Κάποιες μέρες γίνονται τόσα πολλά, τόσο γρήγορα, που το βράδυ, όταν επιτέλους ησυχάσουν όλα, κάθεσαι και προσπαθείς να θυμηθείς τι έκανες. Και τίποτα δεν θυμάσαι.
Η μέρα ήταν γεμάτη. Τηλέφωνα, μηνύματα, δουλειές, συναντήσεις, μικρές υποχρεώσεις που η μία έσπρωχνε την άλλη και όλες μαζί έσπρωχναν εμάς. Τρέχαμε να προλάβουμε την επόμενη στιγμή και χάναμε αυτή που είχαμε μπροστά μας.
Κάπως έτσι έγινε η ζωή μας. Τόσο γρήγορη, που καμιά φορά αισθάνομαι πως η ημέρα περνάει από μπροστά μου σαν ένα τραγούδι που έχω ακούσει, αλλά δεν πρόλαβα ποτέ να ακούσω πραγματικά.
Και μέσα σ’ αυτή την ταχύτητα έχω αρχίσει να επιστρέφω, στο μολύβι. Το έπιασα στο χέρι μου και κατάλαβα πως είχα ξεχάσει τη διαδρομή. Το χέρι κάποτε ήξερε. Έγραφε αργά, άφηνε τα γράμματα να μεγαλώσουν πάνω στο χαρτί, έκανε τα λάθη του και προχωρούσε.
Τώρα τα δάχτυλα τρέχουν πάνω στα πλήκτρα. Οι λέξεις εμφανίζονται αμέσως και η σκέψη τρέχει να τις προλάβει.
Σε λίγο, έτσι όπως πάμε, θα γράφουμε με τα μάτια και θα σκεφτόμαστε με τον αντίχειρα. Και τα μαθηματικά θα δυσκολέψουν. Το ένα κι ένα μπορεί να γίνει έντεκα και θα φταίει κάποια αναβάθμιση.
Έχουμε κάνει την ταχύτητα τρόπο ζωής. Τρέχουμε ακόμη κι όταν δεν μας κυνηγάει κανείς. Βάζουμε πρόγραμμα στην ξεκούραση, υπενθύμιση για να θυμηθούμε πως πρέπει να χαλαρώσουμε και ξυπνητήρι για να προλάβουμε να κοιμηθούμε.
Κάποτε καθόμασταν και χαζεύαμε. Σήμερα, αν μας δεις να κοιτάμε για δύο λεπτά το ταβάνι, θα ψάξουμε αμέσως να βρούμε τι εφαρμογή μπορούμε να ανοίξουμε.
Η ζωή μας γέμισε τόσο πολύ, ώστε άρχισε να χωράει όλο και λιγότερη ζωή.
Θέλει ένα απόγευμα χωρίς πρόγραμμα. Έναν καφέ που θα τον πιεις αργά, επειδή η κουβέντα με τον άνθρωπο απέναντί σου είναι πιο σημαντική από οτιδήποτε άλλο έχεις να κάνεις. Έναν δρόμο που θα πάρεις χωρίς συγκεκριμένο προορισμό, μόνο και μόνο επειδή σου άρεσε το φως εκείνη την ώρα.
Ο Μίλαν Κούντερα, στη «Βραδύτητα», συνέδεσε τη βραδύτητα με τη μνήμη και την ταχύτητα με τη λήθη. Όσο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο μου φαίνεται πως είχε δίκιο.
Μπορεί να μη μας λείπει ο χρόνος. Μπορεί να μας λείπει η παρουσία μας μέσα στον χρόνο.
Να είμαστε πραγματικά εκεί όταν μιλάμε με κάποιον. Να ακούμε ένα τραγούδι μέχρι το τέλος. Να αφήσουμε έναν καφέ να κρυώσει επειδή η κουβέντα ήταν τόσο ωραία, ώστε ξεχάσαμε να τον πιούμε. Να περάσουμε ένα απόγευμα χωρίς να το φωτογραφίσουμε, να το ανεβάσουμε, να το εξηγήσουμε σε κανέναν. Να το κρατήσουμε για εμάς.
Γι’ αυτό χρειάζεται πού και πού να κάνουμε κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν επαναστατικό. Να μην κάνουμε τίποτα.
Να καθίσουμε σε ένα τραπέζι και να αφήσουμε την κουβέντα να πάει όπου θέλει. Να περπατήσουμε χωρίς να κοιτάμε την ώρα. Να χαζέψουμε τη θάλασσα, έναν δρόμο, ένα πρόσωπο που αγαπάμε. Να αφήσουμε μια ώρα να φύγει χωρίς να της ζητήσουμε λογαριασμό.
Κι όταν το βράδυ γυρίσουμε σπίτι, μπορεί να μη θυμόμαστε όλα όσα κάναμε. Θα θυμόμαστε όμως εκείνο που μας έκανε να νιώσουμε πως ήμασταν πραγματικά παρόντες στη ζωή μας.
Τον χρόνο που δεν μετρήσαμε.Τον χρόνο που απλώς ζήσαμε.
Γιατί η ζωή δεν μας ζητάει να την προλάβουμε. Μας ζητάει να είμαστε εκεί όταν περνάει.
Να ζούμε τη στιγμή πριν γίνει ανάμνηση. Να είμαστε μέσα στη μέρα μας πριν τελειώσει.
Να προλάβουμε, πριν μας προλάβει η ζωή, να ζήσουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου