Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Οι άνθρωποι απέναντι



Υπάρχουν μέρες που η πραγματικότητα σε κοιτά κατάματα και σου αφαιρεί το δικαίωμα ακόμη και στην αυταπάτη της αισιοδοξίας. Όχι γιατί χάθηκε η ελπίδα, αλλά γιατί κουράστηκε να επιστρέφει εκεί όπου κανείς δεν την περιμένει πραγματικά. Ζούμε σε μια εποχή όπου η απογοήτευση δεν είναι πια προσωπική αδυναμία, αλλά σχεδόν κοινωνική υποχρέωση. Σαν να θεωρείται αφέλεια η πίστη και ωριμότητα η παραίτηση.



Κι όμως, μέσα σε αυτή τη φθορά, επιμένω να γράφω. Όχι γιατί πιστεύω πως οι λέξεις αλλάζουν τον κόσμο, αλλά γιατί χωρίς αυτές ο κόσμος γίνεται αφόρητα πιο φτωχός. Η γραφή δεν σώζει, δεν θεραπεύει, δεν ανασταίνει χαμένες βεβαιότητες. Μα καταγράφει. Και πολλές φορές, η καταγραφή είναι η τελευταία μορφή αντίστασης απέναντι στη λήθη και την ευκολία.

Μας έμαθαν να ζούμε ο ένας απέναντι στον άλλον. Να βλέπουμε τον διπλανό σαν ανταγωνιστή, τον συνάδελφο σαν απειλή, τον άγνωστο σαν ενόχληση. Η κοινωνία της συνύπαρξης αντικαταστάθηκε από την κοινωνία της επιβίωσης. Ο καθένας μόνος του, μετρώντας ήττες, λογαριασμούς και μικρές καθημερινές ταπεινώσεις. Οι άνθρωποι δεν συναντιούνται πια, απλώς διασταυρώνονται.

Η φτώχεια δεν φορά πια μόνο παλιά ρούχα. Κυκλοφορεί με κινητό τελευταίας γενιάς, με χαμόγελο αναγκαστικό και με μια μόνιμη αγωνία κρυμμένη πίσω από καθημερινές κουβέντες. Είναι ο άνθρωπος που δουλεύει και πάλι δεν φτάνει. Είναι ο νέος που φεύγει χωρίς να κοιτά πίσω. Είναι ο μεγαλύτερος που μένει, χαμηλώνει το βλέμμα και σωπαίνει, γιατί κάποτε κουράζεται και η αξιοπρέπεια να εξηγεί.

Και τότε επιστρέφουν οι στίχοι του Νίκου Καρούζου, σαν αλήθεια που δεν παλιώνει:
«Μην του μιλάτε είναι άνεργος
τα χέρια στις τσέπες του
σαν δυο χειροβομβίδες.
Μην του μιλάτε, δε μιλούν στους καθρέφτες».

Γιατί ο καθρέφτης δεν είναι ο άνεργος μόνο. Είναι ολόκληρη η κοινωνία μας. Είναι το πρόσωπο που αποφεύγουμε να κοιτάξουμε, γιατί μέσα του καθρεφτίζεται και η δική μας συνενοχή. Η ευκολία με την οποία συνηθίσαμε το άδικο. Η ταχύτητα με την οποία βαφτίσαμε «κανονικότητα» την παρακμή.

Συχνά σκέφτομαι πως γράφουμε όχι για να μας ακούσουν, αλλά για να μη συνηθίσουμε τη σιωπή. Για να μη συμφιλιωθούμε με τη φτήνια της εικόνας, με την ευκολία του θεάματος, με την τεμπελιά της αδιαφορίας. Για να θυμόμαστε πως ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να καταναλώνει φόβο, αλλά για να υπερασπίζεται νόημα.

Άνοιξη πάλι. Συννεφιασμένη, δύσκολη, αβέβαιη. Αλλά άνοιξη. Και αυτό από μόνο του είναι μια μικρή μορφή αντίστασης. Όπως η μουσική που επιμένει. Όπως μια αληθινή κουβέντα. Όπως η επιμονή να παραμένεις άνθρωπος, όταν όλα γύρω σου σε εκπαιδεύουν να γίνεις κάτι λιγότερο.

Η φωτογραφία για το βλέμμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δεν είμαι λέξη

Υπάρχουν στιγμές που η γλώσσα φτάνει μέχρι ένα όριο και μετά σταματά, όχι από αδυναμία αλλά από επίγνωση. Μέχρι εκεί μπορεί να παίξει, να στ...