Η αφορμή ήταν το βάρος, που μου δημιουργεί ο χειμώνας που έρχεται. Από εκεί ξεκίνησε ο προβληματισμός που γέννησε αυτό το κείμενο και την ανάγκη να εξεγερθώ απέναντι σε όσα βαραίνουν τη σκέψη μου. Το δημοσιεύω ξημερώματα Κυριακής και θέλω, από σήμερα, να προσπαθήσω να κάνω πράξη όσα γράφω. Το βγάζω από μέσα μου για να συναντήσει τους ανθρώπους που το χρειάζονται.
Η μικρή εξέγερση της χαράς
Με γαληνεύει η ρουτίνα. Η ήσυχη συνέχεια των πραγμάτων, η μία μέρα που ακουμπά στην άλλη, ο χρόνος που προχωρά χωρίς να απαιτεί από μένα να γνωρίζω από τώρα τι με περιμένει στην επόμενη στροφή.
Θέλω να περιμένω τον Νοέμβρη με τις βροχές του, τα απογεύματα που μικραίνουν, τα φώτα που ανάβουν νωρίς. Να έρθουν τα Χριστούγεννα, να περάσει ο χειμώνας, να ξανανοίξει ο καιρός, να φτάσει το καλοκαίρι. Να κυλάει ο χρόνος κι εγώ να βρίσκομαι μέσα του, διαθέσιμος να τον ζήσω.
Θέλω να αφήνω λίγο από το αύριο μέσα στο νέφος του, χωρίς να ψάχνω από τώρα στις σκιές του, όσα μπορεί να με περιμένουν. Όταν έρθει, θα πάρει το σχήμα του. Ως τότε, θέλω να έχω ελεύθερα τα χέρια μου για τη σημερινή μέρα.
Δεν φοβάμαι τις εκπλήξεις της ζωής. Εκείνο που θέλω να αλλάξω είναι η συνήθεια να τις προεξοφλώ, να πληρώνω από σήμερα το τίμημα μιας δυσκολίας που δεν έχει ακόμη εμφανιστεί.
Θέλω να αφήσω τον Νοέμβρη να έρθει και να είναι Νοέμβρης. Όταν προκύψει κάτι δύσκολο, θα το αντιμετωπίσω. Ως τότε, η βροχή δικαιούται να είναι μόνο βροχή.
Κάπου εδώ αρχίζει η δική μου υπόθεση με τον χρόνο.
Γιατί, μαζί με την ησυχία που αναζητώ, θέλω να ξαναβρώ κάτι που έχασα στην πορεία. Την παιδική χαρά. Όχι την ηλικία, ούτε τον κόσμο όπως ήταν τότε. Εκείνον τον τρόπο να στέκεσαι απέναντι σε αυτό που έχεις μπροστά σου και να του παραχωρείς ολόκληρη την προσοχή σου, σαν να μην υπάρχει τίποτε άλλο που να διεκδικεί τη στιγμή.
Όταν ήμουν παιδί, ένα παιχνίδι μπορούσε να γεμίσει ένα απόγευμα. Μια εκδρομή γινόταν γεγονός, η Κυριακή είχε τη δική της προσμονή, το καλοκαίρι άρχιζε πολύ πριν φτάσει. Η χαρά δεν περίμενε να συμβεί κάτι σπουδαίο. Ένα μικρό πράγμα αρκούσε για να κάνει τον κόσμο μεγάλο.
Το λίγο ήταν αρκετό. Κάπου στην πορεία, όμως, το αρκετό παραμερίστηκε. Στη θέση του εγκαταστάθηκε το ανικανοποίητο, αυτός ο αόρατος ένοικος που βρίσκει πάντα κάτι ακόμη να ζητήσει. Μόλις αποκτήσουμε αυτό που επιθυμούσαμε, ο χθεσινός προορισμός γίνεται αφετηρία για το επόμενο. Η επιθυμία μετακινεί διαρκώς τον ορίζοντα και η χαρά μένει να την ακολουθεί.
Έτσι, ακόμη κι όταν η ζωή μάς προσφέρει κάτι όμορφο, εμείς κρατάμε ανοιχτό λογαριασμό μαζί της. Κάτι λείπει, κάτι θα μπορούσε να είναι καλύτερο, κάτι άλλο περιμένει στη σειρά. Και το παρόν, αντί να γίνει τόπος κατοικίας, καταντά αίθουσα αναμονής.
Μπορεί να έχουμε μπροστά μας ένα ολόκληρο καλοκαίρι και να σκεφτόμαστε πόσο γρήγορα περνάει. Να καθόμαστε με έναν άνθρωπο που αγαπάμε και να μας απασχολούν όσα πρέπει να γίνουν αύριο. Να πίνουμε τον καφέ μας και να βιαζόμαστε να τελειώσει, για να περάσουμε στο επόμενο πράγμα.
Κι αυτό το κάνουμε ακόμη και στον έρωτα.
Δύο άνθρωποι έρχονται κοντά, το σώμα αναζητά το σώμα, η επιθυμία γίνεται άγγιγμα, ανάσα, προσμονή. Κι όμως, ακόμη κι εκεί, μπορεί να βιαζόμαστε να φτάσουμε στην κορύφωση και να χάσουμε τη διαδρομή που μας οδηγεί ως αυτήν. Να αντιμετωπίζουμε τη στιγμή σαν προορισμό, αντί να την αφήνουμε να συμβεί.
Ο οργασμός κρατά μια στιγμή. Κι όμως, μπορεί να γίνει ολόκληρος κόσμος, όταν είσαι πραγματικά εκεί, όταν το σώμα και ο νους συναντιούνται στο ίδιο παρόν. Δεν είναι μόνο η κορύφωση. Είναι η παράδοση στη στιγμή, η αίσθηση πως για λίγο δεν υπάρχει τίποτε που χρειάζεται να προλάβεις, τίποτε που πρέπει να αποδείξεις, τίποτε που να σε περιμένει έξω από αυτό που ζεις.
Και αναρωτιέμαι πόσες στιγμές της ζωής μας περνούν έτσι, με εμάς μισούς μέσα τους και μισούς ήδη αλλού.
Κάπως έτσι, η ζωή περνάει κι εμείς περιμένουμε την επόμενη ζωή.
Και τότε σκέφτομαι εκείνα τα καλοκαίρια. Τα ένθεα του Σικελιανού, τα μεταφυσικά και εκστατικά του Ελύτη, τα αισθησιακά και αστικά του Κοσμά Πολίτη. Πού βρίσκεται σήμερα εκείνη η μέθη του καλοκαιριού; Στη θάλασσα, στο φως, στη ζεστή πέτρα που κρατά ακόμη τη θερμοκρασία της ημέρας; Ή μήπως όλα βρίσκονται στη θέση τους κι εκείνο που άλλαξε είναι το βλέμμα μας;
Δεν θέλω να γυρίσω πίσω. Θέλω να πάρω μαζί μου εκείνο το βλέμμα, την ικανότητα να χαίρομαι αυτό που υπάρχει, χωρίς να του ζητώ να γίνει κάτι περισσότερο για να αξίζει.
Ξέρω πως ο κόσμος δεν τελειώνει στα όρια της δικής μου χαράς. Έξω από τη δική μου καθημερινότητα απλώνεται ένας ολόκληρος κόσμος πόνου. Πόλεμοι, παιδιά που πεινούν, άνθρωποι που ξεριζώνονται από τις πατρίδες τους, φτώχεια, αδικία, βία, μοναξιά, άνθρωποι που παλεύουν καθημερινά για τα στοιχειώδη και άλλοι που συνθλίβονται κάτω από το βάρος μιας κοινωνίας που συχνά τους προσπερνά. Ο πόνος αλλάζει πρόσωπα, τόπους και αιτίες, αλλά παραμένει εκεί, μέσα στην ανθρώπινη περιπέτεια, και ζητά από όλους μας να τον κοιτάξουμε κατάματα.
Μα η γνώση του σκοταδιού δεν χρειάζεται να καταργήσει το φως. Μπορώ να βλέπω τον κόσμο όπως είναι και να χαίρομαι τη θάλασσα. Να γνωρίζω πως ο χειμώνας θα φέρει δυσκολίες και να περιμένω τις πρώτες του βροχές. Να κρατώ τα μάτια μου ανοιχτά στον πόνο και στην ομορφιά.
Γιατί, αν θέλω να είμαι χρήσιμος στους ανθρώπους που δοκιμάζονται, χρειάζομαι δύναμη για να σταθώ δίπλα τους και αισιοδοξία για να τη μεταδώσω, πίστη πως ακόμη και μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες υπάρχει χώρος για αγώνα, αλληλεγγύη και μια καλύτερη μέρα. Ο άνθρωπος που υποφέρει χρειάζεται ένα χέρι να κρατηθεί, μια παρουσία που θα του δώσει κουράγιο, έναν άνθρωπο που θα σταθεί δίπλα του με το κεφάλι ψηλά.
Ο πόνος ζητά τη συμπαράστασή μας, όχι την παράδοσή μας. Κι η αισιοδοξία αποκτά την πραγματική της αξία όταν γίνεται δύναμη για τον άλλον.
Αυτό θέλω να αλλάξω μέσα μου, τον τρόπο που στέκομαι απέναντι στη ζωή.
Να πάψω να ζητώ από κάθε στιγμή να δικαιολογήσει την ύπαρξή της με μια υπόσχεση για κάτι καλύτερο. Να μη μετατρέπω την προσμονή σε αγωνία και το αύριο σε χρέος που πρέπει να εξοφλήσω από σήμερα. Να μπορώ να επιθυμώ χωρίς να ακυρώνω εκείνο που ήδη έχω.
Κι αν αυτό είναι μια μικρή εξέγερση, ας είναι. Απέναντι στην αδιάκοπη απαίτηση για περισσότερο, στην ανησυχία που προηγείται των γεγονότων, στη συνήθεια να αναβάλλουμε τη χαρά ώσπου να τακτοποιηθούν όλα.
Δεν θέλω να πάψω να ονειρεύομαι. Θέλω να πάψω να αντιμετωπίζω τη ζωή που έχω σαν πρόχειρο σχέδιο μιας άλλης, καλύτερης ζωής.
Θέλω να μάθω ξανά να λέω «μου φτάνει» και να το εννοώ. Όχι επειδή τελείωσαν οι επιθυμίες μου, αλλά επειδή δεν θέλω να τους παραχωρήσω ολόκληρη τη ζωή μου.
Να αφήνω τον χρόνο να κυλάει χωρίς να τρέχω διαρκώς μπροστά του. Να περιμένω το καλοκαίρι και να χαίρομαι τη διαδρομή προς αυτό. Να απολαμβάνω τον καφέ, τη βόλτα, τη θάλασσα, το φως που μπαίνει από το παράθυρο. Να ξαναβρώ εκείνο το παιδί που μπορούσε να γεμίσει έναν ολόκληρο κόσμο με αυτό που είχε μπροστά του.
Τη ζωή την ώρα που συμβαίνει.
Και τώρα που σου γράφω, αγαπητέ συνένοχε αναγνώστη,
«Ξημερώνει Κυριακή.
Μη μου λυπάσαι.
Είναι όμορφη η ζωή.
Να το θυμάσαι». Λιγότερα

