Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Τα «θα»

Κάθε Σεπτέμβρη, η Θεσσαλονίκη φωτίζεται.


Οι εξέδρες στήνονται, τα μικρόφωνα ανοίγουν, οι αριθμοί μπαίνουν στη σειρά και το μέλλον παρουσιάζεται, για άλλη μια φορά, έτοιμο να έρθει.

Θα.

Θα γίνει.
Θα αλλάξει.
Θα αυξηθεί.
Θα μειωθεί.
Θα προχωρήσει.

Μια μικρή λέξη με τεράστιες αντοχές.
Και πάνω στις εξέδρες, ολόκληρη η νομενκλατούρα της εξουσίας στήνει την εξευτελιστική φιέστα της. Από κάτω, ένα πεινασμένο πλήθος περιμένει τα ψίχουλα, σαν ιθαγενείς που περιμένουν λίγη τροφή για να επιβιώσουν. Κι εκεί ψηλά, οι άρχοντες μοιράζουν την ελεημοσύνη τους με όλο τον φαρισαϊσμό της εξουσίας, παρουσιάζοντάς την σαν μεγάλη κοινωνική προσφορά.

Το «θα» κατοικεί πάντα λίγο πιο πέρα από το σήμερα. Σε έναν τόπο όπου όλα χωρούν και ο χρόνος αναλαμβάνει να τα τακτοποιήσει.

Κι εμείς ακούμε. Περιμένουμε.
Κάθε φορά λίγο ακόμη.

Κάπως έτσι περνούν τα χρόνια. Οι υποσχέσεις αλλάζουν, οι κυβερνήσεις αλλάζουν, οι λέξεις αλλάζουν. Η προσδοκία, όμως, μένει.
Και μαζί της μια παράξενη ανοχή.

Κάποτε η αγανάκτηση είχε δρόμο. Σήμερα χωράει συχνά σε μια οθόνη: μια ανάρτηση, ένα σχόλιο, μια καρδιά, λίγος θυμός κι ύστερα πάλι η καθημερινότητα.

Κι όσο περιμένουμε, η ζωή ζητά το δικό της τίμημα.
Λίγη αξιοπρέπεια εδώ. Λίγη ελπίδα εκεί. Μια υποχώρηση παρακάτω.
Μια ακόμη θυσία για εκείνο το αύριο που έρχεται διαρκώς, χωρίς ποτέ να φτάνει.

Οι αρχαίοι είχαν την Άρτεμή τους.

Εμείς που αυτήν την τύχη.

Καμία θεά να στείλει στη θέση μας το ιερό ελάφι.
Το ελάφι δεν ήρθε.
Κι έτσι συνεχίζουμε να θυσιάζουμε κάτι δικό μας, με την ελπίδα να κινηθεί ο στόλος.
Μα ο στόλος μένει δεμένος.
Και το καράβι δεν ξεκινά.

Και κάπου εδώ, οι μεγαλύτεροι ίσως θυμηθούν ένα παιδικό τραγούδι:

«Ήταν ένα μικρό καράβι…»Μικρό.
Αταξίδευτο.
Με τα πανιά έτοιμα και τους κάβους δεμένους.

Περιμένει τον ούριο άνεμο.
Κι εμείς μαζί του.
Χρόνια τώρα.

Τα «θα» ταξιδεύουν.

Το καράβι μένει στο λιμάνι.

ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ ΚΑΙ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΦΕΥΓΟΥΝ



Κάποια στιγμή αρχίζεις να αφαιρείς. Ο χώρος μέσα σου ζητάει ανάσα. Κουράστηκα από τις πολλές παρουσίες, τις ατελείωτες κουβέντες, την υποχρέωση να είμαι διαθέσιμος, να εξηγώ, να απαντώ, να κρατάω πόρτες μισάνοιχτες για ανθρώπους και καταστάσεις που είχαν ήδη τελειώσει μέσα μου. Κάποτε ήθελα να χωράνε όλα. Τώρα θέλω να χωράνε τα σωστά.



H αφαίρεση αρχίζει από τα απλά. Από πράγματα που έμειναν πάνω σε ράφια επειδή κάποτε σήμαιναν κάτι. Από συνήθειες που έγιναν δεύτερη φύση. Από κουβέντες που επαναλαμβάνονται χωρίς λόγο. Από σχέσεις που συνεχίζονται από συνήθεια και όχι από επιθυμία. Αφαιρείς και ξαφνικά ακούς καλύτερα τον εαυτό σου. Περίεργο πράγμα. Όσο λιγοστεύει ο θόρυβος γύρω σου, τόσο μεγαλώνει η φωνή μέσα σου.

Το πιο δύσκολο ήταν ο χρόνος. Γιατί ο χρόνος δεν επιστρέφεται. Τον δίνεις και τελείωσε. Έτσι άρχισα να τον προσέχω. Να διαλέγω πού θα πάει, με ποιους ανθρώπους θα τον μοιραστώ, ποιες κουβέντες αξίζουν μια ολόκληρη βραδιά και ποιες τελειώνουν σε πέντε λεπτά. Η ζωή απέκτησε ένα καινούργιο μέτρο. Η αξία μιας στιγμής.

Κάπως έτσι κατάλαβα και τη μνήμη. Η μνήμη ξέρει από αφαίρεση. Από μια ολόκληρη εποχή κρατάει μια μικρή σκηνή, ένα φως, μια μυρωδιά, μια φωνή, ένα χέρι, ένα τραγούδι. Και μέσα σε αυτή τη μικρή σκηνή χωράει ξανά ολόκληρος ο κόσμος. Αυτό κρατάει η μνήμη. Τα ουσιαστικά. Τα υπόλοιπα τα αφήνει να ξεθωριάσουν μόνα τους.

Το ίδιο συμβαίνει και με τις λέξεις. Το έμαθα γράφοντας. Μια λέξη περισσεύει, μια φράση βαραίνει, μια εικόνα ζητάει περισσότερο χώρο απ’ όσο της ανήκει. Την κόβεις. Πονάει λίγο, ειδικά όταν την αγαπάς. Ύστερα διαβάζεις ξανά το κείμενο και αναπνέει. Εκεί καταλαβαίνεις πως η αφαίρεση δεν μικραίνει τη ζωή. Της δίνει δύναμη.

Και κάπου εδώ μπαίνουν οι άνθρωποι. Εκεί η υπόθεση γίνεται πιο δύσκολη. Γιατί οι άνθρωποι έχουν ιστορία. Έχουν κοινές στιγμές, γέλια, καβγάδες, ταξίδια, τραπέζια, τηλεφωνήματα, φωτογραφίες. Έχουν ένα σωρό λόγους για να παραμένουν. Κι όμως, κάποια στιγμή βλέπεις καθαρά πως μια σχέση έκανε τον κύκλο της. Τότε χρειάζεται καθαρό βλέμμα και μια πόρτα που κλείνει ήσυχα. Χωρίς δράματα. Χωρίς δικαστήριο. Χωρίς πρακτικά συνεδρίασης. Η ζωή προχωράει.

Το ίδιο δικαίωμα έχεις και απέναντι στον εαυτό σου. Να αλλάξεις γνώμη. Να αλλάξεις δρόμο. Να πετάξεις μια παλιά βεβαιότητα και να κρατήσεις μια καινούργια. Να κοιτάξεις τον άνθρωπο που ήσουν πριν από δέκα χρόνια και να του πεις «ευχαριστώ για τη διαδρομή». Ύστερα να συνεχίσεις. Η ζωή έχει αρκετό δρόμο μπροστά της για να μένουμε πιστοί σε παλιές εκδοχές του εαυτού μας.

Κάποτε πίστευα πως μια όμορφη ζωή χρειάζεται τάξη. Τώρα προτιμώ το σπίτι από το ξενοδοχείο. Θέλω το παράθυρο ανοιχτό, τη μουσική λίγο πιο δυνατά, μια καρέκλα στραβά, ένα βιβλίο πάνω στο τραπέζι, ένα ποτήρι που έμεινε εκεί από χθες. Θέλω γέλιο, νεύρα, φίλους, έρωτα, βαρεμάρα, ξαφνικές αποφάσεις, έναν δρόμο που αλλάζει κατεύθυνση επειδή έτσι γούσταρε η μέρα. Η ζωή θέλει και λίγη αταξία. Αλλιώς γίνεται έκθεση. Κι εγώ προτιμώ να κατοικώ μέσα της.

Κοιτάζω λοιπόν σήμερα τι μένει και τι φεύγει. Φεύγει ο θόρυβος. Μένει η ουσία. Φεύγει η ανάγκη να εξηγώ τον εαυτό μου. Μένει η αλήθεια μου. Φεύγουν οι υποχρεωτικές παρουσίες. Μένουν οι άνθρωποι που μπορώ να έχω δίπλα μου ακόμη και μέσα στη σιωπή. Φεύγουν οι λέξεις που περισσεύουν. Μένουν εκείνες που έχουν κάτι να πουν. Φεύγει η ανάγκη να αρέσω σε όλους. Μένει η ανάγκη να μπορώ να κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και να τον αναγνωρίζω.

Και τελικά μένω κι εγώ. Λίγο πιο ελαφρύς, λίγο πιο άγριος, σίγουρα πιο δικός μου. Με τα λάθη μου, τις εμμονές μου, τις αδυναμίες μου, τις επιθυμίες μου και όσα ακόμη θέλω να ζήσω. Θέλω χώρο για το απρόβλεπτο, για το καινούργιο, για μια πόρτα που ανοίγει, για μια άλλη που κλείνει, για ένα τραγούδι που ξεκινάει δυνατά και σε σηκώνει από την καρέκλα.

Όσα φεύγουν ανοίγουν χώρο. Όσα μένουν αποκτούν αξία. Κι εκεί, μέσα σε αυτόν τον καινούργιο χώρο, βρίσκω ξανά τον εαυτό μου. Αυτός είμαι τώρα.

Κι αυτά που μένουν, Γεράσιμε, είναι τελικά τα δικά σου.

Μου φτάνουν



Μας έμαθαν να θέλουμε από μικρά παιδιά. Θέλεις αυτό; Θέλεις εκείνο; Κι όταν αποκτήσεις εκείνο, υπάρχει πάντα κάτι άλλο. Κάτι καλύτερο, πιο καινούργιο, πιο μεγάλο, πιο όμορφο.
Δεν τελειώνει ποτέ.
Γιατί, αν τελειώσει, τι θα πουλήσουμε μετά;



Η αγορά το έχει κάνει επιστήμη. Πρώτα σου δημιουργεί την ανάγκη και μετά σου πουλάει τη λύση. Η διαφήμιση σου λέει τι σου λείπει, η μόδα αποφασίζει πότε το περσινό σου ρούχο έγινε αρχαιολογία και η προσφορά σε πληροφορεί ότι έχεις ακριβώς τρεις ώρες για να σωθείς.

Και τρέχεις.
Αγοράζεις ακόμη και πράγματα που μέχρι χθες δεν ήξερες ότι υπάρχουν. Και το βράδυ τα κοιτάς και αισθάνεσαι εκείνη τη μικρή, γνώριμη απογοήτευση.
Δεν ήταν αυτό.
Ήταν το επόμενο.
Εδώ βρίσκεται το κόλπο.

Το ανικανοποίητο είναι ο τέλειος πελάτης. Δεν χρειάζεται να του πουλήσεις ευτυχία. Του πουλάς την υπόσχεση πως η ευτυχία βρίσκεται λίγο παρακάτω.

Έχεις ένα ωραίο σπίτι και θέλεις μεγαλύτερο. Έχεις ένα αυτοκίνητο που σε πηγαίνει μια χαρά και κοιτάς το επόμενο. Έχεις γεμάτη ντουλάπα και λες «δεν έχω τίποτα να φορέσω».
Πας διακοπές και πριν επιστρέψεις σκέφτεσαι πού θα πας του χρόνου.

Δεν ζούμε το τώρα.
Το χρησιμοποιούμε σαν αίθουσα αναμονής για το επόμενο.
Και το επόμενο έρχεται. Μόνο που μόλις έρθει, γίνεται κι αυτό τώρα. Και τότε θέλουμε άλλο.

Αγοράζουμε, καταναλώνουμε, βαριόμαστε, πετάμε και ξαναγοράζουμε.
Και ο πλανήτης πληρώνει το πάρτι.
Βουνά απορριμμάτων , πλαστικό στις θάλασσες, τρόφιμα στα σκουπίδια, νερό και ενέργεια που σπαταλιούνται για να αποκτήσουμε πράγματα που σύντομα θα βαρεθούμε.

Και κάπου στον ίδιο κόσμο ένα παιδί πεινάει. Ένα άλλο διψάει.
Κι εμείς ψάχνουμε την επόμενη προσφορά.

Δεν λέω να μη θέλουμε.
Θέλω κι εγώ να ταξιδεύω, να αλλάζω, να κάνω σχέδια, να αγοράζω κάτι επειδή πραγματικά μου αρέσει.
Δεν θέλω όμως να μου μετατρέπουν κάθε επιθυμία σε έλλειψη.
Θέλω να μπορώ κάποια στιγμή να κοιτάξω όσα έχω και να πω:

Μου φτάνουν.

Το σπίτι μου. Οι άνθρωποί μου. Ένας καφές. Μια θάλασσα. Μια καλή μέρα. Χωρίς αναβάθμιση.
Γιατί το τώρα δεν είναι αίθουσα αναμονής. Είναι η ζωή.
Και δεν σκοπεύω να την περάσω περιμένοντας το επόμενο μοντέλο.

ΟΧΙ.
Αυτό το παιχνίδι δεν το αγοράζω.
Μου φτάνουν. 

Πριν προλάβω να ζήσω

Κάποιες μέρες γίνονται τόσα πολλά, τόσο γρήγορα, που το βράδυ, όταν επιτέλους ησυχάσουν όλα, κάθεσαι και προσπαθείς να θυμηθείς τι έκανες. Και τίποτα δεν θυμάσαι.


Η μέρα ήταν γεμάτη. Τηλέφωνα, μηνύματα, δουλειές, συναντήσεις, μικρές υποχρεώσεις που η μία έσπρωχνε την άλλη και όλες μαζί έσπρωχναν εμάς. Τρέχαμε να προλάβουμε την επόμενη στιγμή και χάναμε αυτή που είχαμε μπροστά μας.



Κάπως έτσι έγινε η ζωή μας. Τόσο γρήγορη, που καμιά φορά αισθάνομαι πως η ημέρα περνάει από μπροστά μου σαν ένα τραγούδι που έχω ακούσει, αλλά δεν πρόλαβα ποτέ να ακούσω πραγματικά.

Και μέσα σ’ αυτή την ταχύτητα έχω αρχίσει να επιστρέφω, στο μολύβι. Το έπιασα στο χέρι μου και κατάλαβα πως είχα ξεχάσει τη διαδρομή. Το χέρι κάποτε ήξερε. Έγραφε αργά, άφηνε τα γράμματα να μεγαλώσουν πάνω στο χαρτί, έκανε τα λάθη του και προχωρούσε.

Τώρα τα δάχτυλα τρέχουν πάνω στα πλήκτρα. Οι λέξεις εμφανίζονται αμέσως και η σκέψη τρέχει να τις προλάβει.

Σε λίγο, έτσι όπως πάμε, θα γράφουμε με τα μάτια και θα σκεφτόμαστε με τον αντίχειρα. Και τα μαθηματικά θα δυσκολέψουν. Το ένα κι ένα μπορεί να γίνει έντεκα και θα φταίει κάποια αναβάθμιση.

Έχουμε κάνει την ταχύτητα τρόπο ζωής. Τρέχουμε ακόμη κι όταν δεν μας κυνηγάει κανείς. Βάζουμε πρόγραμμα στην ξεκούραση, υπενθύμιση για να θυμηθούμε πως πρέπει να χαλαρώσουμε και ξυπνητήρι για να προλάβουμε να κοιμηθούμε.

Κάποτε καθόμασταν και χαζεύαμε. Σήμερα, αν μας δεις να κοιτάμε για δύο λεπτά το ταβάνι, θα ψάξουμε αμέσως να βρούμε τι εφαρμογή μπορούμε να ανοίξουμε.

Η ζωή μας γέμισε τόσο πολύ, ώστε άρχισε να χωράει όλο και λιγότερη ζωή.

Θέλει ένα απόγευμα χωρίς πρόγραμμα. Έναν καφέ που θα τον πιεις αργά, επειδή η κουβέντα με τον άνθρωπο απέναντί σου είναι πιο σημαντική από οτιδήποτε άλλο έχεις να κάνεις. Έναν δρόμο που θα πάρεις χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, μόνο και μόνο επειδή σου άρεσε το φως εκείνη την ώρα.

Ο Μίλαν Κούντερα, στη «Βραδύτητα», συνέδεσε τη βραδύτητα με τη μνήμη και την ταχύτητα με τη λήθη. Όσο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο μου φαίνεται πως είχε δίκιο.

Μπορεί να μη μας λείπει ο χρόνος. Μπορεί να μας λείπει η παρουσία μας μέσα στον χρόνο.
Να είμαστε πραγματικά εκεί όταν μιλάμε με κάποιον. Να ακούμε ένα τραγούδι μέχρι το τέλος. Να αφήσουμε έναν καφέ να κρυώσει επειδή η κουβέντα ήταν τόσο ωραία, ώστε ξεχάσαμε να τον πιούμε. Να περάσουμε ένα απόγευμα χωρίς να το φωτογραφίσουμε, να το ανεβάσουμε, να το εξηγήσουμε σε κανέναν. Να το κρατήσουμε για εμάς.

Γι’ αυτό χρειάζεται πού και πού να κάνουμε κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν επαναστατικό. Να μην κάνουμε τίποτα.

Να καθίσουμε σε ένα τραπέζι και να αφήσουμε την κουβέντα να πάει όπου θέλει. Να περπατήσουμε χωρίς να κοιτάμε την ώρα. Να χαζέψουμε τη θάλασσα, έναν δρόμο, ένα πρόσωπο που αγαπάμε. Να αφήσουμε μια ώρα να φύγει χωρίς να της ζητήσουμε λογαριασμό.

Κι όταν το βράδυ γυρίσουμε σπίτι, μπορεί να μη θυμόμαστε όλα όσα κάναμε. Θα θυμόμαστε όμως εκείνο που μας έκανε να νιώσουμε πως ήμασταν πραγματικά παρόντες στη ζωή μας.

Τον χρόνο που δεν μετρήσαμε.Τον χρόνο που απλώς ζήσαμε.
Γιατί η ζωή δεν μας ζητάει να την προλάβουμε. Μας ζητάει να είμαστε εκεί όταν περνάει.

Να ζούμε τη στιγμή πριν γίνει ανάμνηση. Να είμαστε μέσα στη μέρα μας πριν τελειώσει.
Να προλάβουμε, πριν μας προλάβει η ζωή, να ζήσουμε.

Η ανορθόγραφη πλευρά της μνήμης


«Εσθάνομε ακόμι τιν μιροδιά τις πλαστελίνις, τον πρότον σχολικόν βιβλίον».

Ο Σπύρος Αλαμάνος το έγραψε έτσι. Ανορθόγραφα.
Γιατί η μνήμη δεν ξέρει από ορθογραφία. Δεν υπακούει σε κανόνες, δεν κρατάει αποστάσεις, δεν έρχεται όταν την καλέσεις. Έρχεται όπως της καπνίσει. Με μια μυρωδιά, ένα τραγούδι, μια παλιά φωτογραφία, ένα πρόσωπο που είχαμε χρόνια να θυμηθούμε και ξαφνικά βρίσκεται απέναντί μας, σαν να έφυγε μόλις χθες.

Για λίγα δευτερόλεπτα ξαναγινόμαστε εκείνοι που ήμασταν.


Πριν μάθουμε να φοβόμαστε.
Πριν αρχίσουμε να ζυγίζουμε τα λόγια μας, να μετράμε τις κινήσεις μας, τις απώλειες, τις πιθανότητες.
Πριν αποκτήσουμε εκείνη την περίφημη ωριμότητα που μας έμαθε να προσέχουμε τόσο πολύ, ώστε κάποτε να ξεχάσουμε να ζούμε.

Τότε δεν ξέραμε από φόβο. Ξέραμε από περιέργεια.
Ανοίγαμε πόρτες χωρίς να ξέρουμε τι υπήρχε από πίσω. Μπαίναμε σε δρόμους χωρίς χάρτη. Ερωτευόμασταν χωρίς εγγυήσεις. Κάναμε φίλους μέσα σε ένα απόγευμα και πιστεύαμε, χωρίς δεύτερη σκέψη, πως θα είναι φίλοι μας για πάντα.

Κι αν κάτι πήγαινε στραβά, κλαίγαμε, θυμώναμε, χτυπούσαμε καμιά πόρτα και την επόμενη μέρα βγαίναμε πάλι στον δρόμο.
Σαν να μπορούσαν όλα να ξαναρχίσουν.
Απλά πράγματα. Μεγάλα πράγματα.

Μεγαλώνοντας, βάλαμε τάξη στη ζωή μας. Ή τουλάχιστον έτσι νομίσαμε. Βάλαμε κουτάκια, προγράμματα, υποχρεώσεις, λογαριασμούς, «πρέπει» και «άσε το τώρα». Μάθαμε να φυλάμε το καλό για αργότερα. Να κρατάμε πάντα μια έξοδο κινδύνου ανοιχτή.

Μόνο που η ζωή έχει ένα παράξενο χιούμορ. Όσο περισσότερο προσπαθείς να την τακτοποιήσεις, τόσο περισσότερο σου ανακατεύει τα συρτάρια. Και κάπου, βαθιά μέσα σε ένα από αυτά, βρίσκεται ακόμη εκείνο το παιδί. Με τα μολύβια του. Με την πλαστελίνη του.
Με ένα καθαρό τετράδιο μπροστά του.

Δεν περιμένει να γυρίσουμε πίσω. Περιμένει να θυμηθούμε πως κάποτε το αύριο ήταν κάτι που περιμέναμε με ανυπομονησία και όχι κάτι που υπολογίζαμε με αγωνία.

Πως μπορούσαμε να χαρούμε χωρίς λόγο. Να φύγουμε χωρίς σχέδιο. Να αγαπήσουμε χωρίς να έχουμε πρώτα εξασφαλίσει την έξοδο κινδύνου.

Γιατί υπάρχουν πράγματα που η ζωή τα γράφει μια φορά και ύστερα τα αφήνει μέσα μας να μεγαλώνουν.
Μια φράση. Ένα τραγούδι. Ένα πρόσωπο. Μια μυρωδιά.

Και ξαφνικά, ύστερα από χρόνια, κάτι μέσα μας ξυπνάει.
Για να μας θυμίσει πως μπορούμε ακόμη να προχωρήσουμε.

Η ζωή δεν περιμένει να είμαστε έτοιμοι. Μας πιάνει από το χέρι και μας λέει: Πάμε. Κι εμείς πρέπει να σηκωθούμε.

Ο Αλαμάνος το έγραψε ανορθόγραφα. «Εσθάνομε ακόμι τιν μιροδιά τις πλαστελίνις...»
Κι εγώ θα το αφήσω έτσι.
Γιατί μερικά πράγματα, αν τα διορθώσεις, χάνουν την αλήθεια τους.

Παιδική.

Ανορθόγραφη.

Ζωντανή. 

Ο ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ ΔΕΝ ΗΡΘΕ ΑΚΟΜΗ...

Το ημερολόγιο λέει πως ήρθε. Ο καιρός διαφωνεί.


Έξω έχει καύσωνα, υγρασία και έναν λίβα που φυσάει, σαν να ξέφυγε από κάποιο καλοκαίρι της Μέσης Ανατολής και βρήκε τον δρόμο για το Ιόνιο.



Ο Αύγουστος του Κουβέιτ αρνείται να παραδώσει τη σκυτάλη.
Κι όμως, κάτι έχει ήδη μετακινηθεί μέσα μου.

Η 1η Σεπτεμβρίου έχει τη δική της μυρωδιά. Ένα ανεπαίσθητο άρωμα αλλαγής, ακόμη κι όταν ο ήλιος επιμένει.

Το φως χαμηλώνει λίγο νωρίτερα, το απόγευμα αποκτά μια βαθύτερη απόχρωση και η θάλασσα, κάτω από τον ίδιο καυτό ήλιο, μοιάζει ξαφνικά πιο ήσυχη.
Οι εποχές είναι πιστές στο ραντεβού τους.

Κάθε χρόνο αγοράζω σχολικά. Για μένα.
Ένα μικρό παιχνίδι με τον χρόνο. Μια προσπάθεια να κρατήσω ζωντανό εκείνο το παιδί που περιμένει ακόμη μια καινούργια αρχή.

Κάθε 1η Σεπτεμβρίου δοκιμάζω τις αισθήσεις μου.
Ένα στρώμα βελούδου έχει καθίσει πάνω σε ό,τι με περιβάλλει και σμιλεύει ό,τι αιχμηρό προηγήθηκε.

Ακόμη και η μοναξιά έχει αλλάξει υφή.
Έχει χρώματα, αρώματα, μνήμες. Και μέσα της, κάπου βαθιά, κατοικεί ο έρωτας.

Ο άλλος. Εκείνος που περνάει αθόρυβα από ένα βλέμμα, μένει πάνω σε ένα άρωμα και ύστερα ταξιδεύει μαζί σου μέχρι το βράδυ. Εκείνος που κρύβεται σε ένα άγγιγμα, σε μια ανάσα που πλησιάζει, σε δύο ανθρώπους που ξαφνικά ξεχνούν πως υπάρχει χρόνος.
Του ταιριάζει ο Σεπτέμβρης.
Έχει το χρώμα του χαμηλού ήλιου, τη μυρωδιά της θάλασσας, τη μελαγχολία ενός απογεύματος που μικραίνει και την προσμονή μιας νύχτας που μπορεί να φέρει κάτι απρόσμενο.

Κι εγώ θέλω να περιμένω. Ένα πρόσωπο. Ένα ταξίδι.
Ένα τραγούδι. Μια λέξη.

Ένα φιλί που θα έρθει την κατάλληλη στιγμή και θα κάνει όλο τον Σεπτέμβρη να μοιάζει ξαφνικά καλοκαίρι.
Γιατί η ζωή χρειάζεται ακόμη λίγη επιθυμία. Λίγη τρέλα. Λίγη φαντασία.

Κι ένα λευκό φύλλο για να γράψεις πάνω του όσα θέλεις να συμβούν.

Έξω ο λίβας συνεχίζει να φυσάει.
Ο Αύγουστος του Κουβέιτ κρατάει ακόμη την καρέκλα του.
Ας τον αφήσουμε.

Ο Σεπτέμβρης έχει χρόνο.
Κάπου ανάμεσα στη ζέστη και στη δροσιά, ανάμεσα στο καλοκαίρι που επιμένει και στο φθινόπωρο που περιμένει, θα βρει τον δρόμο του.

Κι εμείς μαζί του. Γιατί ο ουρανός μπορεί να γεμίσει σύννεφα.
Το γαλάζιο όμως το θυμάται. Κι αυτό μου φτάνει για να αρχίσω ξανά.

ΞΑΝΑ

Υπάρχουν νύχτες που γυρίζω σπίτι και αφήνω τα φώτα σβηστά. Κάθομαι λίγο μόνος, με τη μουσική χαμηλά, και αφήνω τη μέρα να φύγει από πάνω μου. Εκείνες τις ώρες οι σκέψεις βρίσκουν τον δικό τους δρόμο. Έρχονται πρόσωπα, κουβέντες, γέλια, μικρές στιγμές, που μέσα στην ημέρα χάνονται ανάμεσα στα πολλά.



Και έχει ένα φεγγάρι απόψε…

Άντε να γράψεις Αύγουστο και να ξημερώνει Σεπτέμβρης.
Ο Αύγουστος φεύγει πάντα λίγο πριν το καταλάβεις. Αφήνει πίσω του ζέστη στο δέρμα, αλάτι στα μαλλιά, νύχτες που κράτησαν περισσότερο απ’ όσο έπρεπε και εικόνες που θα επιστρέψουν όταν θα έχει αλλάξει ο καιρός.

Κι εγώ πάντα κρατάω κάτι για μετά. Μια κουβέντα, μια επιθυμία, ένα ταξίδι που δεν έγινε, ένα «πάμε στη Νέα Υόρκη» που έμεινε κάπου ανάμεσα στη σκέψη και στην πραγματικότητα.
Κάποια πράγματα συνεχίζουν να ζουν ακόμη κι όταν μένουν ανεκπλήρωτα. Απλώς περιμένουν.

Με τα χρόνια κατάλαβα πως ορισμένες επιθυμίες χρειάζονται χρόνο για να βρουν τη στιγμή τους. Και κάποιες επιστρέφουν όταν έχεις πάψει να τις περιμένεις.

Μια γυναίκα περνάει δίπλα σου. Το φόρεμά της ακολουθεί την κίνηση του σώματός της και το φως χαράζει για μια στιγμή τη μέση, τον γοφό, εκείνη την υπέροχη συνέχεια που κάνει το βλέμμα να καθυστερεί χωρίς να ζητήσει άδεια.

Κοιτάζω το φεγγάρι.
Τόσο στρογγυλό. Τόσο γεμάτο.
Η φύση ξέρει καλά τι κάνει.
Ένα φεγγάρι εκεί ψηλά και μια γυναικεία καμπύλη εδώ κάτω. Κι ανάμεσά τους ένας άνθρωπος που κοιτάζει και χαμογελάει.

Γιατί η ζωή έχει σώμα. Έχει δέρμα, ζέστη, άρωμα, επιθυμία. Έχει εκείνες τις στιγμές που κάτι μέσα σου ανεβάζει ένταση, σαν τραγούδι που ξαφνικά δυναμώνει στα ηχεία.
Χωρίς πρόγραμμα. Χωρίς προειδοποίηση.
Απλώς συμβαίνει.

Ο Αύγουστος ξέρει από τέτοιες στιγμές. Μένει σε μια μυρωδιά, σε ένα τραγούδι, σε ένα βλέμμα, σε μια νύχτα που θυμάσαι τον χειμώνα και χαμογελάς χωρίς να ξέρεις ακριβώς γιατί.

Από Σεπτέμβρη σε Σεπτέμβρη, τόσα χρόνια, βλέπω πως η ζωή έχει έναν παράξενο τρόπο να γυρίζει. Άνθρωποι, μέρη, σκέψεις, επιθυμίες. Κάθε φορά εμείς είμαστε λίγο διαφορετικοί και γι’ αυτό η επιστροφή μοιάζει καινούργια.
Το συναντάς μπροστά σου, σε μια άλλη εποχή, με άλλα μάτια και άλλη καρδιά. Η δεύτερη ματιά βλέπει συχνά όσα η πρώτη προσπέρασε.

Γι’ αυτό μου αρέσει η λέξη «ξανά». Έχει κίνηση, περιέργεια, ελπίδα και λίγο θράσος. Να γελάσεις, να ταξιδέψεις, να αφεθείς. Να κοιτάξεις έναν άνθρωπο και να νιώσεις εκείνο το μικρό ηλεκτρικό ρεύμα που σε κάνει να ξεχνάς την ώρα. Να αφήσεις μια νύχτα να αποφασίσει μόνη της πού θα σε πάει.

Ο Σεπτέμβρης έρχεται με τη δική του θερμοκρασία. Κι εγώ θέλω να τον αφήσω να με ξαφνιάσει.
Μπορεί να φύγει ο Αύγουστος. Μπορεί να φύγει το καλοκαίρι. Θα ξαναρθούν. Η ζωή έχει αυτό το καλό ελάττωμα, φεύγει και επιστρέφει όταν έχεις αρχίσει να την επιθυμείς.

Κοιτάζω το φεγγάρι. Ολόκληρο. Στρογγυλό. Και χαμογελάω.
Κάτω από αυτό το φως, η νύχτα έχει ακόμη δέρμα, άρωμα και θερμοκρασία. Κι ένα γυναικείο σώμα μπορεί να περάσει από δίπλα σου και να αφήσει πίσω του μια κίνηση που θυμίζει κύμα. Το βλέμμα την ακολουθεί για μια στιγμή, όσο χρειάζεται για να θυμηθείς πως η φύση, όταν θέλει να κάνει τέχνη, δεν χρησιμοποιεί χάρακα.

Κοιτάζω πάλι ψηλά.
Για μια νύχτα. Για ένα βλέμμα. Για ένα άγγιγμα. Για τη Νέα Υόρκη που δεν έγινε ακόμη. Για το καλοκαίρι που φεύγει. Για το καλοκαίρι που θα ξαναρθεί. Για ό,τι μέσα μας επιμένει να θέλει.
Ξανά.

Τα «θα»

Κάθε Σεπτέμβρη, η Θεσσαλονίκη φωτίζεται. Οι εξέδρες στήνονται, τα μικρόφωνα ανοίγουν, οι αριθμοί μπαίνουν στη σειρά και το μέλλον παρουσιάζε...