολόκληρης ζωής. Πως κάποτε θα ξανακούς μια μελωδία και μαζί της θα επιστρέφουν πρόσωπα, καλοκαίρια, έρωτες, νύχτες, χρόνια ολόκληρα.

Στις 5 Οκτωβρίου συμπληρώθηκαν δύο χρόνια από τότε που ο Μίμης Πλέσσας πήρε τον τελευταίο του δρόμο.
Μόνο που ο δικός του δρόμος συνεχίζεται.
Και πάνω του περπατάει μαζί του ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ο ένας έδινε στη μουσική φτερά, ο άλλος της έδινε λέξεις. Μαζί έφτιαξαν έναν δρόμο που χωράει ακόμη μέσα μας.

«Γέλαγε η Μαρία».
Και μαζί της γελάει ένα κομμάτι από τα νιάτα μας.
«Πρώτη φορά».
Γιατί κάποια πράγματα συμβαίνουν μία φορά και μένουν για πάντα.
«Η Μυρσίνη βάζει τ’ άσπρα».
Και ξαφνικά μια γυναίκα γίνεται εικόνα, ένας στίχος γίνεται μνήμη.
«Το άγαλμα».
Ακίνητο στον χρόνο, ενώ εμείς περνάμε και μεγαλώνουμε.
Και ύστερα «Ξημερώνει Κυριακή».
Να το θυμάσαι.
Ο δρόμος ανοίγει και βγαίνει στον μεγάλο ορίζοντα του Πλέσσα.
«Ένας ουρανός μ’ αστέρια».
«Το φεγγάρι πάνωθέ μου».
«Βρέχει φωτιά στη στράτα μου».
«Άνοιξε πέτρα».
«Σταμάτησε του ρολογιού τους δείκτες».
Τίτλοι, τραγούδια, ζωές.
Γιατί αυτό ήταν το μεγάλο θαύμα.
Ο Πλέσσας έπαιρνε τον χρόνο και τον έκανε μουσική. Ο Παπαδόπουλος έπαιρνε τη ζωή και την έκανε λέξεις. Και εμείς παίρναμε τα τραγούδια τους και τα κάναμε δικά μας.
Τα βάλαμε στα σπίτια μας, στις παρέες μας, στα σινεμά, στα καλοκαίρια, στα ξενύχτια. Τα τραγουδήσαμε όταν αγαπήσαμε, όταν χωρίσαμε, όταν γυρίσαμε αργά, όταν μείναμε μόνοι.
Έτσι τα τραγούδια ξεφεύγουν κάποτε από τους δημιουργούς τους.
Γίνονται μνήμη. Γίνονται ζωή. Γίνονται εμείς.
Ο Μίμης Πλέσσας έφυγε. Ο δρόμος του έμεινε. Και περπατάμε ακόμη πάνω του.
Μια Μαρία γελάει κάπου μακριά. Η Μυρσίνη φοράει τ’ άσπρα της. Ο ουρανός είναι γεμάτος αστέρια. Και κάπου ξημερώνει Κυριακή.
Γιατί τελικά δεν ακούμε εμείς τον «Δρόμο» του Πλέσσα.
Είμαστε εμείς ο «Δρόμος» του Πλέσσα.

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2026

Η ζωή έχει ρυτίδες και δρόμους


Από τη μια η ζωή περνά μέσα από τις λέξεις, από την άλλη περιμένει έξω από αυτές. Η πρώτη θέλει σκέψη, η δεύτερη θέλει να τη ζήσεις. Η πρώτη μπορεί να γίνει κείμενο, η δεύτερη ζητάει ζωή.
Γράφουμε για τη χαρά, τον έρωτα, την αγάπη, τη δημιουργία. Μιλάμε για τους ανθρώπους, για τις σχέσεις, για όσα μας συμβαίνουν. Κι όμως, η ζωή συνεχίζει τον δικό της δρόμο, πέρα από τις λέξεις.
Η ζωή βρίσκεται έξω από τα κείμενα και έξω από τις φωτογραφίες.
Είναι η χαρά ενός ανθρώπου που γελάει με όλη του την καρδιά. Ο έρωτας που σε βρίσκει απροετοίμαστο. Η αγάπη που δεν χρειάζεται εξηγήσεις. Ένα τραπέζι με φίλους όπου ξεχνάς την ώρα. Ένα παιδί που δημιουργεί κάτι από το τίποτα και το κοιτάζει σαν να ανακάλυψε τον κόσμο.
Εκεί είναι η ζωή.
Κι εμείς, καμιά φορά, αντί να τη ζούμε, κρατάμε σημειώσεις.
Φωτογραφίζουμε το κρασί πριν το πιούμε. Το ηλιοβασίλεμα πριν το κοιτάξουμε. Έχουμε αντικαταστήσει την όραση με τη φωτογραφική μηχανή του κινητού. Σαν να φοβόμαστε πως μια στιγμή που δεν καταγράφηκε, δεν υπήρξε.
Έχει γενέθλια και στέλνει στη μάνα του συγχαρητήρια που τον έκανε τόσο όμορφο. Κι εκείνη ανεβάζει τις φωτογραφίες του και τα επιτεύγματά του.

Η οικογένεια σε δημόσια έκθεση.
Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, φτιάχνουμε και τον εαυτό μας όπως θα θέλαμε να είμαστε. Λίγο νεότεροι, λίγο ομορφότεροι, λίγο πιο λαμπεροί. Τα φίλτρα κάνουν τη δουλειά τους, η τεχνητή νοημοσύνη συμπληρώνει τα υπόλοιπα.
Μόνο που η πραγματική ζωή έχει ρυτίδες. Έχει αμηχανίες. Έχει αποτυχίες. Έχει ιδρώτα, γέλιο, δάκρυ, αγκαλιά. Έχει ανθρώπους.
Κι εδώ θέλω να σας πω κάτι. Εγώ, που κάθε μέρα σας γράφω και πολλές φορές σας κουράζω, όταν τελειώσει το κείμενο δεν θέλω να μείνω εκεί. Με πιάνει μια αδήριτη ανάγκη να βγω έξω απ’ αυτό, να αφήσω τις λέξεις πίσω μου, να βγω στους δρόμους, να συναντήσω την πραγματική ζωή. Να τη δω χωρίς να χρειάζεται να την περιγράψω. Να τη ζήσω.
Γιατί όσα κι αν γράψω για τη θάλασσα, δεν θα νιώσω το αλάτι στα χείλη. Όσα κι αν φωτογραφίσω για τον έρωτα, δεν θα ερωτευτώ.
Κι όσα κι αν γράψω για τη ζωή, κάποια στιγμή πρέπει να σηκωθώ από την καρέκλα και να πάω να τη συναντήσω.

Εκεί βρίσκεται το πραγματικό κείμενο. Στους δρόμους.  

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

1+1= ∞


Πριν από έναν χρόνο είχα γράψει: «είχα χαθεί στις λέξεις και ζήτησα τη βοήθεια των αριθμών». Ήταν ένας τρόπος να βάλω κάποια τάξη μέσα μου. Οι λέξεις ανοίγουν πόρτες που πολλές φορές δεν ξέρεις πού οδηγούν. Οι αριθμοί, πάλι, μοιάζουν να βάζουν τα πράγματα στη θέση τους. Ένα και ένα κάνουν δύο. Τουλάχιστον έτσι μας έμαθαν.



Μεγαλώνοντας, όμως, κατάλαβα πως η ζωή δεν έμαθε ποτέ μαθηματικά.
Εγώ δεν κατάφερα να τη ζήσω έτσι. Έζησα περισσότερο με το ένστικτο, με τις λέξεις, με τις παρέες, με τις νύχτες που τελείωναν όταν άρχιζε να ξημερώνει, με ένα τραγούδι που μπορούσε να με κρατήσει ξύπνιο μέχρι το πρωί. Έζησα με εκείνη την παλιά βεβαιότητα πως πάντα υπάρχει άλλη μια νύχτα, άλλη μια σελίδα, άλλο ένα καλοκαίρι, άλλος ένας έρωτας.
Κάποια στιγμή καταλαβαίνεις πως το «άλλο ένα» είναι από τις πιο όμορφες φράσεις της ζωής.

Ο έρωτας έχει τη δική του αριθμητική. Έρχεται χωρίς να ρωτήσει, μένει όσο αντέχει η καρδιά και φεύγει αφήνοντας πίσω του μια παράξενη σιωπή. Κάποιοι έρωτες κρατούν χρόνια, κάποιοι κρατούν ένα απόγευμα και μένουν για πάντα. Κάποιοι περνούν σαν καταιγίδα και κάποιοι κάθονται δίπλα σου ήσυχα, μέχρι που μια μέρα καταλαβαίνεις πως έγιναν σπίτι.

Έχω γνωρίσει έρωτες που κάθε φορά πίστευα πως ήταν ο μεγάλος έρωτας. Μέχρι να έρθει ο επόμενος. Ή μέχρι να φύγει ο προηγούμενος και να καταλάβω, πολύ αργότερα, τι είχε αφήσει πίσω του.

Γι’ αυτό η μουσική μπήκε τόσο βαθιά στη ζωή μου. Γιατί ο έρωτας και η μουσική έχουν κάτι κοινό. Έρχονται χωρίς να ζητούν άδεια και, όταν τελειώσουν, συνεχίζουν μέσα σου. Η ροκ μου έμαθε την ελευθερία, την αμφισβήτηση, τη χαρά να αφήνεις την κιθάρα να σπάει τις σιωπές. Να ακολουθείς έναν ρυθμό χωρίς να ξέρεις πού θα σε βγάλει. Να μη φοβάσαι το λάθος, γιατί πολλές φορές εκεί κρύβεται η ομορφιά. Και μαζί της, σε μια άλλη γωνιά της ίδιας μουσικής ζωής, ο Χατζιδάκις.

Υπάρχουν κομμάτια του που όταν τα ακούω νιώθω αθάνατος. Για λίγα λεπτά ο χρόνος χάνει τη δύναμή του. Και μπορώ να φανταστώ ακόμη και τον θάνατο με αυτή τη μουσική. Χωρίς φόβο, χωρίς σκοτάδι, χωρίς τις έτοιμες εξηγήσεις που έχουμε μάθει να κουβαλάμε. Σαν να κλείνει μια πόρτα και πίσω της να ανοίγει ένας άλλος τόπος. Μια άλλη ζωή, άγνωστη, αλλά καθόλου εχθρική.

Τότε καταλαβαίνω πως το άπειρο δεν είναι αριθμός.
Είναι η θάλασσα όταν κοιτάζεις τον ορίζοντα και το βλέμμα σου συνεχίζει πέρα από εκεί που μπορεί να φτάσει. Είναι ο ουρανός όταν νυχτώνει και τ’ αστέρια πολλαπλασιάζουν τον κόσμο αντί να τον τελειώνουν. Είναι ένας έρωτας που, ακόμη κι όταν τελειώσει, αφήνει μέσα σου κάτι που δεν τελειώνει.
Και κάπου ανάμεσα στο μηδέν και το άπειρο βρίσκεται όλη η ανθρώπινη περιπέτεια.

Το μηδέν είναι η αρχή. Η στιγμή που αδειάζεις από όσα περίσσεψαν και ξαναπιάνεις τη ζωή από την αρχή. Το άπειρο είναι όσα δεν κατάφερες να μετρήσεις ποτέ. Μια θάλασσα, ένας ουρανός, ένα βλέμμα, μια ανάμνηση, μια μουσική που επιστρέφει ύστερα από δεκαετίες και σε βρίσκει ακριβώς εκεί που σε είχε αφήσει.

Όλοι κινούμαστε ανάμεσα στα δύο.
Κάποιος μετράει τα χρόνια του. Κάποιος τις απουσίες. Κάποιος τα χρήματα. Κάποιος τις μέρες μέχρι να γυρίσει ένας αγαπημένος άνθρωπος. Μια μάνα μετράει τις ώρες μέχρι να χτυπήσει το τηλέφωνο. Ένας άνθρωπος που μεγάλωσε μετράει εκείνους που έμειναν. Ένας νέος μετράει όσα θέλει να προλάβει.

Και κάποια στιγμή όλοι αφήνουμε κάτω το μολύβι.
Γιατί τότε καταλαβαίνουμε πως οι σημαντικότεροι αριθμοί της ζωής δεν γράφονται πουθενά.
Δεν υπάρχει αριθμός για έναν έρωτα. Δεν υπάρχει μονάδα μέτρησης για μια απώλεια. Δεν υπάρχει ζυγαριά για μια ανάμνηση. Δεν υπάρχει τέλος για όσα εξακολουθούν να ζουν μέσα μας.
Υπάρχουν μόνο λέξεις.
Και ανάμεσά τους, εκεί ακριβώς όπου το μηδέν συναντά το άπειρο, υπάρχει ο άνθρωπος. Μικρός απέναντι στον ουρανό, απέραντος μέσα στη μνήμη του.

Να μη μας βρει η ζωή έχοντας ζήσει τη ζωή μας σαν να ήταν πρόβα. Να έχουμε γελάσει, να έχουμε αγαπήσει, να έχουμε ξενυχτήσει, να έχουμε ακούσει μουσική μέχρι να ξημερώσει. Να έχουμε αφήσει κάτι από τον εαυτό μας μέσα στις ζωές των άλλων.
Και τότε, ό,τι κι αν γράφει ο τελευταίος αριθμός, η ζωή θα έχει ήδη μετρήσει αλλιώς. 1+1= ∞

Κρατάμε τη θέση του ζεστή

Μια φορά τον μήνα, εδώ και πέντε χρόνια, καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι. Στην κεφαλή είναι η θέση του Λάκη. Η θέση μένει δική του. Την κρατάμε ζεστή.



Εκείνη τη μέρα, πάνω από το τραπέζι του μαγαζιού, στη θέση ενός πίνακα, μπαίνει η μεγάλη φωτογραφία του. Για όσο κρατάει το τραπέζι, ο Λάκης είναι εκεί, όπως πάντα. Και η κουβέντα συνεχίζεται γύρω του, με τις ιστορίες, τα πειράγματα και τα γέλια της παρέας.

Έφυγε πριν πέντε χρόνια. Η παρέα έμεινε. Ίδια πρόσωπα, ίδιες φωνές, οι ίδιες διαφωνίες που ανάβουν και σβήνουν μέσα στην κουβέντα. Και ανάμεσά μας μια θέση που έγινε κάτι περισσότερο από καρέκλα. Έγινε μνήμη.

Πέντε χρόνια τώρα, μια φορά τον μήνα, ο Λάκης βρίσκει τον τρόπο να επιστρέφει στην παρέα. Στις ιστορίες που θυμόμαστε, στα γέλια που ξεσπούν, στις κουβέντες που ακόμη τον χωράνε. Και φυσικά, στις ιστορίες μας υπάρχει πάντα και λίγη υπερβολή. Με τα χρόνια μεγαλώνουν, αλλάζουν λεπτομέρειες, αποκτούν καινούργιες εκδοχές. Ο Λάκης, αν μας βλέπει από κάπου, θα έχει μάλλον πολλές ενστάσεις.

Και η παρέα έχει ένα όνομα. «Οι Εντιμότατοι Φίλοι». Έτσι τους αποκαλούσα πριν από είκοσι χρόνια σε κείμενά μου στην εφημερίδα, χωρίς ονόματα, για τα κατορθώματα μιας ολιγομελους παρέας. Ο Λάκης ήταν ένας από αυτούς. Σήμερα ο τίτλος παραμένει. Και μαζί του παραμένει η παρέα.

Εξήντα τραπέζια μέχρι σήμερα. Εξήντα συναντήσεις όπου ο χρόνος κάθισε μαζί μας. Η ζωή προχωρούσε έξω από την πόρτα. Εμείς συνεχίζαμε να ανοίγουμε την ίδια πόρτα και να βρίσκουμε ο ένας τον άλλον.

Κοιτάζω γύρω μου τους ίδιους ανθρώπους και σκέφτομαι πόσα άλλαξαν μέσα σε αυτά τα χρόνια. Η κοινωνία, οι συνήθειες, οι λέξεις, η πολιτική. Άλλαξε ο τρόπος που μιλάμε, που ακούμε, που διαφωνούμε. Η πολιτική μετακινήθηκε από τις πλατείες στις οθόνες και από την κουβέντα στην εικόνα. Οι άνθρωποι έγιναν αριθμοί, ποσοστά, ακροατήρια.

Κι όμως, αυτό το τραπέζι άντεξε.
Εδώ ο καθένας παραμένει άνθρωπος. Με τη γνώμη του, τη ζωή του, τις απογοητεύσεις του, τις μικρές του χαρές. Εδώ η διαφωνία χωράει δίπλα στη φιλία. Μπορείς να θυμώσεις με τον άλλον και σε λίγο να του γεμίσεις το ποτήρι.

Κάποια στιγμή το βλέμμα θα πάει στην κεφαλή του τραπεζιού.
Εκεί είναι η θέση του.
Πέντε χρόνια τώρα. Εξήντα τραπέζια.
Μια θέση άδεια και γεμάτη μαζί.

Κι όμως, η θέση του δεν έμεινε ποτέ άδεια.
Έγινε η θέση που κρατάμε για έναν άνθρωπο που λείπει και συνεχίζει να υπάρχει ανάμεσά μας.

Ο Οκτώβρης προχωρά. Πέντε χρόνια πέρασαν. Η θέση του Λάκη παραμένει στην κεφαλή.
Σήμερα θα καθίσουμε πάλι γύρω της.
Θα γελάσουμε, θα θυμηθούμε, θα διαφωνήσουμε, θα σηκώσουμε τα ποτήρια. Και θα συνεχίσουμε.

Γιατί τελικά οι άνθρωποι που έφυγαν αφήνουν πίσω τους μια θέση. Οι ζωντανοί αποφασίζουν τι θα την κάνουν.

Εμείς δεν την αφήσαμε.

Την κρατάμε ζεστή.
Λιγότερα

Πέμπτη 1 Οκτωβρίου 2026

Μην κρύβεστε πίσω από τον Καποδίστρια


Πέντε χρόνια πριν, έγραφα πως δολοφονούμε τον Καποδίστρια για δεύτερη φορά.
Τότε συμπληρώνονταν 190 χρόνια από τη δολοφονία του. Σήμερα 195.
Και φοβάμαι πως συνεχίζουμε.

Στην Κέρκυρα, ο Καποδίστριας έχει γίνει τα τελευταία χρόνια σχεδόν πανταχού παρών. Εκδηλώσεις, ομιλίες, συνέδρια, ημερίδες, παρουσιάσεις, αφιερώματα, στεφάνια, φωτογραφίες, λόγοι επίσημοι και ανεπίσημοι. Θεσμοί, φορείς, σύλλογοι, οργανώσεις, όλοι θέλουν να πουν κάτι για τον μεγάλο Κερκυραίο.
Να τον τιμήσουμε. Και φυσικά πρέπει να τον τιμήσουμε.
Μόνο που κάποια στιγμή η τιμή αρχίζει να γίνεται υπερβολή και η μνήμη επικοινωνία.
Ο Καποδίστριας κινδυνεύει να γίνει περισσότερο μια καλή αφορμή για μια εκδήλωση παρά μια δύσκολη αφορμή για σκέψη.
Κι αυτό, για την Κέρκυρα, είναι κρίμα.
Γιατί ο Καποδίστριας δεν είναι απλώς ένας μεγάλος Κερκυραίος που μας ανήκει. Είναι ένας άνθρωπος που ξεπέρασε τα σύνορα του τόπου του και της εποχής του. Ένας πολιτικός που πέρασε από την ευρωπαϊκή διπλωματία στην πρώτη προσπάθεια συγκρότησης του ελληνικού κράτους.
Δεν χρειάζεται άλλον έναν λόγο.
Χρειάζεται έναν λόγο λιγότερο και μια σκέψη περισσότερο.
Κι εδώ η κερκυραϊκή υπερβολή συναντά μια πολύ μεγαλύτερη ελληνική συνήθεια.
Την αγάπη μας για τους μεγάλους νεκρούς.
Τους ανεβάζουμε σε βάθρα, τους σκεπάζουμε με στεφάνια, τους παραδίδουμε στους επίσημους λόγους και ύστερα τους επιστρέφουμε ασφαλείς στο παρελθόν.
Γιατί το παρελθόν είναι ασφαλές. Δεν ζητά λογαριασμό.
Ο Καποδίστριας όμως ζητά. Δεν κυβέρνησε για τη φωτογραφία. Δεν έζησε για την επικοινωνία. Πίστευε στους θεσμούς, στην παιδεία, στην οργάνωση, στην ευθύνη.
Και συγκρούστηκε. Αμφισβητήθηκε. Έκανε εχθρούς.
Γι’ αυτό παραμένει ζωντανός.
Δεν είναι πορτρέτο στον τοίχο. Είναι ερώτηση.
Τι κράτος θέλουμε;
Γιατί τον Καποδίστρια τον θυμόμαστε εύκολα. Το δύσκολο είναι να θυμόμαστε γιατί τον θυμόμαστε.
Να τον κάνουμε γνώση και όχι ντεκόρ.
Πολιτική σκέψη και όχι επετειακή υποχρέωση.
Παρόν και όχι μουσειακό αντικείμενο.
195 χρόνια μετά, λιγότερα στεφάνια. Περισσότερη ευθύνη. Λιγότεροι δεκάρικοι. Περισσότερο κράτος. Και λιγότερος Καποδίστριας στα χείλη.
Περισσότερος Καποδίστριας στον τρόπο που ζούμε, σχεδιάζουμε, αποφασίζουμε.
Γιατί τους μεγάλους νεκρούς δεν τους τιμάς κοιτάζοντας πίσω.
Τους τιμάς όταν τολμάς να πας εκεί που εκείνοι κοίταζαν.

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Η ζωή έχει άλλη γνώμη …

 


Κοινοποιήθηκε στους εξής: ΔημόσιαΔεν έχω καταλήξει αν έγινα περισσότερο αισιόδοξος ή περισσότερο απαισιόδοξος μεγαλώνοντας. Μάλλον έμαθα να μη χρειάζομαι καμία από τις δύο λέξεις.

Η ζωή έχει τον δικό της τρόπο να σε προσγειώνει. Σου παίρνει ανθρώπους, σχέδια, βεβαιότητες. Αλλάζει τους δρόμους που είχες χαράξει και σε αφήνει μπροστά σε μια πόρτα που δεν θυμάσαι να είχες ζητήσει.

Κι όμως, την ανοίγεις. Αυτό είναι το παράξενο. Ξέρει πως όλα περνούν και παρ’ όλα αυτά ερωτεύεται. Ξέρει πως ο χρόνος δεν χαρίζεται και επιμένεις να κάνει σχέδια. Ξέρει πως κάθε δρόμος κάποτε τελειώνει και συνεχίζεις να περπατάς.



Δεν περιμένω από τη ζωή να μου υποσχεθεί πως όλα θα πάνε καλά. Μου αρκεί που εξακολουθεί να μου δίνει λόγους να ανοίγω τα μάτια μου.
Ένα πρωινό με καθαρό ουρανό. Ένα τραγούδι που επιστρέφει ύστερα από χρόνια. Ένα βλέμμα. Μια θάλασσα που αλλάζει χρώμα χωρίς να ζητά τη γνώμη μας. Ένα τραπέζι με ανθρώπους που αγαπάς και μια κουβέντα που ξεφεύγει μέχρι τα ξημερώματα.
Αυτά είναι τα μεγάλα.

Κάπου εκεί καταλαβαίνεις πως το φως δεν χρειάζεται να νικήσει το σκοτάδι. Αρκεί να υπάρχει.
Γι’ αυτό μπορώ να κοιτάζω τα κεριά του Επιταφίου και να σκέφτομαι τις αναστάσιμες λαμπάδες. Η ίδια φλόγα είναι. Αλλάζει μόνο η στιγμή που την κοιτάζεις.

Και τότε η αισιοδοξία αποκτά άλλο νόημα. Δεν είναι να πιστεύεις πως όλα θα πάνε καλά. Είναι να βλέπεις καθαρά τι συμβαίνει και να αρνείσαι να γίνεις κυνικός. Να έχεις γνωρίσει τις ήττες από κοντά και να κρατάς μια θέση για το θαύμα. Να έχεις φάει τα μούτρα σου και να σηκώνεσαι χωρίς να ζητάς συγγνώμη .

Γιατί η ζωή δεν χρειάζεται να είναι δίκαιη για να είναι συναρπαστική.
Αρκεί να συμβαίνει.

Αν κάποτε ο κόσμος μας ζητήσει να διαλέξουμε ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι, θα κρατήσουμε ολόκληρη τη νύχτα και θα ψάξουμε μέσα της τη χαραμάδα. Γιατί εκεί αρχίζει η ελευθερία μας , εκεί που αποφασίζεις μόνος σου τι αξίζει να περιμένεις ακόμη.

Και όσο αναπνέουμε, αγαπάμε, θυμόμαστε, γελάμε, επιμένουμε, ξαναρχίζουμε, κάτι μέσα μας εξακολουθεί να λέει την πιο απλή και πιο δύσκολη λέξη.
Ναι.
Η ζωή.

Ποιος έρχεται;



Μου αρέσει η μοναξιά. Ένα δωμάτιο δικό μου, ένα βιβλίο ανοιχτό στο τραπέζι, λίγη μουσική και η σιωπή να κινείται ελεύθερα μέσα στο σπίτι.
Έμαθα να κατοικώ τις ώρες μου, με τον χρόνο να περνά δίπλα μου.



Υπάρχει μια παράξενη ομορφιά στο να είσαι μόνος. Να περπατάς χωρίς προορισμό, να κάθεσαι απέναντι στη θάλασσα, να αφήνεις μια σκέψη να ολοκληρωθεί χωρίς κανέναν να την διακόψει.

Κι όμως, κάποια βράδια όταν ακούγεται ένα κουδούνι στην πόρτα. Ένα τηλέφωνο αργά. Ένα «πού είσαι;» χωρίς δεύτερη σκέψη. Ένας άνθρωπος που κάθεται απέναντί σου και κοιτάζει μαζί σου τη βροχή, χωρίς να χρειάζεται να γεμίσει τη σιωπή, τότε η μοναξιά αποκτά απέναντί της μια άλλη πολυτέλεια.

Τον άνθρωπο που έρχεται επειδή θέλει. Σαν εκείνη τη γάτα που δεν χρειάζεται να τη φωνάξεις. Έρχεται όταν θέλει. Κάθεται δίπλα σου. Κι όταν φύγει, μένει στον χώρο η βεβαιότητα πως ο δρόμος της θα την ξαναφέρει.

Έτσι είναι οι αληθινοί άνθρωποι. Έχουν τη δική τους πόρτα, το δικό τους παράθυρο, τη δική τους θάλασσα. Κι όμως, κάποια στιγμή οι δρόμοι τους συναντιούνται.

Ο έρωτας μοιάζει με αυτό. Δύο ελευθερίες που πλησιάζουν χωρίς να μικραίνουν. Δύο κόσμοι που κρατούν το φως τους και μοιράζονται τη νύχτα.
Και η αγάπη θέλει εκείνη τη σπάνια γενναιοδωρία να χαίρεσαι όταν ο άλλος μεγαλώνει, όταν ανοίγει τους δικούς του δρόμους, όταν παραμένει ολόκληρος.

Ένα χέρι που ακουμπά το δικό σου χωρίς να το κρατά φυλακισμένο. Ένα σπίτι όπου η σιωπή έχει τη δική της θέση στο τραπέζι.
Μια ζωή που, όσο περνά ο καιρός, μοιάζει λιγότερο με κλειστό κύκλο και περισσότερο με δρόμο.

Κοιτάζω τον δρόμο.

Δεν ψάχνω την έξοδο.

Ψάχνω ποιος έρχεται...

ΕΙΚΟΣΙ ΤΡΙΑ


Έχω ένα παλιό χαρτί που ταξιδεύει μαζί μου περισσότερα από σαράντα χρόνια. Λίγες λέξεις, γραμμένες βιαστικά από έναν εικοσιτριάχρονο στρατιώτη στον Έβρο. Μια μικρή σελίδα που άντεξε τον χρόνο και κάθε τόσο επιστρέφει μπροστά μου.

Μαζί της επιστρέφει κι εκείνος ο νεαρός.



Ο Έβρος είχε τη σιωπή των τόπων όπου ο χρόνος αποκτά άλλο βάρος. Οι ώρες περνούσαν αργά και εγώ είχα βάλει ένα προσωπικό στοίχημα, να κρατήσω τον εαυτό μου όπως τον είχα φέρει μαζί μου.

Στον στρατό δεν μπήκα στη γλώσσα του στρατοπέδου. Τα αυτιά μου αυτενεργούσαν, άκουγαν επιλεκτικά. Οι βρισιές, οι στρατιωτικές εκφράσεις, εκείνο το «ψάρακας», το «στραβάδι», το «μαλάκα» και όλο το λεξιλόγιο της καθημερινότητας περνούσαν από δίπλα μου χωρίς να με αγγίζουν. Κρατούσα τις δικές μου λέξεις, τον δικό μου τρόπο να κοιτάζω.

Όταν έβγαινα με άδεια, οι φίλοι περίμεναν ιστορίες από τον στρατό. Εγώ είχα άλλα πράγματα να τους πω.
Έγραφα. Κάθε μέρα. Ασταμάτητα.

Εκατοντάδες σελίδες. Πρόσωπα, περιστατικά, κουβέντες, μικρές σκηνές που περνούσαν μπροστά μου και ζητούσαν να μείνουν. Ο δικός μου τρόπος να περνά ο χρόνος ήταν να τον καταγράφω.

Μια μέρα βρέθηκα, για πρώτη και τελευταία φορά, σε έναν οίκο ανοχής της Αλεξανδρούπολης. Ο φίλος μου είχε πληρώσει για να γαμήσει. Η υπόθεση τελείωσε σχεδόν πριν αρχίσει. Εγώ έμεινα στον χώρο αναμονής, από περιέργεια.

Μια γυναίκα εμφανίστηκε μπροστά μας και ύστερα άρχισε να περνά από δωμάτιο σε δωμάτιο. Τέσσερις άντρες, τέσσερις μικρές ιστορίες πίσω από κλειστές πόρτες. Παρατηρούσα τα πρόσωπα, τις κινήσεις, την αναμονή. Οι είσοδοι άνοιγαν και έκλειναν, οι άνθρωποι έμπαιναν και έβγαιναν, κι εγώ παρακολουθούσα έναν κόσμο άγνωστο σε μένα. Στα είκοσι τρία μου ήθελα να τον γνωρίσω.

Ανάμεσα σε όλες αυτές τις εικόνες, μια άλλη, στον ίδιο χώρο, έμεινε μέσα μου. Ένας βρώμικος, απωθητικός τύπος εμφανίστηκε μπροστά στην πουτάνα. Τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και του είπε απλά: «Κλείσαμε για απόψε».

Δεν χρειάστηκε άλλη κουβέντα. Είχε κάνει κι εκείνη τη δική της επιλογή. Αυτό με είχε ενθουσιάσει. Ακόμη και σε έναν χώρο όπου όλα έμοιαζαν να έχουν την τιμή τους, υπήρχε ένα «μέχρι εδώ».

Έφυγα από εκεί γεμάτος εικόνες. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα έναν τέτοιο κόσμο από τόσο κοντά και ήθελα να κρατήσω όσα είχα δει. Λίγο αργότερα βρέθηκα σε μια παραλία της Αλεξανδρούπολης. Ξάπλωσα στην άμμο, με τη θάλασσα μπροστά μου και τον αέρα στο πρόσωπο. Οι εικόνες της ημέρας ήταν ακόμη εκεί.

Πήρα ένα χαρτί. Και έγραψα.

«Ανάσκελα προσκέφαλο η άμμος
τα μάτια όπου και να κοιτάξουνε γαλάζιο
χίλια χρώματα ο Ήλιος μέσα από ένα δάκρυ φαίνεται
απαλή μουσική των κυμάτων ήχος
και ένα καράβι χάρτινο μου φαίνεται».

Τότε πίστευα πως έγραφα ένα ποίημα. Σήμερα βλέπω έναν νεαρό να αφήνει στη σελίδα τον τρόπο που έβλεπε τον κόσμο.

Πέρασαν περισσότερα από σαράντα χρόνια. Οι σελίδες πλήθυναν. Οι άνθρωποι άλλαξαν. Οι δρόμοι γέμισαν πρόσωπα. Η ζωή έφερε τις δικές της λέξεις.

Κι εγώ ακόμη ψάχνω εκείνες που έχουν ζήσει πριν μπουν στο χαρτί. Λέξεις που έχουν περπατήσει, αγαπήσει, θυμώσει, χάσει. Λέξεις που μπαίνουν σε μια πρόταση και αλλάζουν τον αέρα.

Από τότε κατάλαβα πως οι λέξεις που αξίζουν έχουν ζωή πίσω τους. Το ίδιο και οι άνθρωποι.
Γι’ αυτό θέλω ο καθένας να χωράει μέσα στη θέση του. Ο άνθρωπος της δίνει βάρος. Της δίνει ευθύνη. Της δίνει λόγο να υπάρχει.

Το προσωπικό μου στοίχημα στα είκοσι τρία, ήταν να φορέσω μια στολή χωρίς να φορέσω μαζί της έναν άλλον εαυτό.

Γ' αυτό επιστρέφω εκεί. Στον Έβρο. Στην άμμο. Στον νεαρό που ξάπλωσε δίπλα στη θάλασσα και πήρε ένα χαρτί για να γράψει.

Τότε δεν ήξερα πως εκείνες οι λίγες γραμμές θα με ακολουθούσαν μια ολόκληρη ζωή. Σήμερα ξέρω πως εκείνο το βράδυ δεν έγραψα απλώς ένα ποίημα.

Κράτησα τον εαυτό μου στα είκοσι τρία.

Πάμε

Υπάρχουν τραγούδια που δεν τα ακούμε. Μας ακούν εκείνα. Περιμένουν χρόνια σε μια γωνιά και όταν ξαναπαίξουν, ανοίγουν μια πόρτα που είχαμε ξ...