Το κόκκινο που δεν τολμήσαμε να ζήσουμε




Πού είχαμε μείνει;
Η ερώτηση επιστρέφει κάθε φορά που διακόπτεται μια ιστορία, μια σχέση, μια ζωή. Ζητά επανεκκίνηση. Γιατί κανείς δεν θέλει να συνεχίσει από το σημείο της ρωγμής. Όλοι προτιμούμε την αυταπάτη της αφετηρίας, εκεί όπου τα όνειρα δεν έχουν ακόμη μάθει τη λέξη εφιάλτης.

Στην άκρη της Παραλίας των Ερμόνων, τα κόκκινα γκρεμά δεν είναι μεταφορά. Είναι κυριολεξία. Το πέτρωμά τους είναι κόκκινο, βαθύ, σιδερένιο, γεννημένο από φωτιά και χρόνο. Στέκουν σαν ανοιχτή μνήμη της γης, σαν σώμα που δεν ξέχασε ποτέ την καύση του. Όταν ο Φλεβάρης γέρνει πάνω τους, το κόκκινο πυκνώνει, γίνεται σχεδόν πορφυρό, σαν να κυλά ακόμη μέσα του αίμα αρχαίο.

Εκεί κατάλαβα πως δεν γράφουμε για να νικήσουμε την απώλεια. Γράφουμε για να της δώσουμε σχήμα. Να την κάνουμε πέτρα που αντέχεται, όχι θάλασσα που πνίγει. Σκάβουμε μέσα μας όπως η θάλασσα σκάβει τον βράχο, αργά, επίμονα, ώσπου να δημιουργηθεί μια εσοχή φωτός.

Τα χρώματα εκείνη τη μέρα είχαν μια παράξενη πειθαρχία. Η ώχρα του ουρανού αγκάλιαζε το αύριο, το γκρι δεν ήταν θλίψη αλλά βάθος, το λιλά της νοσταλγίας ανέβαινε σαν αχνός πάνω από την άμμο. Και το κόκκινο, παντού το κόκκινο, όχι ως απειλή αλλά ως μαρτυρία πως κάτι κάηκε και επέζησε.

Στάθηκα με ένα κοχύλι στο αυτί. Ο άνεμος σφύριζε μέσα του σαν παλιά φωνή. Αναρωτήθηκα, να σβήσω μια στιγμή για να σώσω μια ζωή; Μα οι στιγμές είναι οι φλέβες της ζωής. Αν τις κόψεις, αδειάζει.

Τα κόκκινα γκρεμά δεν ζητούν εξιλέωση. Ζητούν να τα κοιτάξεις χωρίς να χαμηλώσεις το βλέμμα. Όπως και τη ζωή. Δεν σώζεται με διαγραφές, σώζεται με παραδοχή. Και ίσως, κάποτε, με μια σιωπηλή συμφιλίωση με το χρώμα που κουβαλάς μέσα σου.

Γιατί στο τέλος δεν φοβόμαστε το κόκκινο του βράχου, φοβόμαστε το κόκκινο που δεν τολμήσαμε να ζήσουμε.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Εδώ στου δρόμου τα μισά

"…ω μα γιατί άφησα να μεγαλώσω, πώς ξεγελάστηκα…"

Αν ο Τσε είχε ασκήσει εξουσία τίποτα δεν θα ήταν σήμερα...