Τετάρτη 12 Απριλίου 2017

Το άγιο φως της χημείας

Ο  Βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ  Γεράσιμος Μπαλαούρας,  σχετικά με την υπερβολή να μεταφέρεται το Άγιο Φως από τα Ιεροσόλυμα,  με τιμές αρχηγού κράτους, δήλωσε ότι   «είναι απαράδεκτο το ότι ενισχύουμε ένα κατάλοιπο της παγανιστικής περιόδου και το ενισχύουμε με το κράτος, όπου το κράτος πρέπει να είναι ανεξίθρησκο». Με αφορμή αυτή τη δήλωση,  θυμήθηκα ένα παλαιότερο καβγά, που είχε ξεσπάσει, πάλι  με αφορμή το «Άγιο Φως», ξέρετε αυτό  που ανάβει μόνο του... Όταν κάποιος πιστεύει αυτές τις μπούρδες είναι πολύ εύκολο να κόψει κεφάλια.
Σε παλαιότερο άρθρο του ο Κλεάνθης Γρίβας, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΖΕΝΙΘ της Θεσσαλονίκης, μεταξύ των άλλων, υποστηρίζει:
«Η επάνοδος και η μαζική αποδοχή των πιο ακραίων δημαγωγικών και επιθετικών παραφυάδων του χριστιανισμού, ισλαμισμού, και ιουδαϊκού φονταμελισμού αποδεικνύει απλώς ότι η θρησκεία ήταν και παραμένει το βασικότερο σύμπτωμα της οικουμενικής διανοητικής διαταραχής που συνοδεύει το ανθρώπινο είδος σ’ όλη την ιστορική του διαδρομή, ότι ο ορθολογισμός ήταν και παραμένει μια ασήμαντη βαλβίδα προστασίας απέναντι στην εγγενή σχιζοφρένεια του ανθρώπινου είδους, και ότι ο 20ος αιώνας που προβάλλεται αυτάρεσκα ως «εποχή της λογικής» δεν είναι παρά μια εποχή βαθύτατου σκοταδισμού».
Ο άνθρωπος, υποστηρίζει ο κ. Γρίβας, είναι το μοναδικό ον που μπορεί να πει «εγώ», δηλαδή έχει επίγνωση του εαυτού του και συνείδηση του γεγονότος, ότι αποτελεί μια μοναδική και ανεπανάληπτη οντότητα. Παράλληλα είναι το μοναδικό ζώο που ξέρει ότι θα πεθάνει. Όντας λοιπόν σε υπαρξιακή αδυναμία να αποδεχθεί την αναπότρεπτη βιολογική αναγκαιότητα του θανάτου της μοναδικής και ανεπανάληπτης οντότητάς του, είναι επιρρεπής στην αποδοχή οποιωνδήποτε ιδεολογικών κατασκευασμάτων που προσφέρουν τη δυνατότητα της επέκτασης της ύπαρξης του σαν κάποιο ασαφές «επέκεινα».
Και εδώ παρεμβαίνει η μεταφυσική και η θρησκεία, εν είδει ανακουφιστικού ψυχοφαρμάκου, που όπως όλα τα ψυχοφάρμακα έχουν άπειρες παρενέργειες και, κατά κανόνα, αποδεικνύονται χειρότερα από την αρρώστια.
Η θρησκεία είναι ένα συλλογικό ψυχοφάρμακο που εφευρέθηκε για να υποβαθμιστεί η αγωνία του θανάτου.
Ο καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου κ. Καλόπουλος απέδειξε στους αλαλάζοντας πιστούς και κληρικούς, που συμμετείχαν σε μια παλαιότερη τηλεοπτική εκπομπή ότι το «’Άγιο Φως» δεν έρχεται εξ ουρανών αλλά είναι αποτέλεσμα μιας χημικής αντίδρασης του φωσφόρου όταν έρθει σε επαφή με το οξυγόνο. Για του λόγου το αληθές βούτηξε ένα κερί στο φώσφορο και μετά από δέκα λεπτά το κερί άναψε μόνο του. Η προσπάθεια του, να μεταπείσει τους παραπάνω «χρήστες ψυχοφαρμάκων» σύμφωνα με αυτά που υποστηρίζει ο κ Γρίβας έπεσε όπως ήταν φυσικό στο κενό.
Σ΄ αυτό το πλαίσιο διαμορφώνεται τόσο η πίστη όσο και ρόλος που επιφυλάσσει κάθε εκκλησία στους πιστούς της, που έχει ως βάση του την τυφλή υποταγή στο αλάνθαστο της ηγετικής ομάδας που κατέχει κάθε φορά την θρησκευτική εξουσία.


Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Η ομορφιά καλύπτει το τραύμα

«…Και είναι ωραία η Κέρκυρα, ωραία στο σύνολο της. Φύση και άνθρωποι συντονισμένοι για να πλαισιώνουν ο ένας τον άλλο. Δεν είναι ο κερκυραίος έξω από το κλίμα του νησιού, όπως δεν είναι η Κέρκυρα έξω από το κλίμα του κερκυραίου. Ο ένας συμπλήρωμα και προέκταση του αλλού. Το ανθρώπινο ραφινάρισμα που αναπτύσσεται μέσα στον πιο αβρό διάκοσμο. Η πρώτη πνοή δυτικού πολιτισμού. Για όποιον ταξιδεύει προς την Ευρώπη. Η μόνη ελληνική γωνιά που θα δώσει κάποιον άνεμο Ευρώπης, στον αταξίδευτο. Τον άνεμο αυτόν θα τον αισθανθείτε ακόμα πιο ζωηρό όταν έρχεστε από την ηπειρωτική ακτή. Σαν να έχετε αλλάξει πλανήτη».
Κινδυνεύεις να χαρακτηρισθείς αχάριστος, αν προσπαθήσεις να αντικρούσεις τα παραπάνω λόγια, του μαγεμένου επισκέπτη. Ακριβώς αυτή η πραότητα και η ομορφιά σημειώνει και την αδυναμία της. Η Κέρκυρα παθαίνει ότι παθαίνουν όλες οι ωραίες. θαμπώνουν με την ομορφιά, και όταν έρχονται ικέτιδες, να χτυπήσουν την πόρτα σας για να ζητήσουν την επούλωση του τραύματος, που δουλεύει κάτω από την συναρπαστική επιφάνεια, η ομορφιά απορροφά εκείνον στον οποίο απευθύνεται το αίτημα.
Έτσι εξηγείτε πως η Κέρκυρα δοκιμασμένη όσο καμία άλλη περιοχή της χώρας, έρχεται τελευταία στην ουρά των επαρχιών που περιμένουν την επούλωση των τραυμάτων τους. Είναι δε πολλά τα τραύματα της.
«Ζείτε στο παράδεισο και παραπονιόσαστε;» Οι ασχήμιες και τα όποια προβλήματα που αντιμετωπίζει κάθε επισκέπτης επισκιάζονται από την ομορφιά, το ασυνήθιστο μάτι, δεν μπορεί να φανεί αντικειμενικό, πρέπει να γίνεις μόνιμος κάτοικος παλιάς πόλης να βρεθείς αντιμέτωπος με τα προβλήματα διαβίωσης, γιατί μπορεί να είναι ωραία τα κτίρια και οι απλωμένες μπουγάδες για τους επισκέπτες αλλά αν ρωτήσουμε αυτούς που κατοικούν έχουν βλαστημήσει την ώρα και την στιγμή που γεννήθηκαν. Πολυώροφα κτίρια χωρίς ασανσέρ, χωρίς μπαλκόνια, χωρίς δρόμο πρόσβασης οχημάτων, με ξύλινα πατώματα και κατσαρίδες, με χιλιάδες περιστέρα που βρομίζουν τα πάντα και εκατομμύρια χελιδόνια που ανεβάζουν τα ντεσιμπέλ. Για τις υποδομές θα ήταν κουραστικό να κάνουμε μια ακόμα αναφορά. Ελάτε να άπλωσετε
τη μπουγάδα σας στα στενά καντούνια και ύστερα το ξανασυζητάμε το θέμα.


Παρασκευή 7 Απριλίου 2017

Η τελευταία αναφορά …

Μάζεψα όλα τα σχόλια επώνυμα και ανώνυμα. Σε  ένα μελλοντικό σεμινάριο ορθής χρήσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης,   θα μπορούσαν να αποτελέσουν παραδείγματα,  θετικά ή αρνητικά, για τους χρήστες.  
Σε παλαιότερο κείμενο το είχα επισημάνει, ένα υπερόπλο, όπως το διαδίκτυο, χρειάζεται εκπαίδευση για να χρησιμοποιηθεί σωστά,  σήμερα βρίσκεται στα χέρια του κάθε άσχετου, που πυροβολεί στα τυφλά…
…Ζαλίστηκα. Ανέξοδες ηλεκτρονικές μαλακίες, στον μαγικό κόσμο του διαδικτύου, μας αδειάζουν το κεφάλι. Όπως και να το κάνουμε κάποτε υπήρχε ένα κόστος,  που μας ανάγκαζε να επιλέγουμε με ιδιαίτερη προσοχή, αυτά που θα έβλεπαν το φως της δημοσιότητας. Ήταν ακριβό το χαρτί και το μελάνι.   Στην εικόνα τα πράγματα,  ακόμα πιο σοβαρά. Μπορεί να έχει εξαλειφθεί  ο κίνδυνος να καεί το φιλμ, η υπερέκθεση όμως…   εκθέτει πολλούς επίδοξους  επιδειξίες. Όχι δεν έχω τίποτα με την τεχνολογία, απεναντίας, η κακή χρήση με βρίσκει απέναντι.
Το εισαγωγικό  ανάλογο  της διάθεσης,  μιας  μέρας που ξεκίνησε με βροχή, έβγαλε ήλιο και συνεχίζει με βροχή. Μιας  εποχής, που είναι και δεν είναι.  Και πώς να μην αλλάξουν οι εποχές, εδώ άλλαξαν οι άνθρωποι. Έτσι όπως  τα περιγράφει με την απόλυτη ειλικρίνεια των πρώτων πρωινών ωρών,  η φίλη του ραδιοφώνου…   
«Ποιος μας χρειάζεται σ’ αυτόν τον κόσμο, ποιος θέλει δίπλα του, κοντά του ανθρώπους με ίσκιο και δροσιά; Όλα είναι μιας χρήσεως, και τα αισθήματα. Πληκτρολογείς το ΡΙΝ και μια εικονική πραγματικότητα σε απαλλάσσει από τον κόπο του σχετίζεσαι. Γίναμε παλιοσειρές, άλλη εποχή μας ανέθρεψε αυτή μας φτύνει, μας διαψεύδει, μας εκτροχιάζει, Τι κι αν σκαλίζουμε την πέτρα; Το τελικό άγαλμα θα είναι από πλαστικό και θα φλέγεται φωτίζοντας τους νέους γκρεμούς των τοπίων που αγαπήσαμε. Επί της ουσίας δεν είμαστε καν παρόντες μια ανάμνηση είμαστε. Και μια ρωγμή. Στον καθρέπτη του χρόνου»
Μεγάλη εβδομάδα η επόμενη,  θα μπορούσε να γίνει η συνήθης αναφορά, όμως οι παραμονές, οι εορτές, τα έθιμα, πολλές φορές υπολείπονται των γεγονότων. Η εβδομάδα των παθών συνδυαστικά με τα πάθη ενός Λαού αποκτάει ιδιαίτερο συγκινησιακό χαρακτήρα. Γίνεται το απόλυτο σκηνικό ενός ατελείωτου Γολγοθά, με χιλιάδες σταυρούς κρυμμένους πίσω από τα κλειστά παράθυρα της Ελλάδας, των Ελλήνων Χριστιανών….
Εβδομάδα των παθών, όπως και οι προηγούμενες εβδομάδες, για τους ταπεινούς και καταφρονημένους. Στα ήδη γνωστά προβλήματα, αυτές οι μέρες προσθέτουν και το συναισθηματικό βάρος. Το βάρος όχι βέβαια από τα πάθη του Χριστού, αλλά από την ανάγκη που φτάνει στα όρια της ντροπής.
Για την πόλη είχα ξεκινήσει να γράψω και για την συμμαχία της με την Άνοιξη, που τις καλύπτει τις πληγές. Για την πόλη που είναι ο χρόνος που μου έκλεψαν και για τον χρόνο που είναι η πόλη που κτίζω μέσα μου. 
Και να θέλω δε μπορώ. Δε μπορώ να κλείσω σε κουτιά τη ζωή μου, να βάλω ταμπελίτσες, να την τακτοποιήσω όπως αρμόζει… Δε μπορώ να κλειδώσω τα αισθήματα να μην τα δει ο ήλιος. Σχεδόν πάντα μου ξεφεύγουν, συναντιούνται στους δρόμους με «Γολγοθάδες», Σταυρούς του μαρτυρίου, Επιτάφιους και Αναστάσεις και επιστρέφουν πιο έντονα, αποκτούν μια άλλη διάσταση. Μπερδεύονται τα προσωπικά με τα κοινωνικά, η χαρά με την θλίψη και με γεμίζουν ερωτηματικά: «Πού να γείρω απόψε; Στην προδοσία της Τετάρτης ή στον σταυρό της Πέμπτης; Πού να κατευθύνω τα δάκρυά μου; Στη μοίρα του προδότη ή στο θάνατο του προφήτη; Πού να επικεντρώσω τη θλίψη μου;» Αυτά παθαίνουμε Κυρία μου εμείς του 60 οι εκδρομείς. «Ιησούν ή Βαραββά; Τον Ιούδα ή τον Πέτρο; Ο ένας πήρε χρήμα και αυτοκτόνησε ο άλλος μετανόησε και αγίασε. Θα την βγάλουμε κι αυτή την ανηφόρα. Και λοιπόν; Τι έχει για μετά; Δεν είναι κάθε βουνό Γολγοθάς, ούτε κάθε ξύλο σταυρός. Είναι όμως κάτι λεπτομέρειες τόοοοσο μικρές, τόσο ανεπαίσθητες που σου λογχίζουν το σώμα ακαριαία. Αυτή η τόσο σιγανή φωνή ας πούμε στο τηλέφωνο, ήταν έγνοια ή προδοσία; Ο Ιούδας είναι ρόλος γι αυτό και πήρε τόσα πολλά ονόματα προϊόντος του χρόνου. Η προδοσία όμως είναι έργο, είναι πράξη. Δεν αλλάζει όνομα υφή και πικρή γεύση. Και είναι στην καθημερινότητα μας η πιο συχνή συνήθως επικάλυψη των πάσης φύσεως σχέσεων».




Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

Στον απόηχο ενός χρονογραφήματος...

Για τους αναγνώστες, που απορούν γιατί σιωπώ στα εκατοντάδες σχόλια,  που ακολούθησαν  το κείμενο που αναφέρεται στην διαχείριση των εκδηλώσεων του Πάσχα, θέλω να τους πω, ότι   οι απαντήσεις  δόθηκαν στο επόμενο κείμενο.
Η μεγάλη πλειοψηφία συμφώνησε στο πνεύμα του κειμένου, με τις όποιες ενστάσεις που υπήρχαν,   δυστυχώς υπάρχουν και ορισμένοι υβριστές. Γι' αυτούς το παρακάτω κείμενο …
Δεν είναι τόσο μεγάλα, γιατί επιμένετε; Δεν είναι τόσο σπουδαία, για να μπούνε στην βιτρίνα. Τα μεγεθύνετε για να χωρέσει το επαρχιώτικο σας  κόμπλεξ, για να δείτε  τον μικρόκοσμό σας, μεγάλο. Για να επισημοποιήσετε  την ύπαρξη σας… «Η αλήθεια του καθενός είναι ο δρόμος του» λέει η λαϊκή σοφία, δηλαδή το ψέμα του. Εσείς επιμένετε να σκηνοθετείτε  την πραγματικότητα για να σας  χωρέσει. Δε σας  αρκεί η ήπια βόλτα στα στενά σοκάκια, δε βολευόσαστε με την γαλήνη που μας δωρίσανε, γι’ αυτό κάνετε φασαρία χωρίς αιτία. Γι’ αυτό βαφτίζετε  τα σοκάκια λεωφόρους.
Σκηνοθετείτε γεγονότα και ύστερα παίρνετε  την βολική θέση του θεατή, σχολιάζετε κιόλας. Μπαίνετε  στο ψέμα και το ζείτε  Το βαφτίζετε σημαντικό για να κερδίσετε  όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο βρασμού. Στο ζουμί σας .

Κανείς δεν αμφιβάλλει για τα προβλήματα, που αντιμετωπίζει σήμερα το νησί μας και ιδιαίτερα η πόλη της Κέρκυρας. Θα ήταν πλεονασμός να τα γράψω. Τα έχουμε μάθει απ’ έξω και ανακατωτά.
Τι κάνετε; Τα έχετε βάλει στη μέση και χορεύετε  το χορό του πόλεμου γύρω απ’ αυτά.
Αυτή η τοπική κοινωνία, χωρίς συνοχή, τρέφεται από τους αλληλοσπαραγμούς. Τρώμε τις σάρκες μας. Πίνουμε το αίμα ο ένας του άλλου.
Ζούμε γι’ αυτά. Αυτό το πρόβλημα δεν έχει γραφτεί πουθενά, αυτό το πρόβλημα, που τα συντηρεί όλα, που τα σκεπάζει όλα, που αποτελεί την ανάγκη της ύπαρξης μας. Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα.
Πολίτες, χωρίς συμμετοχή, χωρίς δράση, που αρέσκονται  να σχολιάζουν  και κατά βάθος να χαίρονται  με τη φωτιά που απειλή να μας κάψει.
Δεν έχω σκοπό να χρησιμοποιήσω, τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούνται στον επίλογο των ομιλιών. Οι ευχές περιτυλίγματος, ποτέ δεν ευοδώθηκαν. Και δεν ευοδώθηκαν γιατί ποτέ δεν τις πιστέψαμε. Συνεχίσαμε μετά από κάθε πανηγυρικό να ικανοποιούμε την αδήριτη ανάγκη μας. Αυτό που τονώνει τον κομπλεξισμό μας και ικανοποιεί το «εγώ» μας. Γιατί τι άλλο από ένα τεράστιο ΕΓΩ είναι αυτός ο τόπος. Ένα εγώ που τα σκεπάζει όλα, ακόμα και κει που φαίνεται ότι ενεργούμε για το κοινό καλό.
Ένα «εγώ» που διέλυσε τους πολιτικούς σχηματισμούς, τους μαζικούς φορείς, τους συνδικαλιστικούς φορείς, τα πολιτιστικά σωματεία, τους συλλόγους, τα αθλητικά σωματεία. Ένα «εγώ» που ακόμα και αυτούς που σκέφτονται, τους έστειλε στα σπίτια τους. Ένα «εγώ» που σιγά σιγά το κληροδοτούμε στις γενιές που έρχονται και τότε ο δρόμος δεν έχει επιστροφή.
Ευτυχώς μέσα σ’ αυτή την σκοτοδίνη υπάρχουν και φωτεινά σημάδια που μας επιτρέπουν να υποστηρίζουμε ότι δεν είναι όλα τόσο χάλια.
Ας αφήσουμε τους νιοραντισμούς, στην άκρη και ας δούμε την άλλη Κέρκυρα πίσω από το Λιστόν και τις φιέστες.
Δεν μπορεί να είναι όλα τόσο χάλια. Πίσω από τις φιέστες. Αλλά και πίσω από την κακομοιριά υπάρχει και η άλλη Κέρκυρα, αυτή που δεν χρειάζεται παράσημα του παρελθόντος και στις υπάρχουσες δύσκολες συνθήκες παλεύει, προσφέρει και ελπίζει.
Η άλλη Κέρκυρα λοιπόν, που στο περιθώριο της γκρίνιας και της μιζέριας σιγά - σιγά και ταπεινά αναπτύσσεται και δημιουργεί»... Μιλάω για την Κέρκυρα  που προσφέρει, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.
Μιλάω για την Κέρκυρα που δεν εφησυχάζει, αναμασώντας τσιτάτα του «ένδοξου παρελθόντος», αλλά που ξέρει τα μπόσικα και προσπαθεί να τα κρατήσει. 
Προσπαθώ να κρατάω μια συνέχεια στις εκρήξεις των περιλήψεων της σιωπής. Μάταια. Ό,τι και να γράψω αυτός εδώ ο τόπος πάντα μου υπενθυμίζει το στοιχείο της υπερβολής. Γι’ αυτό σας λέω μια περίληψη και πολύ, κάτι σαν υπενθύμιση, επιβεβαίωση της παρατεταμένης σιωπής, απόδειξη, ότι είναι ηθελημένη.
Δεν έχει νόημα η συνέχεια, υπερτίμηση χωρίς αντίκρισμα. Και η οργή, που πολλές φορές με παρασέρνει εξανεμίζεται την επόμενη, όταν το μέγεθος φαντάζει δυσανάλογο.
Υ.Γ Κάθε φορά που τελειώνω ένα κείμενο ανοίγω την πόρτα για το επόμενο και προσπαθώ να αλλάξω δίσκο στο πικάπ.
Την αναφορά μου σε  αυτό το κείμενο  την επέβαλλε  ο μεγάλος αριθμός των αναγνωστών που επισκέφτηκαν την σελίδα μου   (18.574 μέχρι αυτή τη στιγμή).


Παρασκευή 31 Μαρτίου 2017

Δε ξέρω τη γλώσσα τους...

Συνήθως δεν κάνω διευκρινίσεις. Ο κάθε αναγνώστης  άλλωστε είναι μοναδικός, το κείμενο στα μάτια του αποκτάει μια δική του δυναμική, γίνεται ξεχωριστό  για τον καθένα.   Το τεράστιο ενδιαφέρον των αναγνωστών  - 13.000 επισκέψεις έχει μέχρι αυτή τη στιγμή η  «τελευταία σελίδα αριστερά» -  για το προηγούμενο κείμενο με τίτλο  «Να σταματήσει αυτό το πανηγύρι», με αναγκάζει να κάνω κάποιες εξαιρέσεις.   
Για αυτούς  που καλοπροαίρετα εξέφρασαν τις αντιρρήσεις τους, θέλω να τους πω ότι  το κείμενο είναι ένας ύμνος για το κερκυραϊκό Πάσχα. Οι ενστάσεις βρίσκονται στη διαχείριση των εκδηλώσεων,  που λαμβάνουν χώρα τα τελευταία  χρόνια. Οι προτάσεις απορρέουν  μέσα από τις επισημάνσεις.  Το κείμενο εκφράζει την αγωνία χιλιάδων συμπολιτών αλλά και επισκεπτών, που βλέπουν να χάνεται  η μαγεία  του πιο όμορφου ομολογουμένως εορτασμού  του  Πάσχα στην Ελλάδα.   Αυτήν την αγωνία δεν την εκφράζουν μόνο οι απλοί πολίτες αλλά και οι  επιχειρηματίες που βλέπουν μακρύτερα.  Το πράγμα έχει ξεχειλώσει.
Για τα υβριστικά σχόλια αδυνατώ να δώσω απαντήσεις.  Και τι να πεις σε κάποιον ή κάποιους που κρύβονται πίσω από την  ανωνυμία τους.   Δεν έχουν όνομα. Δεν έχουν φύλο. Άψυχα όντα, που δεν ξέρω αν ανήκουν στο ανθρώπινο είδος. Και να ήθελα όμως δεν μπορώ. Δεν γνωρίζω τη γλώσσα τους.  
Καθάρισα τους ρύπους. Πάμε παρακάτω…

Ένα παλαιότερο για να γλυκάνουμε την κουβέντα… Η γλύκα της Μεγάλης Παρασκευής του 1972, επίστρωση από μέλι, στις αποθήκες της ψυχής μου. Αν το Τζουκ - μποξ είχε σε δισκάκι το «Ω γλυκύ μου έαρ…γλυκύτατόν μου τέκνο, που έδει σου το κάλος…» το χαρτζιλίκι μου, μόνο γι’ αυτό θα ήταν διαθέσιμο, να παίζει και ξαναπαίζει για να μου δίνει φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι έσπασα το πένθιμο κερί που φάνταζε αναστάσιμη λαμπάδα, όταν τα παιδικά βλέμματα συναντηθήκαν, ενώ θα επέτρεπε να κοιτάζουν  προς τα κάτω, τη στιγμή, που ο παπάς θυμιάτιζε. Και ξαφνικά αυτή η ιερή ζεστή σιωπή, η ντυμένη μόνο ανάσες και συρίγματα και μυρωδιές αγγελικές μεταμορφώνεται… «Ξαφνικά ρίχνεται με πάθος στην ανθρώπινη φωνή και σκιρτά έναν …έρωτα…, ένα πάθος δυνατό που προκαλεί ρίγος…, αμηχανία, τρέμουλο, βιαστικό χτύπο στην καρδιά… Μια μελωδία… τι μελωδία… τι ήχοι ακούγονται… τι στίχοι… Λόγια που σίγουρα γεννήθηκαν μονομιάς,… μέσα σε μια στιγμή σα χείμαρρος, χωρίς σκέψη, χωρίς επιφύλαξη, χωρίς σκοπό… Λόγια που μόνο το πάθος της ψυχής γεννά…
Γιατί λέτε με απασχολεί ο χρόνος; Είναι το βάρος, που μεγαλώνει και ώμοι που αδυνατίζουν. Μακάρι και το μυαλό να μπορούσε να σβήσει τα ένδοξα χρόνια της νεότητας μας και να προσαρμοστεί στην σκληρή πραγματικότητα. Όμως ζηλεύει τις στιγμές εκείνες και επιχειρεί που και που να τις ξαναζήσει. Μια συμπλέουσα με τις απόψεις μου, σε μεταμεσονύκτια ραδιοφωνική εκπομπή, το επιβεβαιώνει.

«Καρδιά μου εγώ, μιλιά μου εγώ, παρελθόν μου εγώ, βλακεία μου εγώ. Η αποθέωση του δύο είναι το ένα και μόνο του. Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Θυμάμαι, παραμόνευα τον ίσκιο μιας λέξης, ούτε καν τη λέξη την ίδια, για να βγάλω φτερά και να κόβω βόλτες στον αέρα. Θυμάμαι ήταν αρκετή η υποψία ενός βλέμματος, ούτε, καν το ίδιο το βλέμμα, για να τα παρατήσω όλα σύξυλα και να έρθω να φύγουμε για οπουδήποτε. Τώρα είναι αλλιώς. Άρχισαν οι μιζέριες, Και; Τι ώρα μου είπες; Δεν γίνεται λίγο αργότερα; Αν το κάνουμε αύριο πειράζει; Έλα, τα λέμε. ‘Όχι, δεν γέρασε η αγάπη. Η καρδιά άσπρισε».

Τρίτη 28 Μαρτίου 2017

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Το έγραψα πέρυσι  «κατόπιν εορτής», το θυμίζω σήμερα λίγες μέρες πριν το Πάσχα, χωρίς να έχω την ψευδαίσθηση, ότι θα αλλάξει κάτι.  
Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής, έγινα μάρτυρας ενός απίθανου μποτιλιαρίσματος επιταφίων.   Στη συμβολή «Νικηφόρου Θεοτόκη» και «Φιλαρμονικής», για πολλή ώρα εν μέσω του πλήθους, που απαθανάτιζε, τις στιγμές της «ανείπωτης λύπης»,   ακινητοποιήθηκαν δυο ανθοστολισμένοι επιτάφιοι,  συνοδευόμενοι από φιλαρμονικές, χορωδίες,  προσκόπους - όχι άλκιμους - παππάδες, νόντσολους και μικρά κοριτσάκια που έραιναν με ροδοπέταλα. Επόμενο ήταν, δεν χωράει άλλους αυτή πασαρέλα… 
         Φαίνεται ότι η Κέρκυρα, αφού δεν μπορεί να κάνει  ένα καρναβάλι της  προκοπής, έχει βάλει τα δυνατά της, να μετατρέψει τις πασχαλινές  θρησκευτικές εκδηλώσεις,  σε καρναβαλικές. Το πολυδιαφημισμένο Κερκυραϊκό Πάσχα  είναι ένα μεγάλο ψέμα. Η επιτομή του «φαίνεσθαι».   Σαν εκείνον τον κόκκινο μπότη με τα διαφημιστικά,  που χρειάζεται γερανός για να τον ανεβάσει στο ψηλό μπαλκόνι που αντικρίζει την πλατεία της πόλης,  σαν εκείνα τα αναμμένα μπαλόνια, που το βράδυ της Ανάστασης, κάτω από καλύτερες  καιρικές συνθήκες, θα μπορούσαν να επιστρατεύσουν την πυροσβεστική.  Σαν τα πυροτεχνήματα  με τα κοντά πόδια, που η λάμψη  τους  διαρκεί  όσο  το ψέμα. Το  λέμε χρόνια να σταματήσει αυτό το πανηγύρι.  Να σταματήσει αυτή η φιέστα που θυμίζει καρναβάλι,  «Αστόρια» έχουμε καταντήσει. Από τους συνταξιούχους προσκόπους, τις αδελφές νοσοκόμες, τους ναύτες και τους «πεζοναύτες», μέχρι το τελευταίο λυκόπουλο, όλοι θέλουν να λάβουν μέρος σε αυτήν την παράνοια που ονομάζεται Κερκυραϊκό Πάσχα. Θα με ρωτήσετε για ευθύνες,  όλοι έχουμε ένα μέρος ευθύνης, κυρίως όμως έχουν  η θρησκευτική και πολιτική ηγεσία, που χρόνια τώρα σέρνονται κάτω από μια άνευ προηγουμένου εμπορευματοποίηση   και έχουν μετατρέψει μια θρησκευτική γιορτή, που  στο νησί μας ξεχώριζε ο εορτασμός της,  σε μια ατραξιόν κακού γούστου.
          Την επιτυχία, θα το δείτε αύριο και γραμμένο και στον τοπικό τύπο,  την μετρούν  με όρους αγοράς, με τις αφίξεις, την αγοραστική δύναμη των επισκεπτών, την πληρότητα των ξενοδοχείων, τις εισπράξεις των καταστηματαρχών.  Τι και αν  συγκρούονται οι επιτάφιοι . Το κέρδος μετράει.
Η θρησκευτική ηγεσία, που θα μπορούσε ως  καθ΄  ύλην αρμόδια να σταματήσει αυτήν την  κατρακύλα, δείχνει όλα αυτά τα χρόνια να  ακολουθεί τις επιταγές της αγοράς, επικροτεί  τις εκδηλώσεις του "φαίνεσθαι",  «δίνει την ευλογία της», σε μια λογική που θέλει να μετατρέψει μια παράδοση  υψηλής θρησκευτικής και πολιτισμικής αξίας, σε φτηνό τουριστικό προϊόν.
Το χειρότερο είναι, ότι αυτό το καρακιτσαριό  επεκτείνεται με ταχείς ρυθμούς και στην κερκυραϊκή ύπαιθρο.  Μικρά πανηγυράκια, κακέκτυπα της μεγάλης εικόνας, στήνονται πλέον στα χωριά του νησιού μας, σβήνοντας τα αρώματα της άνοιξης που περνούν  μέσα  από τα ασβεστωμένα στενά σοκάκια .
Τα θρησκευτικά δρώμενα  σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα τοπικά έθιμα  μέσα σε ένα περιβάλλον φυσικού κάλλους, με πλούσια πολιτιστική κληρονομιά,  που έχουν καταστήσει το Κερκυραϊκό Πάσχα μοναδικό, δυστυχώς χρόνο με το χρόνο,  βλέπουμε να εντάσσονται στην υπηρεσία της αγοράς.  Και η λογική της αγοράς, που δεν έχει το θεό της, ή μάλλον θεός της είναι  το χρήμα,  ξέρετε πού οδηγεί τα πράγματα. Το βιώνουμε… Μας τα πήραν όλα, να μη  μας πάρουν και το Πάσχα...


Τετάρτη 22 Μαρτίου 2017

"Και ο γρανίτης άμμος γίνεται …"

Δεν είχα πάει κάπου. Κάπου χαμένος  στο χρόνο γύριζα. Εκεί στο Άλφα, που σβήνει όλα τα βήματα, που προηγήθηκαν.  Σε χρόνο μηδέν,  που σε απελευθερώνει από τα περιττά, που σε ελαφρώνει από τα βάρη, που  με επιμέλεια απέκτησες.  Στην κοιλιά της μάνας μου πήγα, για να μάθω να περπατάω απ’ την αρχή. Όχι να θυμηθώ τα πρώτα βήματα, να γνωρίσω τα καινούργια. Γύρισα με τρεις δρασκελιές, πατώντας πάνω από τον γκρεμισμένο μικρόκοσμο,  που με ταλαιπωρούσε.  Μια στιγμή φτάνει, για να σ’ απαλλάξει απ’  τα σκουπίδια που μαζεύεις τόσα χρόνια εν αγνοία σου. Μια στιγμή φτάνει, για να σου  γκρεμίσει τα παλάτια, και να σου αποδείξει, ότι ήταν λάθος να πιστεύεις ότι δεν τα είχες  κτίσει στην άμμο.  Είναι η στιγμή που ο γρανίτης, άμμος γίνεται. Τότε ο  χρόνος αποκτάει την ορθή του διάσταση. Ο «ορθός χρόνος», όπως επισημαίνουν  και οι σοφοί, αλλά εμείς μες στην πολλή σκοτούρα και τη θολούρα, που να το καταλάβουμε. Εκ των υστέρων μετράμε τα κέρδη και τις φθορές, από τα συντρίμμια αναζητάμε το χαμένο χρόνο. Και την αγάπη. Εκ των υστέρων αποσαφηνίζουμε προθέσεις και συναισθήματα. Όσο για το φινάλε, μόνο στη φαντασία μας αποκτάει πραγματική διάσταση,  άλλωστε  κανείς δεν μας έδειξε την επομένη μέρα. 

Η καθημερινότητα ωχριά μπροστά στη μεγάλη στιγμή. Η πραγματικότητα, χάνεται κάτω από τα πόδια μας, που δεν πατάνε, δεν περπατάνε… κλωτσάνε. Και αυτό που συμβαίνει, είναι αυτό που λίγο - πολύ συμβαίνει με τα βουρκωμένα μάτια: «η εικόνα του κόσμου εξανθρωπιζόταν μέσα από το σπασμένο τζάμι των δακρύων».
Μπροστά σ’ αυτόν το μικρό απολογισμό μιας στιγμής, που κράτησε μια ζωή,  μόνο αισθήματα μπορώ να εκθέσω.
Μπροστά στην  έφοδο της πιο μικρής συγκίνησης, όλα τ’  άλλα μοιάζουν χάρτινες αρματωσιές.
Η απουσία; Μια παρουσία, σε μια στιγμή, που ανακαλύπτεις, την ανεκτίμητη  αξία της ζωής. Σε ένα κόσμο που βασιλεύουν τα πιο βαθιά συναισθήματα. Εκεί που ο γρανίτης άμμος γίνεται …  

ΥΓ. Ποτέ το παραπάνω δεν θα το έγραφα για μένα, άλλωστε η δική μας ζωή υπολείπεται  της ζωής, αυτών που αγαπάμε βαθιά… Το κείμενο γράφτηκε  το 2013 και αφορά αυτούς που ένοιωσαν για μένα σήμερα, όπως εγώ τότε…     

Η ζωή έχει ρυτίδες και δρόμους

Από τη μια η ζωή περνά μέσα από τις λέξεις, από την άλλη περιμένει έξω από αυτές. Η πρώτη θέλει σκέψη, η δεύτερη θέλει να τη ζήσεις. Η πρώτη...