Τετάρτη 27 Μαΐου 2020

Η μετριοφροσύνη δεν είναι για τους μέτριους

Το ξέρω, αλλά δε μπορώ με όρους τρέχουσας πολιτικής, να συντονιστώ. Είμαι από τους τελευταίους όμως,που υποστηρίζει ότι αυτό που υποσχεθήκαμε όταν κτίζαμε τα όνειρα μας, πρέπει απαρεγκλίτως να το υλοποιήσουμε. Πρέπει, αλλά ενώ στους σχεδιασμούς τα μολύβια επί χάρτου δεν συναντούν κανένα εμπόδιο, ύστερα που θα κληθούμε να κάνουμε τη μακέτα με μπετό και σίδηρο, κάτι το υπέδαφος που είναι σαθρό, κάτι οι καιρικές συνθήκες, κάτι οι γείτονες που αντιδρούν, κάτι οι Γερμανοί (για το τελευταίο πάντα θα πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη), τα μολύβια σταματούν να γράφουν λες και έπεσε λάδι στο χαρτί και η μακέτα των ονείρων μας… γίνεται μια μουτζούρα.
Δεν λέω, να σχεδιάζουμε, να ονειρευόμαστε, άλλωστε ζωή δίχως όνειρα είναι ζωή χαμένη. Εκείνο που λέω είναι την περίοδο των ονείρων και πριν αυτά γίνουν προγραμματικές δεσμεύσεις, να φερόμαστε σεμνά και ταπεινά. Δεν μας στοιχίζει τίποτα μπροστά από αυτά που θέλουμε να γίνουν πράξη, να προηγείται αυτό που δείχνει μετριοφροσύνη και ρεαλισμό συνάμα… «Θα προσπαθήσουμε».
Πρέπει να ξαναβρούμε τις λέξεις και επειδή η πολιτική δεν στηρίζεται από τη ζώνη των επιθυμιών αλλά από την Eυκλείδειο γεωμετρία, πρέπει να πατήσουμε σε λέξεις που θα στηρίζουν τα βήματά μας. Βήματα μικρά και σταθερά. Βήματα που θα υπηρετούν την αλήθεια.

δεν υπάρχει τίποτε άλλο από το τώρα

Υποθέτω ότι κάποιες στιγμές ράβονται στα μέτρα του καθενός μας, ποτέ δε ξεπερνούν το ένα αντίτυπο. Πρόκειται για ένα συνδυασμό, που όσοι προσπάθησαν να τον αποκρυπτογραφήσουν για να ξανανιώνουν τη μαγεία που κουβαλούν από από τα παιδικά τους χρόνια, απέτυχαν. Είναι η οπτική γωνία, πως φωτίζεται σε κείνο το χρόνο, σε κείνο τον τόπο, εκείνη την εποχή. Είναι το άρωμα που ποτέ δεν θα μπορέσουν οι διακεκριμένοι Γάλλοι αρωματοποιοί να αντιγράψουν. Και ευτυχώς!

“Δεν υπάρχει χρόνος περασμένος, δεν υπάρχει τίποτα άλλο από το τώρα και από ό,τι υπόλοιπο μένει. Κάθε στιγμή αθάνατος, κάθε λεπτό περιέχει το «για πάντα”. Θα μου πείτε γιατί σκαλίζω, αφού είναι γνωστό ότι όσο πιο πολύ σκάβεις, τόσο περισσότερο πλησιάζεις στο σημείο που ανταλλάσσεις την ύπαρξη με την ανυπαρξία. Είναι όπως όταν κοιτάζεις ψηλά τον έναστρο ουρανό και νοιώθεις για ένα δευτερόλεπτο ελάχιστος και το αμέσως επόμενο τεράστιος και ευλογημένος που είσαι εκεί και με τα πελώρια χέρια σου κάνεις μια αγκαλιά τ΄ αστέρια.

Έχουν σωπάσει τα πουλιά

Ξαναδιαβάζοντας το παρελθόν δεν επιχειρώ να το εξωραΐσω, άλλωστε αυτή η συναναστροφή μαζί του, σε φέρνει σε επαφή με τα πεθαμένα, στην παρούσα φάση όμως, εκθέτοντας τους φόβους μου προσπαθώ να δώσω το ανάλογο σχήμα στο παρόν μου.
“Η θάλασσα άνθισε
Μπλέκομαι στα όνειρα της
Περιμένω
Μην αργείς
Πνίγομαι μαζί τους ” γράφει ο Σπύρος Σίγμα.
Μπορεί εκείνα τα παιδικά καλοκαίρια να μεταγγίζουν δυνάμεις, δημιουργούν όμως και ένα πρόσθετο βάρος που ανακόπτει τη χαρά και φυλακίζει τα όνειρα.
Σας το γράφω κομψά γιατί το τέλος πονάει, είτε ήρεμα γίνει είτε με συγκρούσεις.
«Εκ του αποτελέσματος θα μετρήσουμε τις αγάπες μας;» αναρωτιέται η κυρία που ομορφαίνει τα τραγούδια, «Δεν πολυσυμφέρει. Οι ισολογισμοί μπατάρουν. Όσο άσχημα και να τελειώσει κάτι, ξεχνάει κανείς την υπέρτατη τρέλα του ξεκινήματος, την απίστευτη φόρα, εκείνο το μαγικό χαλί που σε αρπάζει και σε τριγυρνάει στον ουρανό της ουτοπίας σου; Οι αρχές έχουν πάντα μια άλλη χαρά και δύναμη, έχουν το ακαταλόγιστο, εδώ που τα λέμε». Ενώ το τέλος… Το τέλος πονάει.
Φιλολογούμε και αγωνιούμε για διάρκειες που δεν είναι εφικτές. Αν δεν το καταλάβουμε απλά ρίχνουμε σταχτή στα μάτια μας.
Δεν είναι εύκολο να μπεις στο όνειρο του άλλου, δεν είναι σίγουρο ότι ο άλλος θα σε καταλάβει. Σχέσεις σαν τραύμα διαμπερές. Κύκλοι επάλληλοι, πόνος, χαρά, λύπη, ενθουσιασμός, ενοχές επιθετικότητα, είμαι – είσαι… Το ξέρω δεν υπάρχει ισότητα στην αγάπη όμως και η ανισότητα δημιουργεί παράπονα. Και αν πιάσει η νύχτα, εκεί γύρω στα μεσάνυχτα, η φωνή της Κυρίας γίνεται ακόμα πιο βαριά και τα παράπονα μας πνίγουν...
“Τα μεσάνυχτα που σμίγουνε οι ώρες, οι άνθρωποι κρύβονται στον ύπνο τους. Έξω κυκλοφορούν μόνο οι αλήτες, τα αδέσποτα και τα όνειρα, με τα χέρια στις τσέπες σε μια βόλτα χωρίς άγχος, αφού τέτοια ώρα ακόμα και τα πουλιά σωπαίνουν.
Αν οι καμπάνες της αγάπης έχουν σημάνει χωρισμό, τότε είναι αλήθεια πως παρατηρείται ένα μποτιλιάρισμα από παράπονα στον ουρανό, ενώ τα διανυκτερεύοντα περίπτερα ξεμένουν από τσιγάρα. Τα μεσάνυχτα που σμίγουνε οι ώρες οι προδομένες αγάπες πάνε στην κόλαση.”
.................................................
Και εκεί που είσαι έτοιμος να κτυπήσεις το κεφάλι σου στον τοίχο, έρχονται δυο στάλες λέξεις όπως οι παραπάνω και ξαφνικά καταλαβαίνεις γιατί σε σε κάθε λίμνη, ολόκληρη, η σελήνη λάμπει. Λάμπει γιατί ζει ψηλά.
Μισή ώρα πριν, αν οι δρόμο είχαν συνεννοηθεί και οι παράλληλοι, προσποιούνταν ότι τέμνονται, θα είχα ξεφορτωθεί, αυτό το βάρος. Μισή ώρα πριν. Και μόνο μια λέξη.

“Πάντα γελαστοί και γελασμένοι…

Το θυμήθηκα αυτές τις μέρες, μαζί με το δρόμο που δεν περπάτησα, το μυθιστόρημα που δεν έγραψα, όλες τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, που ποτέ δεν ήμουνα με τους νικητές (με τις προτελευταίες που ήμουν, καλύτερα να μην ήμουν) και με εκείνο τον κόσμο που ονειρεύτηκα και ποτέ δεν άλλαξε…
Τι να πεις… όταν ο άλλος ερωτά και απαντά, όταν ενώ ακόμα ψάχνει τον εαυτό του, μπορεί να γνωρίζει τι κρύβει ο άλλος στη ψυχή του, όταν βαφτίζει με άλλες λέξεις την πραγματικότητα προσπαθώντας να την αποφύγει, σιωπάς… Και ακούς ευλαβικά την κυρία που παίζει δημιουργικά με τους τίτλους των τραγουδιών.
«Μια πόλη χτίσαμε μαζί κι ακόμα ζω στο νοίκι.” Μεγάλη κουβέντα. Και ακόμα μεγαλύτερη εκείνο το “πάντα γελαστοί και γελασμένοι” οι φίλοι του Χάρου. Αυτός είναι ο ορισμός του ωραίου θανάτου. Γελασμένοι να φύγουμε. Τα έξυπνα πουλιά ας μείνουν να πετούν πάνω από τα χαλάσματα, ας φτιάξουν πάλι εξάδυμους πύργους και σιδερένια χαμόγελα.
Εμείς θέλουμε να πεθάνουμε στον ίσκιο ενός ονείρου, στην άκρη μιας ιδέας, στην αγκαλιά μιας λυτρωτικής ψευδαίσθησης. Γελασμένοι, κοροϊδεμένοι, γοητευμένοι από ένα θαύμα που δεν καταφέραμε».
Στο κυνήγι για ακόμα ένα θαύμα, που πάλι δεν θα καταφέρουμε, γιατί ποτέ δεν πιστέψαμε στα θαύματα, αντίθετα δώσαμε όλο μας το είναι σ’ αυτή την πανέμορφη διαδρομή. Και προχωράμε και προχωράμε... για να μην φτάσουμε ποτέ...

Παρασκευή 22 Μαΐου 2020

Ναι η ζωή

Ένας τόπος, ένα άρωμα, ένας αέρας, ένας ουρανός... και όσο ακόμα ψάχνω να βρω τι ήταν εκείνο που πυροδότησε τη μνήμη αυτή τη στιγμή, σε χρόνο ανύποπτο, να μου φανερώσει εκείνη τη στιγμή, εκείνη την παιδική εικόνα, εκείνη τη παιδική χαρά, θα το επαναφέρω. Κάποιος αναγνώστης μπορεί να προσθέσει το κάτι παραπάνω...
Το «Για Πάντα», μπορεί να απαγορεύεται στους ανθρώπους, το δικό μας εφήμερο όμως έχει κάτι απ’ τους ημίθεους και διαθέτει έναν ηρωισμό… “να χτίζεις στην άμμο σαν να ’ναι στην πέτρα.” Να υπόσχεσαι για πάντα, με την σιγουριά ότι θα το υποστηρίξεις και πέρα από τη ζωή.
Εκεί που νοιώθω ότι στερεύω πάλι γεμίζω. Όσο μεγαλώνω, το ελάχιστο γίνεται αρκετό. Η μνήμη φιλτράρει τα γεγονότα μέσα από τις αισθήσεις, και έρχονται όλα μαγικά να σου φανερώσουν τη διάθεση της στιγμής, τους φόβους, τις αγωνίες, τη μουσική, τα αρώματα, τα μαύρα σύννεφα εκείνης της ημέρας, που ακόμα δεν είμαι βέβαιος αν σκέπαζαν τον ουρανό της πλατείας των "Γιαννάδων" , ή ήταν στον ουρανό της Άγριας Δύσης του «Μικρού Ήρωα ».
Νιώθεις ότι όλα είναι εκεί, πριν και μετά από σένα. Νοιώθεις ότι το «Για πάντα» και να θέλεις δεν μπορείς να το προδώσεις και ας γνωρίζεις ότι σίγα σιγά τελειώνει. Τελειώνει το γεγονός, είσαι στο «μετά» και στο πάντα. Και είσαι βέβαιος ότι κάποια στιγμή θα έρθει σαν αέρας να σου φανερωθεί. Μπορεί να είναι στο Παρίσι, που είχες σχεδιάσει, ή στη Ρώμη, μπορεί και εδώ κοντά απέναντι, χειμώνα. Σε ένα μπαρ που δεν πήγες, ή μια βραδιά με πανσέληνο, να επανορθώσεις για εκείνη που έχασες. Το «για πάντα» ξεπερνάει τα συμβατικά χρονικά όρια μιας ζωής, περνάει στην αθανασία.
«Τα μόνα πράγματα που αντέχουν
στον χρόνο είναι εκείνα που δεν υπήρξαν ποτέ», ισχυρίζεται στις «Αιωνιότητες» ο Μπόρχες , αλλ’ όμως αντέχουν και στο χρόνο, όσα δεν πουλήθηκαν και δεν αγοράστηκαν ποτέ: ο ουρανός, η θάλασσα, το φεγγάρι, ο ήλιος, ο έρωτας, το ποίημα, η επίγνωση, η ελπίδα, η μοναξιά, η ζωή. Ναι η ζωή.

Πως να τους αντιμετωπίσεις;

Η πραγματικότητα έχει μερικές φορές τόσο καλές ιδέες, που αρκεί να γράψεις αυτά που σου υπαγορεύει. Άρχισα να μελετάω τον “ οδηγό επιβίωσης για έναν αδιάκριτο κόσμο” έψαξα τις ασφαλιστικές δικλίδες, γιατί κάποιοι ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν περισσότερα για τον εαυτό μου απ ΄ ό,τι εγώ ο ίδιος.
Έζησα παιδί τη χούντα και στα μάτια μου αποτυπώθηκε ο φασισμός χωρίς προσωπεία, ένας φασισμός που μου απαγόρευε να ακούω μουσική Θεοδωράκη, που μου έλεγε τις ειδήσεις ανάποδα, αλλά εγώ μπορούσα να τις αντιστρέφω και να μαθαίνω την αλήθειά. Έζησα ένα φασισμό που σκότωνε εν ψυχρώ, ήξερα όμως τον απέναντι, με προκαλούσε και με οχύρωνε. Με έκανε να λειτουργώ ενωτικά με συσπείρωνε.
Σήμερα νοιώθω το φασισμό να με τυλίγει. Ένας πολυδιάστατος φασισμός, χοροπηδάει σε κάθε μας βήμα. Τον συναντάω με τη μορφή του προοδευτικούλη, που μου ανεμίζει το λάβαρο της δημοκρατίας. Τον συναντάω στη δουλειά μου, στο λεωφορείο, στην εφορία, στο γήπεδο, στο σχολείο, στο κόμμα, στην εκκλησία, στο σούπερ μάρκετ, στην τηλεόραση, στον υπολογιστή, στο κινητό, δίπλα μου.
Νόμισα πως τον νίκησα, γελάστηκα. Η χούντα, άλλα και οι σημερινοί δηλωμένοι οπαδοί της, είναι αστεία υπόθεση μπροστά στο φασισμό με τα χίλια πρόσωπα. Έχετε αντικρίσει εκείνο το ιδιαίτερα απεχθές της δήθεν πληροφόρησης; Μικροί Γκεμπελίσκοι, επικίνδυνοι δικτατορίσκοι, εκτελώντας διατεταγμένη υπηρεσία, δηλητηριάζουν τη ζωή μας, προσπαθώντας να παρουσιάσουν την υστερία για πρόοδο και το προσωπικό για γενικό.
Πως να τους αντιμετωπίσεις; Σκορπίζουνε οι άνθρωποι και βρίσκονται να κάνουν άλλα, αντί άλλων, παρέα με ανθρώπους αδιάφορους, με έρωτες ευκαιριακούς, με γάμους συμβατικούς και δουλειά μονάχα για το καρβέλι. Μοναδική ελπίδα εκείνος ο κρυμμένος επαναστάτης, που υποπτεύομαι ότι κάπου θα υπάρχει.

Για μια μικρή μερίδα εργασίας

Όταν το έγραψα είχε μόλις ξεκινήσει, νομίσαμε ότι ήταν μέρος των μνημονίων , σήμερα έχει παγιωθεί «Γεμίσαμε
πενταμηνίτες !»
Νέοι άνθρωποι πτυχιούχοι, στην ουρά για ένα κομμάτι ψωμί. Άνεργοι και με την βούλα, στην υπηρεσία ενός άθλιου συστήματος, που τους χρησιμοποιεί για να μειωθούν τα υψηλά ποσοστά της ανεργίας. Κατοχική εικόνα συσσιτίου. Στην ουρά για μια μικρή μερίδα εργασίας, όπως ένα πιάτο φαΐ.
Όσο όμως και να αλλοιωθούν τα νούμερα, το βλέμμα, η αγωνία, η απελπισία, η αγανάκτηση, ο πόνος, ο φόβος πώς να κρυφτεί; Οι προσλήψεις αυτού του τύπου, δυστυχώς προετοιμάζουν το έδαφος για την επόμενη μέρα

.
Ο Άνεργος δεν είναι ένα άτομο που έχει χάσει τη δουλειά του. Είναι ένα άτομο που έχει χάσει την ταυτότητά του. Έχει χάσει το χρόνο και τον τόπο, την οικογένειά του, τη ζωή, τον εαυτό του. Έχει χάσει την αυτοεκτίμηση, τον αυτοσεβασμό, την αξιοπρέπειά του.
Ένας άνεργος δεν είναι κάποιος που ψάχνει για δουλειά, είναι κάποιος που ψάχνει για στηρίγματα επιβίωσης. Γι αυτό λοιπόν αυτές τις ώρες, ας δείξουμε το δέοντα σεβασμό απέναντι σε ανθρώπους που έχουν ανάγκη, βοηθώντας με όποιο τρόπο μπορούμε, σε μια προσπάθεια να απαλύνουμε τον πόνο, που δημιουργεί ο εκφυλισμός του συστήματος.
Τα χρόνια της προετοιμασίας, μας οδήγησαν στο μονόδρομο της αποθέωσης του χρήματος. Σήμερα με τα ίδια μέτρα μας μετρούν. Με τα ίδια μεγέθη, πέρα από ανάγκες, πέρα από αισθήματα πέρα από αξίες.
Οι συμβάσεις των λίγων μηνών, πεντάμηνες τρίμηνες οκτάμηνες, προκαλούν θλίψη. Και προκαλούν θλίψη για όλον αυτόν τον κόσμο που βιώνει την ανεργία και έχει την ψευδαίσθηση, πως δουλεύει. Στην επόμενη στροφή θα το συνειδητοποιήσουν. Και πάλι άνεργοι

Η ζωή έχει ρυτίδες και δρόμους

Από τη μια η ζωή περνά μέσα από τις λέξεις, από την άλλη περιμένει έξω από αυτές. Η πρώτη θέλει σκέψη, η δεύτερη θέλει να τη ζήσεις. Η πρώτη...