Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Θα περιμένουμε



Διάβαζα την Κωμικοτραγική Ιστορία του ελληνικού Έθνους, του Βασίλη Ραφαιλίδη, ως που μια ομάδα νεοελλήνων με διέκοψε. Η κωμικοτραγική Ιστορία δυστυχώς συνεχίζεται. Ο συγγραφέας δικαιώνεται πλήρως. Αυθαίρετα συμπέρασμα, κουτσομπολιά βεβαιότητες, φήμες, που βαφτίστηκαν μαρτυρίες, ιδεολογική σύγχυση, πολλές μαλακίες. Εν τέλει Πονοκέφαλος. Γιατί ψάχνω παράθυρα; Για να φύγει το μάτι μέχρι εκεί που δεν βλέπει. Για να φύγει το μυαλό μέχρι εκεί που δεν φτάνει. Κλεισμένος τόσα χρόνια σε μια πόλη που έχει κάνει την ανακύκλωση επιστήμη, μόνο ένα ανοιχτό παράθυρο, σου δίνει ανάσες αντοχής και χρόνο υπομονής.
Όχι από σας δεν περιμένουμε τίποτα, και ο κάδος της ανακύκλωσης θα σας ξεράσει. Γιατί επιμένετε, τι προσπαθείτε επιτέλους να αποδείξετε; Μετά το ξέσπασμα της μεγάλης αγανάκτησης, έρχονται ωριμότερες σκέψεις. Μήπως δεν καταλαβαίνουν, μήπως είναι ηλίθιοι, μήπως είναι ψυχικά ασθενείς, μήπως κάποια παιδικά τραύματα δεν κατάφεραν να ξεπεραστούν; Όπως και να έχει, δεν πάει άλλο, έχει ξεπεράσει τα όρια της ανακύκλωσης αυτή η ανθρώπινη πάστα, εξαντλήθηκαν οι ανοχές μας.
Είμαστε σε μια διαδικασία αναζήτησης όχι πλέον στέγης, εμείς ασκεπείς τόσα χρόνια πορευόμαστε, αλλά έκφρασης. Και μπορεί να υπάρχει απογοήτευση, μπορεί να ορθώνονται τείχη, μπορεί να μην έχουμε χρόνο να τ’ αλλάξουμε όλα, αλλά αυτόν που έχουμε να τον διαχειριστούμε με σεβασμό προς τον εαυτό μας.

Δυστυχώς ξυπνήσαμε μια μέρα και είχαμε διανύσει την μισή ζωή, όπως σχολιάζει η ραδιοφωνική μου φίλη «Κοιτάξαμε πίσω φωτιά, κοιτάξαμε μπροστά φωτιά. Πυροβάτες μια ζωή. Θα προχωρήσουμε όσο αντέξουμε, θα κλείσουμε τις τρύπες, θα μαζέψουμε τη ψυχή μας, θα ξεσκονίσουμε τα χέρια μας, θα καθαρίσουμε τα μάτια μας από τις παλιές εικόνες. Θα προχωρήσουμε.
Δυστυχώς, κοιτάμε πίσω βουνά. Κοιτάμε μπροστά βουνά. Κοιτάμε τα πόδια μας και με παπούτσια και χωρίς, τα ίδια βήματα μπορούν να κάνουν.
Θα προχωρήσουμε μπορεί να μην έχουμε χρόνο πια για να αλλάξουμε τον κόσμο, αλλά αυτόν που έχουμε θα τον κατοικήσουμε με ευγένεια προς τον εαυτό μας. Και θα περιμένουμε…»

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

Ανεπίκαιρες αλήθειες



Και αν επιστρέφω στις ανεπίκαιρες αλήθειες μου, είναι, γιατί το χρονογράφημα μου, κινείται σε άχρονους χρόνους και την επικαιρότητα την υπαγορεύουν κάθε φορά δυνάμεις, που ξεπερνούν την επανάληψη στη θλίψη. Θα συνεχίσουμε απαντώντας με σιωπή, σε όλα αυτά που περίμενα, και με υπομονή μεγάλη, μέχρι η χώρα να απαλλαγεί και από τα τελευταία υπολείμματα της μεταπολιτευτικής περιόδου. Ολοταχώς στην γλυκιά μελαγχολία του Σεπτέμβρη, που εφέτος δεν  είναι χάρτινος, αλλά σκληρός σαν τον Απρίλη του ’46. ή του ’67
Τα γεγονότα από μόνα τους, δεν διαθέτουν νου, δεν έχουν καρδιά, δεν έχουν άποψη, στάση ζωής, δεν διαθέτουν ιδεολογία, φιλοσοφία, δεν φιλτράρονται από καμία συνείδηση.
Το «πως έγινε» τελικά δεν έδειχνε τίποτα. Η απλή περιγραφή χωρίς την αιτία δεν μπορούσε να με δικαιώσει, ή να με καταδικάσει. Έπρεπε να ψάξω το «γιατί» αυτό που συγκεντρώνει τελικά και όλη την ευθύνη.

Η απάντηση, που έψαχνα βαθιά στο υποσυνείδητο μου και τις περισσότερες φορές την δημοσιοποιούσα, αυτή τελικά έπρεπε να κριθεί, αυτή έδειχνε την πραγματικότητα και τα όποια γεγονότα ωχριούσαν μπροστά της. Η ζυγαριά ποτέ δεν κάνει λάθος, παρ’ ότι κάποιες φορές δείχνει να προσποιείται. Από τον εαυτόν του όμως, πως να κρυφτεί κανείς. Το όλον ζήτημα, λοιπόν βρίσκεται στις προθέσεις.
Δεν ξέρω γιατί έχω συνδυάσει αυτόν το μήνα με τις μετακομίσεις, όσες έκανα στην ζωή μου πάντα Σεπτέμβρη τις έκανα. Από τις φοιτητικές μέχρι τις πρόσφατες των ρήξεων και των κατεδαφίσεων.
«Στο μεταίχμιο αυτής της εποχής σε εκείνο ακριβώς το σημείο που σε ξεγελάει», έγραφα παλαιότερα, «ανασύρω απ’ τα συρτάρια της μνήμης μου όλες εκείνες τις πράξεις που μου δίνουν το δικαίωμα να καταδικάσω τον εαυτό μου. Αρνούμαι να συμπλεύσω σε ρεύμα προς τα πίσω. Η κόλαση που κουβαλάω εδώ, εκτεθειμένη στο άπλετο φως που μας χρειάζεται, οι καπνοί δεν εμποδίζουν τον ουρανό, ποτέ δεν θα τον κάνουν να λησμονήσει το γαλάζιο

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

Από εδώ μπορώ




Είναι ανώφελο να συνεχίσουμε.  Τα επιχειρήματα  είναι χρήσιμα, όταν έχουμε να κάνουμε με κανονικούς ανθρώπους. Με ανθρώπους που γνωρίζουν ότι πίσω από τους   αριθμούς  κρύβονται άνθρωποι. Άνθρωποι που πεινάνε που κρυώνουν, που φοβούνται,  που λυπούνται, που νοιώθουν. Όταν έχουμε να κάνουμε με ανθρώπους, που φουσκώνει η φλέβα τους από θυμό, γιατί από εκεί περνάει ζεστό  αίμα.  Που χαμηλώνουν το βλέμμα  μπροστά στο δράμα, που δεν είναι από μάρμαρο!
Είναι ανώφελο, να επισημαίνουμε τα αυτονόητα, με λέξεις άγνωστες, στους απέναντι. Είναι σαν να παραμιλάμε για να μην τρελαθούμε, σαν να τσιμπιόμαστε  για να επιβεβαιώσουμε  ότι δεν πρόκειται για εφιάλτη, που αναστάτωσε τον ύπνο μας, αλλά για έναν κατακλυσμό,  που απειλεί να μας αφανίσει. 

Τι κάνουμε;  Τι άλλο από να κρατηθούμε όρθιοι  και να προσηλωθούμε ο καθένας στον στόχο του.  Γι’ αυτό που μπορεί να δώσει για τον εαυτό του και για όλους.  Δεν φώναξα συνθήματα στην πορεία, όχι δε σνομπάρω, αλλά δεν μου βγαίνει, μπορώ όμως από εδώ να πολεμήσω και ο άλλος από εκεί, και κείνος από δίπλα, μπορώ από εδώ να νικήσω, αλλά και αν χάσω, από εδώ μπορώ να αντέξω και την ήττα.
Πολλά μέτωπα ανοιχτά μεγάλες οι ανάγκες, δεν μπορούμε. Θα λειώσουμε. Θα τελειώσουμε.  Γι’ αυτό από τη θέση του ο καθένας, που μπορεί να σημαδεύει και να βρίσκει  το στόχο. Αυτό το λίγο είναι πολύ. Είναι η πρώτη γραμμή της μάχης του καθένα και όλων μαζί.
Δεν χρειάζεται να κολλήσουμε και άλλα ένσημα  από την παρουσία μας  εδώ και εκεί και πουθενά στο τέλος. Να σκοπεύσουμε απευθείας  στην καρδιά, εκεί  που η  δική  μας  η  καρδιά  μπορεί και ξέρει.



Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 2014

Γράφω για να μη μιλήσω

«Όπως, κάποιοι εργάζονται από πλήξη, μερικές φορές γράφω γιατί δεν έχω τι να πω…» Και τι να πω;  Ξεκινάω καλοπροαίρετα, χωρίς υποψίες και σχεδόν πάντα συναντάω μικρές νοθείες. Ψέματα καλυπτόμενα με άλλα ψέματα, και πορείες χωρίς κανένα προσανατολισμό. Το χειρότερο; Δεν ξέρουν τι θέλουν. Δεν έχουν όνειρα, δεν έχουν σχέδιο, δεν έχουν συναίσθημα. Μια συνήθεια ακολουθούν. Τους είπαν ότι είναι σπουδαίο πράγμα η εξουσία και αυτοί γαντζώθηκαν, για να καλύψουν τις αδυναμίες τους, να σκεπάσουν τις πομπές τους,  να ικανοποιήσουν  τα κόμπλεξ τους και την ανεπάρκεια τους.  Αυτά γενικά…  
Αν εδώ και κάποια χρόνια, εμείς οι «αιρετικοί» αμφισβητούσαμε το δημοκρατικό πολίτευμα, σήμερα στην πλειοψηφία του Λαού, έχει γίνει ολοφάνερο, ότι δημοκρατία δεν υπάρχει. Η  κρίση, που βιώνει με ιδιαίτερη σφοδρότητα η χώρα μας,  έσβησε και τις τελευταίες αμφιβολίες, σε όσους πίστευαν στην δημοκρατική λειτουργία. Πως αλλιώς από παρωδία μπορεί να χαρακτηρισθεί μια κυβέρνηση, που ψηφίστηκε από τον ελληνικό Λαό και αντί να εφαρμόζει τις εντολές του, εφαρμόζει τις εντολές των δανειστών της; Για ποια δημοκρατία μιλάμε; Γι’ αυτήν που δεν υπάρχει;


Οι «σωτήρες», που μας κυβερνούν, συσκέπτονται με τους κατακτητές και συνωμοτούν κατά του λαού τους, επιβάλλοντας με τρόπο βασανιστικό κάθε μέρα και νέα μέτρα. Εντολοδόχοι των τοκογλύφων, αναλαμβάνουν τον άχαρο ρόλο του εισπράκτορα, ρουφώντας και τις τελευταίες ρανίδες αίματος, των εξαθλιωμένων πολιτών, που ανήκουν στα κατώτερα στρώματα.
Για όσους προβλέπουν τον καιρό, η καταιγίδα ήταν αναπόφευκτη. Τα χρόνια πριν τη μεγάλη κρίση, δεν ήταν και τα καλύτερα για την ελληνική κοινωνία. Και επειδή οι αναμονές ανήκουν στα βαρέως ανθυγιεινά επαγγέλματα, εκείνοι που περίμεναν, πέρασαν δύσκολες μέρες. Γράψαμε για τη μανία της καταναλωτικής κοινωνίας, για την έλλειψη επικοινωνίας, για τις πελατειακές σχέσεις, για την εγκατάλειψη της υπαίθρου, για την μείωση της παραγωγής. Δεν ήταν και οι καλύτερες μέρες, πριν την κρίση. Η παιδεία, η υγεία, ο πολιτισμός, οι υποδομές, στο επίκεντρο των μεγάλων προβλημάτων.
Σήμερα έγιναν όλα επί μέρους και μια λέξη δεσπόζει στο στερέωμα Κρίση! Θα μας αντέξει το σκοινί. Ζούμε μια εκτροπή, έχουμε ζήσει και πιο σκληρές. Θα μας αντέξει το σκοινί, όπως τόσα χρόνια, άλλωστε μια ζωή ακροβατούσαμε. Μ’ αυτά και αυτά φτάσαμε ως εδώ. Έχουμε ζήσει και άλλες προδοσίες. Έχουμε ζήσει και άλλες συμφορές.



ΟΤΑΝ

Μια μικρή λέξη με το βάρος μιας ολόκληρης ζωής. Την λέμε και συνεχίζουμε, σαν να έχουμε χρόνο. Σαν ο χρόνος να είναι δικός μας, ένα πακέτο τ...