Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Πέρα από την καταγγελία

·

Κοινοποιήθηκε στους εξής: ΔημόσιΌταν πιάνω τον εαυτό μου να μένει για πολύ στην όχθη της άρνησης, γυρίζω πίσω. Όχι για να ξεχάσω όσα με βαραίνουν, αλλά για να ξαναβρώ το μέτρο. Γιατί η αδιάκοπη καταγγελία, ακόμη κι όταν είναι δίκαιη, κάποτε γίνεται ένας καθρέφτης που δείχνει μόνο σκοτάδι.Όταν πιάνω τον εαυτό μου να μένει για πολύ στην όχθη της άρνησης, γυρίζω πίσω. Όχι για να ξεχάσω όσα με βαραίνουν, αλλά για να ξαναβρώ το μέτρο. Γιατί η αδιάκοπη καταγγελία, ακόμη κι όταν είναι δίκαιη, κάποτε γίνεται ένας καθρέφτης που δείχνει μόνο σκοτάδΖούμε σε μια εποχή όπου η αγανάκτηση περισσεύει και η συνεννόηση σπανίζει. Συνηθίσαμε να αναζητούμε ενόχους και να μετράμε αποτυχίες. Μέσα στη φασαρία χάνουμε το σημαντικό. Κι αν ύστερα από τριάντα χρόνια επιμένουμε να θεωρούμε πως κάθε δήμαρχος απέτυχε, αξίζει να αναρωτηθούμε μήπως η αποτυχία δεν κατοικεί μόνο στα πρόσωπα. Το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο της αυτοδιοίκησης συχνά εγκλωβίζει τη δημιουργική πολιτική σε μια ατέρμονη διαχείριση της καθημερινότητας, πνίγοντας προσδοκίες και οράματα. Κι αυτό αφορά όλους μας. Αφορά τον τρόπο που συμμετέχουμε, που απαιτούμε, που συζητούμε για τον τόπο μας. Καμιά πόλη δεν αλλάζει μόνο με αποφάσεις γραφείων. Αλλάζει όταν οι πολίτες πιστέψουν ξανά ότι έχουν θέση, λόγο και ευθύνη στο κοινό μέλλον.

Κι όταν η σκέψη μου κινδυνεύει να εγκλωβιστεί στη μονοτονία της διάψευσης, στρέφω το βλέμμα στην άλλη Κέρκυρα. Σ’ εκείνη που δεν φωτογραφίζεται και δεν διεκδικεί τίτλους. Στη γυναίκα που, κουρασμένη από τη δουλειά, βρίσκει χρόνο να προσφέρει. Στον νέο που φυτεύει ένα δέντρο για μια σκιά που δεν θα χαρεί ο ίδιος. Στον άνθρωπο που δημιουργεί αθόρυβα και κρατά τα μπόσικα του τόπου χωρίς να ζητά εύσημα. Στις μικρές παρέες που καθαρίζουν μια ακτή, που οργανώνουν μια γιορτή της γειτονιάς, που επιμένουν να κρατούν ζωντανή την αίσθηση του «μαζί».



Εκεί, μέσα στη σιωπηλή αξιοπρέπεια της πράξης, βρίσκω ξανά την ελπίδα. Γιατί η λύση δεν θα έρθει από τον επόμενο καβγά ούτε από την επόμενη καταγγελία. Θα έρθει όταν αποφασίσουμε να μιλήσουμε περισσότερο για τους δρόμους της συνεργασίας και λιγότερο για τη βεβαιότητα της αποτυχίας.

Γυρίζω πίσω, λοιπόν. Στους ανθρώπους που ανάβουν ένα μικρό φως χωρίς να περιμένουν χειροκρότημα. Και κάθε φορά που το βλέπω να τρεμοπαίζει μέσα στο σκοτάδι, ξέρω πως δεν είναι όλα χαμένα. Ο τόπος εξακολουθεί να ανασαίνει. Κι όσο ανασαίνει, αξίζει να ελπίζω και να επιμένω.

Πάνω από τον μικρόκοσμό μας

Πολλές φορές, από αυτή τη γωνιά της εφημερίδας, έχω γράψει για τις μικρές και μεγάλες πληγές της Κέρκυρας. Για τους δρόμους που δεν χωρούν πια τους ανθρώπους τους, για το νερό που λιγοστεύει τα καλοκαίρια, για το φως που τρεμοσβήνει, για τα σκουπίδια που μένουν να μας θυμίζουν όσα αφήσαμε άλυτα.



Πίσω από καθεμιά από αυτές τις ελλείψεις διακρίνεται μια βαθύτερη ρωγμή: ο πειρασμός να κλειστούμε στον μικρόκοσμό μας, να υψώσουμε σύνορα εκεί όπου θα έπρεπε να χτίζουμε γέφυρες. Έτσι, ο πολιτισμός ασθμαίνει, η ύπαιθρος ερημώνει, το Βίδο και το Λαζαρέτο στέκουν ως βουβές υπενθυμίσεις δυνατοτήτων που αφήσαμε να μαραθούν, ενώ ο υπερτουρισμός πολλαπλασιάζει τις πιέσεις και βαθαίνει τις αντιθέσεις.

Η Κέρκυρα μοιάζει σήμερα να ζει μια σιωπηλή κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όχι μόνο στις υποδομές της, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε το κοινό μας πεπρωμένο.

Οι ευθύνες δεν είναι ίσες. Το μεγαλύτερο βάρος το φέρουν όσοι διοικούν και όφειλαν να σχεδιάσουν έγκαιρα το αύριο. Υπάρχει, όμως, και ένα χρέος που μας αφορά όλους. Ο δημόσιος χώρος δεν είναι το περίσσευμα που απομένει αφού ικανοποιηθούν οι επιδιώξεις του καθενός. Είναι το κοινό μας σπίτι. Κάθε αυθαίρετη κατάληψη, κάθε αδιαφορία για τον διπλανό, αφαιρεί κάτι από αυτό το σπίτι. Κι όταν ο κοινός τόπος μικραίνει, μικραίνουμε κι εμείς μαζί του.

Σήμερα δεν γράφω για να καταγγείλω ούτε για να αναζητήσω ενόχους. Γράφω για να καλέσω σε μια νέα συναίσθηση του κοινού μας χρέους. Μπροστά σε όσα δοκιμάζουν τον τόπο, δεν χωρούν χαρακώματα. Η φροντίδα της Κέρκυρας δεν είναι υπόθεση μιας παράταξης ή μιας αρχής. Είναι έργο όλων μας.

Και υπάρχει κάτι ακόμη που μας κρατά καθηλωμένους. Συχνά σκηνοθετούμε την πραγματικότητα για να μας χωρέσει. Μεγεθύνουμε μικρές αντιπαραθέσεις, βαφτίζουμε τα σοκάκια λεωφόρους και τις καθημερινές έριδες μείζονα γεγονότα, σαν να φοβόμαστε πως η γαλήνη και η αλήθεια του τόπου μας δεν αρκούν για να επιβεβαιώσουν την ύπαρξή μας.
Όμως το νησί δεν έχει ανάγκη από υπερβολές ούτε από τον θόρυβο της επαρχιακής ματαιοδοξίας. Έχει ανάγκη από καθαρό βλέμμα, κοινό μέτρο και από την ειρήνη που γεννιέται όταν παύουμε να πολεμάμε ο ένας τον άλλον και αποφασίζουμε να εργαστούμε μαζί για τον κοινό μας τόπο.

Η Κέρκυρα υπήρξε πάντοτε μεγαλύτερη από τις διαφορές μας. Ας σταθούμε, λοιπόν, στο ύψος της ιστορίας και της ομορφιάς της, υψώνοντας το βλέμμα πάνω από τον μικρόκοσμό μας. 

Το θρανίο των αγνώστων



Δεν μπήκα στο διαδίκτυο για να βρω έναν καθρέφτη. Μπήκα για να ανοίξω ένα παράθυρο. Να δω αν, πίσω από τις οθόνες, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που ρωτούν, αμφιβάλλουν, συγκινούνται. Άνθρωποι που δεν μετρούν τις λέξεις με likes, αλλά με τον απόηχο που αφήνουν μέσα τους.



Γράφω εδώ όχι για να φανώ, αλλά για να συναντηθώ. Να δοκιμάσω τις σκέψεις μου πάνω στις σκέψεις των άλλων, να αφήσω μια φράση να ταξιδέψει πιο μακριά απ’ όσο φτάνει η φωνή μου. Κάθε κείμενο είναι μια μικρή πράξη εμπιστοσύνης προς αγνώστους.

Εσύ, αλγόριθμε, απλώνεις μπροστά μου έναν χάρτη από προτιμήσεις, συνήθειες και επιθυμίες. Με διευκολύνεις, με ξαφνιάζεις, μερικές φορές με συγκινείς. Μα δεν με κατέχεις. Γιατί η καρδιά του ανθρώπου δεν έχει κωδικό. Χτυπάει άτακτα, θυμάται εκεί που δεν πρέπει, αγαπά εκεί που δεν το περίμενε. Δεν μπορείς να προβλέψεις το ουσιώδες: εκείνη τη στιγμή που μια άγνωστη λέξη γίνεται οικεία, που ένας ξένος μοιάζει ξαφνικά δικός σου.

Έτσι γνώρισα ανθρώπους που διάβασαν πίσω από τις γραμμές. Γνώρισα φίλες που μου φάνηκαν οικείες από την πρώτη κιόλας φράση, σαν να είχαμε κάποτε μοιραστεί το ίδιο θρανίο στο δημοτικό και να συνεχίζαμε σήμερα μια κουβέντα που είχε μείνει στη μέση.

Ξέρω τους κινδύνους: τη βιασύνη, την επιθετικότητα, την ψευδαίσθηση ότι η εγγύτητα χωρά σε μια οθόνη. Όμως δεν φεύγω. Γιατί ανάμεσα στον θόρυβο επιμένουν να ανθίζουν μικρές πολιτείες λόγου και τρυφερότητας, εκεί όπου η σκέψη βρίσκει ακόμη καταφύγιο.

Γι’ αυτό μένω. Για να γράφω, να αμφιβάλλω, να συναντώ. Και για να θυμάμαι πως, όσο κι αν οι μηχανές μαθαίνουν τις συνήθειές μας, η καρδιά του ανθρώπου θα παραμένει απρόβλεπτη, ελεύθερη και ανοιχτή σαν πόρτα που δεν κλειδώνει ποτέ.

Ο χρόνος με δυόσμο

Σήμερα θα σας κεράσω ένα μοχίτο διαφορετικό. Όχι για να δροσίσουμε το καλοκαίρι, αλλά για να σώσουμε λίγο χρόνο από τη μεγάλη σπατάλη των ημερών.



Γράφω μικρά κείμενα σαν φαναράκια στο παράθυρο. Γιατί η ζωή, όταν σκοτεινιάζει, δεν ζητά μεγάλες αλήθειες. Ζητά μια λέξη που να αντέχει, ένα βλέμμα που να περιμένει, ένα τραπέζι που να μη βιάζεται να αδειάσει.

Ο χρόνος που χαρίζουμε είναι ο μόνος που μας ανήκει. Εκείνος που κυλά αργά στα καφενεία, στα πεζούλια του Ιονίου, στις βεράντες όπου η κουβέντα αφήνει χώρο στη σιωπή. Είναι ο χρόνος του χασομεριού, της περιπλάνησης, της σχόλης. Ο χρόνος που κρατά ζωντανή τη μνήμη.

Τα καλοκαιρινά βράδια το ξέρουν καλά. Μια παλάμη που μένει λίγο παραπάνω πάνω στο τραπέζι, ένα λευκό φόρεμα που παίρνει ο αέρας, ένα βλέμμα που υπόσχεται χωρίς να μιλά. Έτσι γεννιούνται οι πιο τρυφερές μας ελπίδες.

Κάποτε όλα αλλάζουν. Η ζωή προχωρά μπροστά μας, κι εμείς ανακατεύουμε το πραγματικό με το ονειρικό, τη λύπη με την ελπίδα, όπως αναδεύεις απαλά τον δυόσμο για να μη χάσει το άρωμά του. Μαθαίνουμε να αντέχουμε όχι επειδή νικήσαμε το τραύμα, αλλά επειδή του δώσαμε θέση δίπλα στο φως.

Γι’ αυτό το σημερινό μοχίτο έχει τα δικά του υλικά:

60 σταγόνες μνήμης
30 ανάσες θαλασσινού αέρα
25 λέξεις ειπωμένες αργά
12 φύλλα ελπίδας
λίγη σόδα από γέλια αγαπημένων.

Αναδεύουμε απαλά, για να μη μελανιάσουν τα όνειρα. Προσθέτουμε γενναίες χούφτες άδειου χρόνου και γαρνίρουμε με μια μικρή σιωπή.

Και το πίνουμε αργά, με το βλέμμα στη θάλασσα, σαν την τελευταία σκηνή μιας παλιάς ταινίας. Κάπου στο βάθος ο Έρνεστ Χέμινγουεϊ χαμογελά κάτω από το λευκό του καπέλο, ενώ ένα λευκό φόρεμα χάνεται στο δειλινό. Γιατί το καλοκαίρι θυμάται πάντα εκείνους που τόλμησαν να αγαπήσουν χωρίς βιασύνη.

Στην υγειά σας

Η πολυτέλεια του αρκετού

Θυμάμαι μια εποχή που η πολυτέλεια δεν είχε σχέση με τις βιτρίνες. Ήταν ένα σπίτι ανοιχτό, ένα τραπέζι με φίλους, ένας καφές χωρίς βιασύνη, ένας χρόνος που δεν είχε ανάγκη να αποδειχθεί χρήσιμος. Ήταν όλα εκείνα τα μικρά πράγματα που δεν είχαν τιμή, αλλά είχαν αξία.



Σήμερα μάθαμε να ονομάζουμε πολυτέλεια ό,τι αποκτούμε και όχι ό,τι ζούμε. Μετράμε την επιτυχία με αντικείμενα, εικόνες, κατακτήσεις. Και κάπου μέσα σε αυτή την αδιάκοπη προσπάθεια να έχουμε περισσότερα, ξεχάσαμε να αναρωτηθούμε αν χρειαζόμαστε πραγματικά όλα αυτά που αποκτούμε.

Ο μινιμαλισμός δεν είναι η μόδα των άδειων χώρων ούτε μια αισθητική επιλογή. Είναι μια επιστροφή στο μέτρο. Στην παλιά σοφία που γνώριζαν οι άνθρωποι πριν από εμάς, ότι ο πλούτος δεν βρίσκεται στην ποσότητα, αλλά στη σχέση που έχουμε με όσα μας περιβάλλουν.

Στην εποχή της κλιματικής κρίσης, η ερώτηση γίνεται πιο επιτακτική. Δεν αφορά μόνο το περιβάλλον, αφορά τον τρόπο που υπάρχουμε. Κάθε πράγμα που αγοράζουμε έχει πίσω του μια αλυσίδα από πόρους, ενέργεια, ανθρώπινη εργασία. Έναν αόρατο κόσμο που συνήθως επιλέγουμε να μην βλέπουμε.

Δεν χρειάζεται να επιστρέψουμε στη στέρηση. Χρειάζεται να επιστρέψουμε στην ισορροπία. Να θυμηθούμε ότι η ανάπτυξη δεν μπορεί να είναι μόνο ένας αριθμός, αλλά και η ποιότητα της ζωής μας, ο χρόνος που έχουμε, ο αέρας που αναπνέουμε, ο τόπος που αφήνουμε στα παιδιά μας.

Η μεγαλύτερη φτώχεια του καιρού μας δεν είναι η έλλειψη. Είναι η αδυναμία να αναγνωρίσουμε το αρκετό.
Γιατί η πραγματική πολυτέλεια του μέλλοντος δεν θα είναι να έχουμε περισσότερα. Θα είναι να μπορούμε να ζούμε με λιγότερα, χωρίς να αισθανόμαστε ότι μας λείπει κάτι.

Γιατί στο τέλος, το πιο δύσκολο πράγμα στην εποχή μας δεν είναι να αποκτήσουμε κάτι ακόμη. Είναι να μάθουμε πότε έχουμε ήδη αρκετά.

Η φωτογραφία είναι της Noell Oszvald

Πέρα από την καταγγελία

· Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσι Όταν πιάνω τον εαυτό μου να μένει για πολύ στην όχθη της άρνησης, γυρίζω πίσω. Όχι για να ξεχάσω όσα με β...