Υπάρχουν τραγούδια που δεν τα ακούμε. Μας ακούν εκείνα. Περιμένουν χρόνια σε μια γωνιά και όταν ξαναπαίξουν, ανοίγουν μια πόρτα που είχαμε ξεχάσει.
Έτσι έγινε χθες, ένα βράδυ ήσυχο, από εκείνα που μοιάζουν να μην έχουν τίποτε να πουν. Μια παλιά ροκ μελωδία, και κάτι αλλάζει. Λίγες νότες, και βρέθηκα ξανά σε μια εποχή που η μουσική δεν ήταν υπόκρουση της ζωής. Ήταν η ίδια η ζωή.
Θυμήθηκα δρόμους, πρόσωπα, νύχτες, κουβέντες που κράτησαν μέχρι το πρωί. Θυμήθηκα κι εκείνον τον εαυτό μου που άκουγε μουσική και ένιωθε πως κάτι μέσα του ξυπνούσε.
Αυτό κράτησα από εκείνα τα χρόνια. Τη διάθεση. Γιατί η ροκιά ποτέ δεν ήταν μόνο μουσική. Ήταν ένας τρόπος να στέκεσαι. Να λες τη γνώμη σου, να γελάς δυνατά, να ερωτεύεσαι χωρίς υποσημειώσεις, να διαφωνείς χωρίς να φοβάσαι πως θα χαλάσεις την εικόνα σου. Να κρατάς τη δική σου φωνή, ακόμη κι όταν γύρω σου όλοι ακολουθούν τον ίδιο ρυθμό.
Με τον καιρό αποκτούμε εμπειρία. Μαθαίνουμε τις διαδρομές, γνωρίζουμε τις δυσκολίες, αναγνωρίζουμε τους ανθρώπους από το πρώτο τους βλέμμα. Κι όμως, αξίζει να μείνει ανέγγιχτη η διάθεση να ζεις με τον δικό σου τρόπο. Να σηκώνεσαι από την καρέκλα, να ανοίγεις το ραδιόφωνο, να τηλεφωνείς σε έναν φίλο, να βγαίνεις για έναν καφέ, να γελάς με μια ανοησία, να λες μια κουβέντα που την αισθάνεσαι.
Κάπου εκεί βρίσκεται το δικό μου «Πάμε». Όχι σαν υπόσχεση για το αύριο. Σαν μικρή άρνηση να αφήσω τη μέρα να περάσει από πάνω μου χωρίς να την αγγίξω.Δεν χρειάζεται να αλλάξει η ζωή για να αλλάξει η διάθεση. Μερικές φορές αρκούν λίγες νότες.Και τότε θυμάσαι πως υπάρχουν πράγματα που δεν παραδίδονται. Η περιέργεια, το χιούμορ, η επιθυμία, η μουσική, η ανάγκη να σηκώσεις λίγο ψηλότερα το κεφάλι.
Αυτό είναι για μένα η αισιοδοξία. Να κρατάς αναμμένη τη δική σου λάμπα, ακόμη κι όταν ο κόσμος γύρω σου επιμένει στο γκρίζο.
Χθες, όταν τελείωσε η μουσική, δεν έβαλα τίποτε άλλο. Άφησα τη σιωπή να μείνει λίγο.
Και σκέφτηκα πως, όσο υπάρχει κάτι που ζητάει ακόμη να ακουστεί, η ιστορία συνεχίζεται.
Πάμε.




.jpeg)



