Παρασκευή 30 Μαΐου 2008

Μαζί τους ακόμα και στο άδικο




Μέρες πολέμου, και στη Λευκίμμη, ΜΑΤ δακρυγόνα, συμπλοκές, τραυματισμοί, οργή και αγανάκτηση των κατοίκων της Νότιας Κέρκυρας για να αποτρέψουν την δημιουργία ΧΥΤΑ στην περιοχή τους. Μαζί τους είμαι, ακόμα και στο άδικο. Η ιστορία δεν τους δίνει καμία εγγύηση, η κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στο «Τεμπλόνι» αρκεί, για να τους ξεσηκώσει. Γνωρίζω τις ενστάσεις τους για τον χώρο, όπως γνωρίζω και τα επιχείρημα των αρμοδίων, η αναφορά όμως γίνεται, σήμερα μόνο για την αντίδραση, γι’ αυτές τις εικόνες του ξεσηκωμού, για την ζωή, για την ελπίδα που πεθαίνει τελευταία. «Για σας ποιος θα ξεσηκωθεί;», έγραφα σε ένα παλαιότερο κείμενο, και ήταν αποτέλεσμα της αγίας απάθειας, και της αδιαφορίας μπροστά στα καυτά προβλήματα που μας μαστίζουν.
«Φυσάει και η υγρασία πέρα των ορίων. Συνηθισμένος καιρός για τα κόκαλά μας. Θα έλεγα και για το μυαλό μας, σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσω τα πράγματα. Η υγρασία φταίει και όχι η μαλακία
Αμφιβάλω αν υπάρχει άλλο μέρος στην Ελλάδα με τέτοιο οδικό δίκτυο. Τώρα τι φταίει είναι μεγάλη κουβέντα και ανώφελη.
Αμφιβάλω αν υπάρχει άλλο νησί στην Ελλάδα με τόσα πολλά σκουπίδια στους δρόμους και στα καντούνια. Για το τι φταίει έχω γράψει σχετικά
Δεν έχω τι γράψω σήμερα. Η αγανάκτηση με οδηγεί στη σιωπή. Τα έχουμε πει χίλιες φορές. Τι να λέμε τώρα.
Έγραφα χθες για τον τόπο, που έχει να διηγηθεί άπειρες ιστορίες. Για τα στενά σοκάκια και τις γειτονιές, που περιέθαλψαν τις ανήλικες αγάπες μας, πώς να τ’ ακούσουμε τίγκα στο σκουπίδι;.
…………………………………………………………………………………………..
«Κιτρινίζω, μου φαίνεται, απόψε. Βαριά τα ναρκωτικά της πληροφόρησης. Η λεπτομέρεια της λεπτομέρειας υπό το φως επιφανών αναλυτών του τίποτα. Πλανοδίων τσιρκολάνων της άποψης και της παρέμβασης. Ευτελισμένες λέξεις, κακοποιημένες έννοιες.»
…………………………………………………………………………………………..
Για σας ποιος θα ξεσηκωθεί. Σε σας το λέω, που σας έχει σκεπάσει η υγρασία. Δεν βαρεθήκατε να εντοπίζεται προβλήματα; Δεν βαρεθήκατε τη γκρίνια; Αν έχετε αποφασίσει να πεθάνετε παρακολουθώντας, επιφανείς αναλυτές του τίποτα που «όλα τα σφάζουν όλα τα μαχαιρώνουν» τουλάχιστον μη φωνασκείτε…»
………………………………………………………………………………………….
Σήμερα έχω να γράψω, για το μεγαλείο της σύγκρουσης, για την ελπίδα της αντίδρασης, για τον μονόδρομο του αγώνα. Για ένα τόπο που τον έχει σκεπάσει η υγρασία, εστίες αντίδρασης όπως αυτές στη Νότια Κέρκυρα, μας επιτρέπουν να ελπίζουμε ακόμα.

Πέμπτη 29 Μαΐου 2008

Μέρες πολέμου




Σε λίγο τα αυτοκίνητα θα ξεπεράσουν τον πραγματικό πληθυσμό αυτής της πόλης, αν προσθέσουμε και τα μηχανάκια, τότε αποτελούμε μια μικρή μειοψηφία. Μια μειοψηφία που αρχίζει πλέον να βρίσκεται αντιμέτωποι με τους όγκους των σκουπιδιών, την ζούγκλα των κλιματιστικών, το χάος το κυκλοφοριακό.
Μέρες πόλεμου. Όχι δεν είμαστε, μοναδικοί και άλλες πόλεις στενάζουν, από την βαρβαρότητα του σύγχρονου πολιτισμού και οι μεγάλες ακόμα περισσότερο.
«Η πόλη έγινε ντροπή μας» φωνάζει μια αγανακτισμένη αθηναία.
«Η κυκλοφορία είναι μαρτυρική, για εποχούμενους και πεζούς. Τα στενά πεζοδρόμια είναι κατειλημμένα και ρημαγμένα. Οι δρόμοι αδιάβατοι. Και στις παρυφές επικρατεί βρωμιά. Είναι ντροπή. Αυτή η ασυδοσία, η βαριά δυσλειτουργία, η τόση νοσηρότητα, είναι ντροπή για όλους. Αυτό το χάλι είναι εικόνα του πολιτισμού μας. Ας απαγορευτεί καθολικά η κυκλοφορία ΙΧ στον ιστορικό δακτύλιο· ας εφαρμοστούν διόδια· ας γενικευτεί η ελεγχόμενη στάθμευση, ας κατάσχονται οι άδειας κυκλοφορίας των παρανομούντων. Ας γίνουν όλα μαζί και ταυτοχρόνως, ας γίνει κάτι άλλο, πιο ριζοσπαστικό. Αλλά ας γίνει κάτι, τώρα, επειγόντως, αμέσως. Γιατί έτσι όπως ζούμε βγάζουμε τα μάτια μας. Γιατί η πόλη είναι αβίωτη, μας βαραίνει, μας λιώνει».
Όχι δεν είναι τόσο προχωρημένη η κατάσταση στην πόλη μας, όμως αν δεν αντιδράσουμε, με κάτι πιο ριζοσπαστικό όπως λέει η αγανακτισμένη κάτοικος της πρωτεύουσας, θα μας εκτοπίσουν οι λαμαρίνες.
Αντικρίζοντας χθες το απόγευμα στο «πεντοφάναρο» και στα γύρω καντούνια τις εκατοντάδες μοτοσικλέτες να μην τις χωράει ο τόπος φοβήθηκα. Αν συνεχιστεί αυτός ο ρυθμός, που εκτός απροόπτου θα συνεχιστεί, σύντομα, θα βρεθούμε στη θέση της αθηναίας που φωνάζει αγανακτισμένη «η πόλη έγινε ντροπή μας»…

Τετάρτη 28 Μαΐου 2008

Στη φοιτητριούλα που σ’ έχει ερωτευθεί θα σε καταγγείλω πονηρέ πολιτευτή.



Εκεί που προσπαθείς να ξεχάσεις έρχονται κάποιες στιγμές που σου ξαναθυμίζουνε και σε υποχρεώνουνε να επαναλάβεις, αυτά που έλεγες παλαιοτέρα. Στην περίπτωση μου αυτά που έγραφα παλιότερα. Σκληρά λόγια, χρέος όμως, στην προσπάθεια αλληλεγγύης μεταξύ των γενεών
«Δεν μπορώ να βλέπω ανθρώπους, που με τη ζωή ή το έργο τους ανέθρεψαν τη ψυχή και το μυαλό μας και μας οδήγησαν σε μια επιλογή ζωής που αλλιώς μπορεί να μην είχαμε κάνει, να μην ξέρουν πια πώς να πεθάνουν.
Τους βλέπουμε στα δυσμάς του βίου τους να βγάζουνε στο σφυρί ο,τι μας δίδαξαν, να ρίχνουν τις τιμές στα πολύτιμα των πολυτίμων που με τόση ευγένεια κάποτε μας πρόσφεραν για να έχουμε ένα μέτρο αξιών, να λερώνουν με τα βήματα του τέλους τους, τις λεωφόρους που άνοιξαν στην ακμή τους»
Σας έρχεται στο μυαλό τίποτα με όλα τα παραπάνω; Μιλάμε για τους πνευματικούς μας πατέρες και μητέρες, αυτούς που η νεότητα μας, τους είχε δώσει παραπανίσιο μπόι και τώρα κόντυναν και μας στεναχωρεί.
Δεν αναφέρομαι, σ’ εκείνους, που τα παιγνίδια της ζωής, τους στρίμωξαν στο περιθώριο, που οι ανάγκες της επιβίωσης, τους οδήγησαν σε συμβιβασμούς, αλλά σ’ αυτούς που, ξεπουλούν την ιστορία τους προκειμένου να μείνουν στο παιγνίδι, μαζεύοντας τα αποφάγια της εξουσίας.
Είναι αυτοί που ξέρω και ξέρετε αγαπητοί συνένοχοι αναγνώστες. Είναι αυτοί οι ξεπεσμένοι της πολιτικής. Τα καμένα χαρτιά που δεν λαμβάνουν υπόψη τους την αλλεπάλληλη απόρριψη. Αυτοί που γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια την λαϊκή ετυμηγορία. Οι πάλαι ποτέ πρωταγωνιστές που εκλιπαρούν για ένα ρόλο κομπάρσου.
Είναι αυτοί που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν και μας αναγκάζουν να θρηνούμε ζώντες.
Αυτό ισχύει για όλες τις γενιές και αυτοί είναι τελικά που έχουν την ευθύνη για τα όνειρα που γκρεμίζονται.
Λίγοι έχουν την γενναιότητα να ορίσουν το θάνατο τους και αυτοί είναι που δεν πεθαίνουνε ποτέ, γιατί ούτε δόξα, ούτε το χρήμα ήταν στις προτεραιότητες τους. Είναι αυτοί που κάθονται στο τραπέζι με τους νέους και τους κοιτούν στα μάτια, χωρίς φόβο, αλλά με πάθος για τη συνέχεια, και μάλιστα όμως συμβουλεύει ο Αντώνης Σαμαράκης
«Ναι, ναι στα μάτια όσο μπορώ γιατί δεν έχουμε δικαίωμα να κοιτάμε στα μάτια τα παιδιά σήμερα, είμαστε ένοχοι. Είμαστε ένοχοι, εμείς οι μεγάλοι, στα χρόνια και στα αξιώματα. Και μπροστά στα μάτια ενός παιδιού πρέπει να σκύβουμε με συντριβή το κεφάλι»…

Τρίτη 27 Μαΐου 2008

«Εν ονόματι» δεν συνεχίζεται το ταξίδι


Συνέχεια του χθεσινού…Τι άλλο από αγάπη μπορεί, να σταθεί απέναντι στο πρόβλημα και δεν υπάρχει άλλος από την μάνα που το ζει για να μας το θυμίζει. Και η άλλη Κύρια που παρεμβαίνει ανάμεσα από στίχους σπαθιά εκεί εναποθέτει τις ελπίδες της…
«Αν δεν μας αφήσει η αγάπη, αν δεν μείνουμε από λάστιχο, από δάκρυα, από αντοχή δηλαδή, θα συνεχίσουμε το ταξίδι. Αν δεν μας αφήσει η αγάπη! Μα εμείς την αφήνουμε: ακάλυπτη, απροστάτευτη, αδέσποτη. Εμείς την αφήνουμε να προσπεράσουν όλα τα άλλα δίλιτρα με τους πανίσχυρους κινητήρες, αντί να προτάξουμε την αγάπη. Κι ας την πατήσουν, ρε γαμώτο. Ας βγει αλοιφή από τις ρόδες των υποχρεώσεων και των κλεισμένων επαγγελματικών ραντεβού. Ξέρεις αυτός ο χώρος που διαθέτεις για να έχουν τα αισθήματα σου πρόσωπο δεν κατακτιέται. Προσφέρεται».
Δεν κλείνει το θέμα. Να κοιτάξουμε στα μάτια τα παιδιά όσο μπορούμε. Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις ο Αντώνης Σαμαράκης συμβουλεύει… «Ναι, ναι στα μάτια όσο μπορώ γιατί δεν έχουμε δικαίωμα να κοιτάμε στα μάτια τα παιδιά σήμερα, είμαστε ένοχοι. Είμαστε ένοχοι, εμείς οι μεγάλοι, στα χρόνια και στα αξιώματα. Και μπροστά στα μάτια ενός παιδιού πρέπει να σκύβουμε με συντριβή το κεφάλι, και αν μπορούσα κάπως να το κοιτάξω θα του έλεγα, σε παρακαλώ να αγωνιστείς, γιατί τίποτα δεν γίνεται χωρίς αγώνα, να μείνεις έτσι όπως είσαι σήμερα, στα φυσικά σου χρώματα αυθόρμητος, ειλικρινής χωρίς υποκρισίες σε όλους του τομείς, να είσαι πάντα ο εαυτός σου. Αλλά θέλει αγώνα για να μείνεις ο εαυτός σου και εγώ θυμάμαι επειδή κάνω την διάκριση μεταξύ της θαυμάσιας νέας γενιάς που έχουμε σήμερα και εμείς οι μεγάλοι κάνουμε αυστηρά κριτική άδικη και βλακώδη και γελοία. Διότι εμείς λέμε η νεολαία σήμερα…Ποια νεολαία σήμερα; Η νεολαία είναι θαυμάσια, εμείς δεν είμαστε άξιοι της νεολαίας. Λέγαμε η αγνή ελληνική επαρχία και εγώ είμαι από επαρχία και οι ρεματιές ήτανε με εξώγαμα πνιγμένα και η αιμομιξία σύννεφο. Σήμερα οι σχέσεις των δύο φύλων είναι ειλικρινείς, απλές, εγώ είδα στην Καλαμαριά προχθές, το βλέπω και στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις και αισθάνθηκα τη νύχτα μέσα ένα αγόρι και ένα κορίτσι αγκαλιασμένα. Η εικόνα της ομορφιάς, της αλήθειας και της ζωής. Και παίρνω κουράγιο, αισιοδοξία, όπως παίρνω κουράγιο από τα φορτηγά που γράφουν πίσω «Έχει ο Θεός». Εντάξει έχει ο Θεός αλλά ως πότε θα έχει; Μήπως απελπίστηκε και αυτός; Θα του έλεγα λοιπόν κι αυτό «Να μείνεις όπως είσαι παιδί μου, να αγωνιστείς να μείνεις όπως είσαι»!
Από το τελευταίο του βιβλίο «εν ονομαστί» για επίλογο
…«5 Νοεμβρίου 1998. Νύχτα. Στην Ελλάδα. Σε μια μικρή πόλη. Ένα παιδί ο Δημήτρης 16 χρονών, μαθητής στη Β’ Λυκείου, γράφει στο κομπιούτερ του και ρίχνει στους δρόμους μια προκήρυξη, με την υπογραφή μιας φανταστικής οργάνωσης νέων. Άνεμος σωτηρίας από τα εν ονόματι. Είναι μια κίνηση διαμαρτυρίας και εξέγερσης εναντίον των διαφόρων εν ονόματι που καταδυναστεύουν τη ζωή μας και της αφαιρούν το αληθινό της νόημα. Τα παιδιά εμείς, οι νέοι εμείς, είμαστε στην πρώτη γραμμή του αγώνα κατά των διαφόρων εν ονόματι, που καταδυναστεύουν τη ζωή μας και δεν μας αφήνουν να σκεφτόμαστε και να πράττουμε ως ελεύθεροι άνθρωποι»…

Παρασκευή 23 Μαΐου 2008

Μάνα κουράγιο...




«Στην αρχή είναι ένας ψίθυρος. Ακούς αλλά τον διώχνεις, δεν θέλεις να σε αφορά. Το ξέρεις το θέμα, είναι παντού γύρω σου, όμως, νομίζεις πολύ μακριά από εσένα.
Ώσπου γίνεται βοή, κραυγή και παύεις να κλείνεις τα αυτιά σου.
Ναρκωτικά.
Ναι. Εδώ στην μικρή μας πόλη, όπου όλα είναι σε καταστολή, το αφήσαμε και πέρασε σαν ένα ποσοστιαίο νούμερο. Στην ουσία το απομακρύνουμε, φοβούμενοι μην κολλήσουμε, όμως την πατήσαμε νομίζοντας ότι ο δίπλα υποφέρει και πεθαίνει και εμείς μπορούμε απλά, απείρως προσποιούμενοι, να κάνουμε ότι λυπόμαστε.
Τα παιδιά είναι μάρτυρες σε μια κοινωνία που κρύβεται, που βαριέται και βαρυγκωμάει μέσα σε ατέλειωτες δικαιολογίες. Τα αρπάξαμε και τα ρίξαμε βορρά στον καιάδα του ακλήρωτου δανείου της ασυμφωνίας χαρακτήρων, του δεν βαριέσαι, ντοπάροντας έτσι τον μικρόκοσμο,μας, ότι όλα «βαίνουν καλώς»
Έτσι λοιπόν το παιδί αρχίζει και τρελαίνεται δεν φταίνε μόνο οι ορμόνες της εφηβεία .
Φωνάζει ακούστε το.
Ας μην σηκώνουμε τα χέρια ψηλά φοβούμενοι για τις συνέπειες.
Υπάρχει λύση. Ενημέρωση
Παντού. Ειδικά στα σχολεία. Απαιτείστε το.
Να δείξουμε ότι ενδιαφερόμαστε. Ότι είμαστε κοντά. Έτσι μόνο φτιάχνεται η αγάπη».

Μια κραυγή απόγνωσης από μια κερκυραία μάνα. Εγώ να προσθέσω ένα ένθετο ανάμεσα από δυο τραγούδια της Βιτάλη, μιας μεταμεσονύκτιας μουσικής παρηγοριάς, που κάτι ξέρει.
«Ανεμώνες φύονται και εδώ, όχι μόνο στο Σικάγο. Ήμερες και άγριες. Δεν τις πολυπαίρνουμε χαμπάρι γιατί κρύβονται σε σώματα κοριτσιών που χορεύουν ξέφρενα και σε κορμιά αγοριών που έχουν στη φλέβα αλκοόλ και στο μυαλό αγγέλους. Παιδιά που βλέπουν χωρίς τα αδιέξοδα και τις εκπτώσεις και πάνε και κρύβονται στην ακρότητα της αντοχής: εκεί που για να υπάρξεις πρέπει να αφομοιωθείς. Να ντύνεσαι, να φέρεσαι να σκέφτεσαι να μιλάς ίδια με τους άλλου. Να γίνεις χαλικάκι στο ψηφιδωτό της μάζας, όμοιος, ίδιος απαράλλαχτος ετοιμοπαράδοτος στη χειραγώγηση. Διαφορετικά σε περιμένει η άσφαλτος, διαλυμένο, ματωμένο με τα μαλλιά κολλημένα στην πίσσα, φευγάτο για την χώρα των ανυπάκουων»
Κουραγιο…

Πέμπτη 22 Μαΐου 2008

Μην βιαστείτε να πανηγυρίσετε



Δεν ξέρω αν οι αριστερές μου καταβολές ευθύνονται, που δεν βγήκα να πανηγυρίσω στους δρόμους με την γαλανόλευκη την κατάκτηση του ευρωπαϊκού κυπέλλου, από την εθνική μας ομάδα ποδοσφαίρου. Οι εθνικιστικές εξάρσεις, πάντα μου προκαλούσαν αλλεργία. Για να είμαι ειλικρινής το χάρηκα, όπως μπορεί να χαρεί κάποιος μια νίκη σε ένα παιγνίδι, ο φανατισμός όμως που ακολούθησε, δεν το κρύβω, αν μπορούσα θα χάριζα αυτή την νίκη για μη συμβεί.
Εκείνα τα « Ελλάς ελλήνων χριστιανών», « Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου η χώρα», «η βόρειος Ήπειρος είναι ελληνική», «πότε θα πάρουμε την πόλη», «η Κύπρος είναι ελληνική., «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», μου προκαλούν ανατριχίλα.
Για εκείνο που εμαι σίγουρος είναι, ότι δεν συνέβαλα με το δικό μου χειροκρότημα, στις απανωτές κατραπακιές από την υπόθεση ντόπινγκ, που καθιστούν τις νίκες των πρωταθλητών μας χάρτινες, και την χώρα μας έκθετη πλέον στα μάτια του κόσμου
«Δυο - τρεις μήνες πριν», γράφει ο Παντελής Μπουκάλας «το πρόσωπό του, φωτισμένο από το χαμόγελο της νίκης, φαινόταν ολοκάθαρο και στη μικρή οθόνη και στις φωτογραφίες. Καθαρές ήταν και οι λέξεις που περιέγραφαν το κατόρθωμά του, «θάμπωσε την Ευρώπη ο Έλληνας πρωταθλητής της κολύμβησης». Σήμερα άλλο ένα χρυσό, όπως αυτά των πρωταθλητών του στίβου, της άρσης βαρών αποδείχθηκε δηλητηριασμένο από ισχυρά αναβολικά, που χορηγούνται στους αθλητές μας , με την προσδοκία να τονώσουμε την εθνική μας υπερηφάνεια και συνεχιζει:
«Για να μη νιώσουμε αναδρομικώς παραπλανημένοι ή και ανόητοι, προτιμούμε να καταπιούμε σαν σοβαρές αποδείξεις αθωότητας τις ρητορικές ελαφρότητες που εκστομίζονται μπροστά στην κάμερα. Για αυτοάμυνα πρόκειται. Γιατί όταν γκρεμίζεται ένας αθλητής στην αποθέωση του οποίου συνέβαλε και το δικό μας χειροκρότημα, είναι σαν να πέφτουμε κι εμείς λίγο. Ίσως και να ’ταν λιγότεροι οι αθλητές που ενδίδουν στα αναβολικά αν ήταν πολύ μικρότερες οι απολαβές, σε χρήμα και είδος, στις οποίες μεταφράζονται τα μετάλλια. Σίγουρα πάντως λιγότερα παιδιά θα ντοπάρονταν αν δεν τα ζάλιζε η εθνική μας μέθη, υπό το κράτος της οποίας εξισώνουμε με φυλετικό θρίαμβο μια πρωτιά στα εκατό μέτρα πεταλούδα ή ένα ρεκόρ στο αρασέ· και πιο ισχυρό αναβολικό από την εθνική μας αλκοόλη δεν υπάρχει».
Ακριβώς αυτό το αναβολικό σε μια κοινωνία που δυστυχεί και πρέπει να ξεχνά την καθημερινότητα, την ακρίβεια την ανεργία, την φτώχια που μας κτυπά την πόρτα, είναι γραμμένο σε κάθε συνταγή της εξουσίας, που θέλει να βλέπει μια τέτοια εκτόνωση του λαού που δυναστεύει
Και είναι παλιά η συνταγή από το « άρτος και θεάματα» στο «αμερικανικό όνειρο», από το « κάθε πόλις και στάδιο κάθε χωριό και γυμναστήριο», « Για την Ελλάδα ρε γαμώτο»…

Τρίτη 20 Μαΐου 2008

Πες μου και άλλα



Για το χρόνο και σήμερα. Στην εκπνοή των γενέθλιων τον θυμόμαστε και όχι μόνο, εγώ πάντως το Μάη πάντα. Ωραία φεύγουν τα χρόνια και σε απελευθερώνουν από το βάρος τους, για να πάρουμε και την αισιόδοξη άποψη. Οι απολογισμοί είναι το πρόβλημα, γιατί όπως και να το κάνουμε δεν πρέπει να κάνουμε ταμείο; Οι χρόνοι είναι κάθετες γραμμές που περικλείουν ότι θυμόμαστε και ότι μας αρέσει, ακόμα και αυτά που μας πληγώνουν αλλά που χρειάζεται που και που να μπαίνουν στα έξοδα για να βγαίνει το υπόλοιπο χωρίς χρέη.
…………………………………………………………………………………………..
«Αυτό που μας λερώνει γύρω μας είναι η ζωή και η πραγματικότητα. Ζητήσαμε εμείς τέτοια ένδεια αισθημάτων; Ονειρευτήκαμε εμείς την εξορία της ηθικής; Έτσι έγινε; Οι αγάπες που χάσαμε είναι όλα τα λεφτά; Ή εκείνες που δεν ήρθαν ποτέ; Κουραστήκαμε να μαθαίνουμε αριθμητική με τις απώλειες».
………………………………………………………………………………………….. Ο χρόνος δεν μετράει για όλους το ίδιο, σε μερικούς αρκούν οι ισολογισμοί των λογιστών. Αρκεί το συν των υλικών για να είναι ευτυχισμένοι. Ο λόγος γι’ αυτούς που κρατάνε άρρηκτους τους δεσμούς με την παιδική αθωότητα και με μια σπίθα μπορεί ακόμα να πάρουν φωτιά, όχι για να καούν αλλά για να φωτίσουν.
Οι άλλοι θα καούν, από τριβή μεταξύ τους, θα πέσουν στο λάκκο που άνοιξαν και θα χαθούν στα έγκατα. Αλλά και χωρίς αυτά έτσι και αλλιώς είναι καμένοι και δεν χρειάζεται φωτιά γι’ αυτό.
…………………………………………………………………………………………..
Για μας που κάνουμε όνειρα για το χρόνου, όπως: «του χρόνου θα πάρω ποδήλατο», «θα ξεκινήσω γυμναστική», «θα κόψω το τσιγάρο»,«θα πάω ταξίδι στη Κούβα», «θα διαβάσω ένα βιβλίο το μήνα», «θα πάρω γάτο, επήρα και τον έχασα, θα πάρω σκύλο που είναι πιο πιστός. Μπορεί και να ερωτευτώ. Για μας που κάνουμε όνειρα για του χρόνου, πώς να σημειώσουμε την ήττα μας σ΄ αυτό το αχανές τοπίο της λησμονιάς;




Αχ χρόνε…

Οι λιγοστοί κάτοικοι του χωριού πήγαιναν νωρίς για ύπνο. Την άλλη μέρα έπρεπε να σηκωθούν χαράματα. Ο κυρ Σπύρος ο «Τριτσέλας» ζούσε στον δι...