Παρασκευή 8 Φεβρουαρίου 2013

Το ταξίδι στην οδό ονείρων συνεχίζεται…


Αφορμή ένα παιγνίδι  μνήμης.    Γιατί δεν σβήστηκε εκείνη η στιγμή, στην αρχή της ηλικιακής αρίθμησης;   Ναι,  θυμάμαι εκείνη την εικόνα  στο  πανηγύρι,  με  τη ματιά ενός παιδιού, με το συναίσθημα και   τα χρώματα ενός παραμυθιού. Με την μαγεία της αθωότητας, με μια γλύκα που τα σκέπαζε όλα. Ένα  παλαιότερο σήμερα, που επανέρχεται, όταν  ανταλλάσσονται νοσταλγίες.   
Θα συνεχίσω τη διαδρομή, στην Οδό Ονείρων, με την βεβαιότητα ότι οι λέξεις δεν θα μπορέσουν να αποτυπώσουνε το όνειρο.
Θα συνεχίσω όμως,  ρίχνοντας λάδι στην φωτιά της ψυχής μου, που έχει ανάγκη απ’ αυτή τη μαγική διαδρομή.

Ο δικός μου δρόμος είχε πόρτες ανοιχτές, φωνές, χαρές, αστεία χωρίς παρεξηγήσεις, Α! είχε και παγωτατζή με το ποδήλατο, τον Αλέκο. Eίχε αρώματα από φρέσκο ψωμί, από καθαρό χώμα από τριανταφυλώνες και νεραντζιές, από γιασεμί και καμέλιες. Είχε τις γυναίκες στα πεζούλια να γνέθουν και να πλέκουν. Είχε καραγκιόζη πίσω  από το άσπρο σεντόνι. Είχε πολλά παιδιά που έπαιζαν χωρίς παιγνίδια. Είχε γλέντια,  χορούς και μουσική, πολύ μουσική.   Kατά τύχη ήταν η ίδια μουσική που ακούγονταν και στην «Οδό Ονείρων».  Ο δικός μου δρόμος είχε Έρωτες  Θεούς να μας συντροφεύουν και να μας σημαδεύουν με γλυκές πλέον αναμνήσεις.
Είχε και εικόνες που θυμάμαι μόνο, όταν κάποιο σημερινό απομεινάριο μου τις θυμίσει.
Ο δρόμος μου, παραμένει φωτεινός, ευτυχώς δεν το σκίασαν οι πολυκατοικίες, ο  ήλιος τον φωτίζει ακόμα, οι άνθρωποι είναι αυτοί που έφυγαν, τον αφήσαν μόνο του, χωρίς παιδιά χωρίς λαλιά.
«Πάω να πω στον ουρανό,/ πάω να πω στα σύννεφο/το πουλί δεν πιάνεται, /το πουλί δεν χάνεται/ πάνω απ’ τον ουρανό/μέσα από τον άνεμο άνθισε χρυσάνθεμο /πέφτουν πέταλα στη γη,/ παν να βρούνε το πουλί/ σκοτωμένο που λαλεί.
Και για τον επίλογο, που δεν σημαίνει το τέλος αυτής εδώ της μαγικής διαδρομής πάλι ο δημιουργός έχει το λόγο:
Εδώ τελειώνει η μουσική για την Οδό Ονείρων.
Εδώ τελειώνουν τα όνειρα  που μου δανείσατε  εσείς οι ίδιοι μια βραδιά, δίχως να το γνωρίζετε. Τώρα είναι αργά και όλοι οι φίλοι μου έχουν αποκοιμηθεί. Εγώ αθεράπευτα πιστός σ’ αυτό το δρόμο, θα ξαγρυπνήσω ως το πρωί για να μαζέψω τα καινούργια όνειρα που θα γεννήσετε, να τα φυλάξω και να σας τα ξαναδώσω μιαν άλλη φορά, πάλι σε μουσική.
Καληνύχτα…








  
  

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

«Η Γη Βγάνει Χρυσάφι»



Είναι η ασφάλεια της ρίζας, που σου διώχνει τις ανασφάλειες. Είναι το στερέωμα, της γης, που σε μεγάλωσε.  Είναι το πρώτο και το τελευταίο καταφύγιο, όταν γκρεμίζονται οι  ουρανοξύστες.  Η αφετηρία και ο τερματισμός. Για τη μάννα γη  το παρακάτω, από τη Σταματέλα.            
"Τη θυμάμαι. Πάντα. Με αγάπη. Με αυτή τη ζεστασιά που νιώθει κανείς όταν σκέφτεται πρόσωπα αγαπημένα που έφυγαν, αλλά άφησαν εικόνες, παραστάσεις, λόγια και στιγμές που δε σβήνουν, που μπήκαν στην καρδιά μόνιμοι μουσαφιραίοι. Η γιαγιά μου. Μου έλεγε πάντα παραμύθια, που κι εκείνη τα θυμόταν από τη δική της γιαγιά ή της μάνα της. Για τους «Δώδεκα Μήνες», για τον «Ράλλη που έστειλε προξενιά σε μια Κυρά Μεγάλη» και ιστορίες περασμένες. Πολλές φορές απλώς μου άρεσε να την παρατηρώ. Πάντα μαυροντυμένη – τον παππού τον χάσαμε νωρίς – με μαντήλι που στεφάνωνε το κεφάλι , καδράροντας τη γλύκα του προσώπου. Κι έπειτα τα χέρια της. Πόσο μου άρεσαν τα χέρια της. Τα χάιδευα, τα παίδευα μέσα στα δικά μου και έκανα στα ψέματα πως ισιώνω τα μισόκλειστα από τα αρθριτικά δάχτυλα. Κι εκείνη τα άπλωνε, κρατούσε ανάμεσα τους τα μάγουλα μου και με φιλούσε στο μέτωπο λέγοντας μου «σύρε τώρα να μου φέρεις τον κροσέ να κάμουμε και τα προικιά σου».

Από αυτή την εικόνα της γιαγιάς μου πάντα κάτι μου έλειπε όμως . Στο δάχτυλο της ποτέ δεν φορούσε βέρα. Μήπως την έβγαλε όταν πέθανε ο παππούς. Μια μέρα, διέκοψα αιφνίδια το προξενιό του Ράλλη σε μια Κυρά Μεγάλη και τη ρώτησα. «Που είναι η βέρα σου γιαγιά;». Κοίταξε το χέρι της σαν να το κατάλαβε μόλις εκείνη τη στιγμή και μου απάντησε. «Α,  ψυχή μου την έχω χαμένη πολλά χρόνια». Πόσο κρίμα σκέφτηκα. Πρώτα να χάνει τον άντρα της νωρίς κι ύστερα να χάνει το σύμβολο που τους έδεσε.
Ένα πρωινό καλοκαιριού, οι γονείς μας θα πήγαιναν στο κτήμα για δουλειές και όπως συνήθως ακολουθήσαμε με τον αδελφό μου  για να παίξουμε «περιπέτεια», δηλαδή ότι μας  ερχόταν στο κεφάλι. Ο πατέρας μου με το αυτοκίνητο για να μεταφέρει το φόρτωμα κι εμείς εννοείται καβάλα στο γάιδαρο, ενώ  η μάνα μας πεζοπορία, πλοηγός του ζωντανού για να μη βρεθούμε σε κανένα γκρεμό. Η αποστολή αυτού του ετερόκλητου λόχου ήταν να βγάλουμε πατάτες.
Η μέρα στο κτήμα προχωρούσε με πολύ σκάψιμο για τους γονείς, ενώ με τον αδελφό μου είχαμε καβαλήσει το σαμάρι του γαϊδάρου και παίζαμε καουμπόηδες. Ξαφνικά ακούμε τη μάνα μου να φωνάζει μια εμάς, μια τον πατέρα μας και ύστερα να κλείνει το κρεσέντο με επίκληση στο Θεό. Τρέχουμε και τη βλέπουμε σε κατάσταση ενθουσιώδη να κρατά κάτι ανάμεσα στα χέρια. «Εκεί που τσάπιζα, πετάχτηκε και με χτύπησε στο μέτωπο». Άνοιξε τα χέρια και μέσα από το χωμάτινο κουκούλι άστραψε λίγος χρυσός. Ήταν η βέρα της γιαγιάς μου. Τόσα χρόνια τη φιλοξενούσε η γη, αλλά νισάφι , είπε να γυρίσει σπίτι της. Και γύρισε! Η επιστροφή μας στο σπίτι έγινε με ανείπωτη χαρά και ανυπομονησία. Η μάνα μου πλησίασε τη γιαγιά και με δυο μάτια μεγάλα έβγαλε μπροστά της τον ανεκτίμητο θησαυρό. Η γιαγιά διάβασε στο εσωτερικό της βέρας της το όνομα του παππού και τη φόρεσε στο δάχτυλο της για να ξεκουραστεί από τις περιπέτειες. Τι στιγμές αιώνιες κι ας κρατούν λίγα λεπτά.
Αυτό το κομμάτι χρυσού, που κάποτε το έχασες, έμελλε να το ξαναβρείς και όταν μόνη σου το έβγαλες από το δάχτυλο σου, τη στερνή σου ώρα, «για την κοπέλα μας»,  όπως είχες πει, τότε ρίζωσες για πάντα στην καρδιά μου. Τώρα που με τα ενήλικα πια χέρια μου βάλθηκα να δουλέψω το ίδιο χώμα που κάποτε κατάπιε τη βέρα σου, θυμήθηκα τα λόγια σου από τότε. «Η γη βγάνει χρυσάφι». Άλλωστε το είδα με τα μάτια μου!"

        

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013

Εδώ στου δρόμου τα μισά


Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Το μυαλό είναι το πρόβλημα. Ζηλεύει. Όχι στιγμές περασμένες. Στιγμές καινούργιες που σβήνουν ό,τι πέρασε, που προχωρούν ένα βήμα παραπέρα. Είναι στιγμές που νοιώθω την ανάγκη να ακινητοποιήσω το χρόνο, όχι για να ζήσω την ευτυχία της στιγμής, αλλά γιατί καμιά ευχή δεν έχει θέση. Ούτε ένα λεπτό πίσω, ούτε είκοσι χρόνια. Ούτε ένα λεπτό μπροστά. Λες και τούτο τελικά είναι το σημείο μηδέν. Κάπου εκεί στη μέση, ή για να είμαι απόλυτος, ακριβώς στη μέση. Πόσο πια το μυαλό να ωριμάσει, δεν θα τρώγεται. Αλλά και το πίσω έχει αναθεωρηθεί. Στερημένο από τις μετέπειτα εμπειρίες τι άξια μπορεί να έχει;
Η γνώση τελικά επιβάλει την ανάγκη, να μείνουμε εδώ στου δρόμου τα μισά, εδώ  που ξέρουμε πια ότι δεν ξέραμε, αλλά και έχουμε την δυνατότητα για ασφαλείς προβλέψεις.
Θα έχετε καταλάβει, ότι δεν  ασπάζομαι «Το όσο ζεις μαθαίνεις». Τι να μάθουμε πια;  Μπορεί η ανηφόρα να μας κούρασε, αλλά μας έδωσε την δυνατότητα να βλέπουμε από εδώ ψηλά και τις δυο κατηφόρες και αυτήν που μόλις ανεβήκαμε και αυτήν που έχουμε μπροστά μας και ετοιμαζόμαστε να κατεβούμε.
Έπρεπε να διαβώ χιλιόμετρα χρόνου, για να μην κάνω ούτε μια δεκάρα έκπτωση, για να μην σκέφτομαι με αριθμούς, για να μην κρατάω πισίνες, για να μην υπολογίζω κανένα αύριο.  Η ανηφόρα πράγματι μας  κούρασε, αλλά γύμνασε κατάλληλα τα   αισθήματα μας,  τόσο που να μη μετανιώνω  για ότι προηγήθηκε και για ότι θα ακολουθήσει.  Μπορώ να υποστηρίζω πλέον ότι: «ο έρωτας είναι πράξη ακραία και οριακή. Και ή τη ζεις με τα όλα της – συμπεριλαμβανομένης της ολικής καταστροφής ενίοτε – η την προσπερνάς, κι όταν γκριζάρεις ψάχνεις  τοίχους να ματώσεις το κεφάλι σου που δεν την έζησες».

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013

Σημασία έχει πρόθεση



Επανάληψη με κείμενο διαχρονικό. Το θυμήθηκα με αφορμή την υπόθεση τοκογλυφίας που ξεσκεπάστηκε  αυτές τις μέρες στο νησί μας. 
Μόνιμα αμυνόμενος σε μια κοινωνία, που με θέλει μετρημένο. Κομμένο και ραμμένο σε μέτρα πυγμαίου για ν’ αναλάβει εκείνη ως γίγαντας να με προστατεύσει.
Μια κοινωνία που προσπαθεί να μου προσάψει ενοχές και αμαρτίες.
Αλήθεια, τι θα πει αμαρτία; Ερώτηση, με κάθε δικαίωμα πονηριάς που μου έδινε η παρορμητική ηλικία.  
Μαζί της έφτιαχνα παραμύθια. Στο τέλος της διήγησης είχα καταλήξει στο συμπέρασμα. Σημασία έχει η πρόθεση...
«Βάλε στη ζυγαριά μια ληστεία που παραπέμπει στου Ρομπέν των Δασών το καιρό. Μια ελεημοσύνη  που ζωντανεύει Φαρισαίο. Ντοστογιεφσκικούς  φόνους που οδηγούν στο Θεό.  Μοιχείες που ξεφυτρώνουν απ’ την λαχτάρα του έρωτα. Συζυγικές σταθερότητες που θυμίζουν εβραϊκές συναλλαγές.  Αμαρτίες που οδηγούν στη λύτρωση.  Αρετές που οδεύουν για εξαργύρωση στα κοινωνικά και δημόσια ταμεία. Ψέματα που αναζητούν την ψυχική θαλπωρή. Ειλικρίνειες που οδηγούν στην ταπείνωση. Πάθη που ευλογούνται. Και απάθειες που θυμίζουν ψυχική τεμπελιά».
Έτσι πέρναγε η νύχτα .Διώχναμε τα κακά πνεύματα ξορκίζαμε το καλό και το κακό.
Στη συνέχεια του απολογισμού της... «Ξημερώσαμε γεμάτοι από άγιους φονιάδες, όσιες πόρνες και μαρξιστές ληστές».
 «Ξημερώσαμε σ’ έναν κόσμο γεμάτο ψευδοπροφήτες και μεσσίες. Δειλούς και υπολογιστές συζύγους. Εμπόρους δασκάλους και παπάδες. Υποκριτές πιστούς. Φυτά - πολίτες και νεκρωζώντανους υπηκόους.   Τα αργύρια της προδοσίας δεν οδηγούσαν τελικά στην συκιά αλλά στην καταξίωση».
Σημασία έχει η πρόθεση.
Ή πόλη είχε γεμίσει παράξενα υβρίδια. Ψιλοεκβιαστές, απατεωνίσκοι, αριβίστες, πολιτικοί φαφλατάνοι, ρουφιάνοι, γλείφτες, τοκογλύφοι, πολλοί μαλάκες, πουτάνες ψυχή τε και σώματι. Άχρωμοι και άοσμοι ζώντες οργανισμοί.
Στο χώρο μου, το κίτρινο κερδίζει έδαφος, πάει για πρωτάθλημα, ασορτί με μια κοινωνία που το χειροκροτεί, δείχνοντας, που το τραβάει ο οργανισμό της.
Βυθίστηκα ξανά, σε μια κατάσταση γνώριμη. Μόνος μου, λες και δεν χωράω πουθενά. Σε κανέναν σύλλογο, σε καμία ομάδα, σε κανένα κόμμα.





Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

Μοναξιάς στερέωμα


Να φταίει άραγε εκείνη η ατζέντα με τα «πρέπει», που φυλακίζει το μυαλό; Να φταίει το βράδυ που υποδέχεται με μοναξιά όμοια την επιτυχία και την αποτυχία; Να φταίνε κι αυτά τα πρωινά, που όσο κυλάει ο χρόνος στερούνται εκπλήξεων;
Ούτε ελεύθερο θέμα ούτε επιβαλλόμενο. Στέρεψα. Η επανάληψη με σκοτώνει. Δεν έχω καμία αμφιβολία, τα προβλήματα δεν τελειώνουν, θα μπορούσε όμως να μην είναι τα ίδια.
Τι να γράψω πάλι. Είναι οδυνηρό να παρακολουθείς, ένα κύκλο προβλημάτων που περιστρέφεται χρόνια τώρα από μπροστά σου και να είσαι υποχρεωμένος να επαναλαμβάνεις, κάθε φορά που η επικαιρότητα επιβάλλει τα ίδια πράγματα. Τα είπαμε. Τα γράψαμε. Τέλος.
Σε μια εποχή που τρέχει και δεν φτάνει, τα προβλήματα σέρνονται, τα ίδια και τα ίδια και μαζί τους είναι μέρες που σέρνομαι και εγώ.
Δεν ξέρω τη φταίει! Αρχίζω το ξεσκαρτάρισμα. Πετάω τ’ άχρηστα χωρίς το φόβο του κενού που θα μ’ αφήσουνε, γιατί είναι εκείνo το κενό, που σε τρελαίνει. Εδώ στη μικρή μας πόλη,  έχουμε την ψευδαίσθηση, ότι αποτελούμε το κέντρο του κόσμου. Σκιαμαχούμε διαρκώς αγνοώντας τις αιτίες κάθε φορά που δημιουργούν και οξύνουν τα προβλήματα.  Επιμένουμε να σκηνοθετούμε την πραγματικότητα για να μας χωρέσει. Δε μας αρκεί η ήπια βόλτα στα στενά σοκάκια, δε βολευόμαστε με την γαλήνη που μας δωρίσανε, γι’ αυτό κάνουμε φασαρία χωρίς αιτία. Γι’ αυτό βαφτίζουμε τα σοκάκια λεωφόρους.
Σκηνοθετούμε γεγονότα και ύστερα παίρνουμε την βολική θέση του θεατή, σχολιάζουμε κιόλας. Μπαίνουμε στο ψέμα και το ζούμε. Το βαφτίζουμε σημαντικό για να κερδίσουμε όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο βρασμού. Στο ζουμί μας.
Όλα τα μέτωπα ανοιχτά και εμείς στη δυσάρεστη θέση της επανάληψης. Και πώς να γίνει διαφορετικά. Από την κρίση την οικονομική, στα καθημερινά προβλήματα που κάνουν κύκλους περνώντας επιδειχτικά από μπροστά μας, για να μας επιβεβαιώσουν ότι οι επιπόλαιες προσπάθειες για την αντιμετώπιση τους, έχουν σαν τελικό αποτέλεσμα, μια τρυπά στο νερό.
Υπάρχουν μέρες που στυλώνεις τα ποδιά για να στερεώσεις ακόμα περισσότερο τη μοναξιά σου και είναι αυτές οι μέρες που δεν αρκείσαι στα λίγα, δεν σου φτάνει μόνο, το πείσμα, ο φόβος, ο πόνος, ο θυμός, η θλίψη το παράπονο. Τα θέλεις όλα μαζί, για να μπορέσεις να ισορροπήσεις . 
Είναι μέρες που σε αναγκάζουν να ψηλώσεις, τόσο που να τους βλέπεις πολύ μικρούς. Είναι οι μέρες που ευτυχώς συγκρούονται τα συναισθήματα και απενεργοποιούν τις παράλογες σκέψεις που περνούν απ’ το μυαλό μας, του τύπου
«Να τους ανατινάξω;» «Να τους βάλω φωτιά και να τους κάψω;»
Είναι οι μέρες που χρειάζεται. να κάνεις υπομονή…


Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Μπορείς και με κάρβουνο να ζωγραφίσεις


Το είχα γράψει μόλις επέστρεψα από τον «Τιτανικό».   1997! Η   Ελλάδα είχε τη ψευδαίσθηση ότι επιπλέει.  Με δραχμή ακόμα, έκανε επιχρίσματα για την είσοδο στο κοινό νόμισμα.   Έπρεπε να περάσουν κάποια χρόνια για να φύγει από τα μάτια μας η χρυσόσκονη  για  να δούμε και πίσω από την βιτρίνα.   Η καταστροφή επικυρωμένη από το χρόνο αποκτά ιδιαίτερη αξία. Το γεγονός δοσμένο από το σκηνοθέτη γίνεται μέσο ψυχαγωγίας σ’ έναν κόσμο που έμαθε να παρακολουθεί τις σφαγές από την τηλεόραση τρώγοντας τσιπς. Χρειάζεται χρόνος τελικά για να αποκτήσουν τα γεγονότα κάποια αξία. Όταν μετά από χρόνια θα παρακολουθούμε τη σημερινή πραγματικότητα σε κάποια ταινία, ίσως αντιληφθούμε το μέγεθος της καταστροφής.
Βρέχει, βρέχει συνεχώς, γκρίζα ομίχλη και παγωνιά. Ένα συνεχές δυστυχισμένο μισοσκόταδο. Στο σπίτι που αλλού. Δεν ξέρω, δεν ξέρω πράγματι τι να σκεφτώ και τι να πω. Πολύ θα ήθελα να έχω την απαραίτητη ανθεκτικότητα να ξαναρχίσω. Θα αρκεστώ τώρα να κλειδώσω το χρόνο. Έχω την ψευδαίσθηση ότι δεν του δίνω ελπίδες απόδρασης.
Είχα συνηθίσει στον ήλιο και τη ζέστη, στα χρώματα και στις αποχρώσεις, στο φως, σε πολύ φως. Θα συνηθίσω άραγε ποτέ σε τούτo το μαυρόασπρο τοπίο με όλες τις διαβαθμίσεις του γκρι; Μπορείς και με κάρβουνο να ζωγραφίσεις και με μολύβι, να μην ξεχνάμε και τις παλιές μαυρόασπρες φωτογραφίες.
Έβαλα τελεία με το μαύρο και συνεχίζω με κόκκινο στυλό. Οι διαχειριστές της εξουσίας, θα έχουν θέση στην ιστορία μόνο για να κρατηθεί η χρονική σειρά. Όνομα και χρονολογία, τίποτα παραπάνω στο εγκυκλοπαιδικό λήμμα. Ένα μεσοδιάστημα, κάτι σαν το μεσαίωνα. Το μεσοδιάστημα όμως είναι τώρα. Οι αντιστάσεις έχουν μειωθεί σημαντικά. Είμαστε άτυχοι που το ζούμε και θα έχουμε και ευθύνες αν πάει περισσότερος χρόνος χαμένος.
Η ανάγκη θα μας οργανώσει και πάλι. Ο χρόνος θα κυλήσει στην ώρα του, θα αρχίσει να μετράει κανονικά και οι εικόνες θα έχουν διαπεραστικά χρώματα. Τον κρατάω τον χρόνο εδώ φυλακισμένο, μην αναλωθεί άσκοπα σε τούτο  το βαθύγκριζο τοπίο.
Η ιστορία αφήνει πίσω της αληθινά συντρίμμια, κάποιες φόρες γίνονται αναμνηστικά και μοσχοπουλιόνται, όπως ο «Τιτανικός». Οι σημερινοί διαχειριστές ένα τοπίο στην ομίχλη, όχι όμως ικανό να εμπνεύσει έναν Αγγελόπουλο της εποχής.


Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Μια υπόκλιση

Η λεηλασία που έχουν υποστεί οι συνταξιούχοι, με το πρόβλημα να γίνεται οξύτατο σ’ αυτούς που παίρνουν χαμηλές συντάξεις, δεν έχει προηγούμενο. Δεν έχει προηγούμενο ελλείμματος συναισθημάτων, γι’  αυτούς που χωρίς ντροπή χτυπούν αδιακρίτως  στο ψαχνό τους πατεράδες τους και τις μανάδες τους. Ανθρώπους αδύναμους,  που δύσκολα μπορούν να βγουν στους δρόμους.  Με σύνταξη κάτω από το όριο της φτώχιας, τους επιβραβεύουν για τους κόπους μιας ζωής. Μια υπόκλιση από μια αναγνώστρια και φίλη  στους σιωπηλούς ήρωες της σημερινής Ελλάδας.      
«Σ’ όλες και όλους εσάς, που με τα άσπρα σας μαλλιά και τα ήρεμα μάτια σας, γιατί τα μάτια με τις δεκαετίες ηρεμούν, με τα ζαρωμένα χέρια σας και τη δυσκολία στο βάδισμα, σ’ όλες και όλους σας, υποκλίνομαι. Για όσα ζήσατε, για όσα δώσατε, όσα πήρατε και όσα δίνετε.
Για την έγνοια σας για εμάς και τα παιδιά μας, για τη βοήθεια σας στο μεγάλωμα τους, για την ερώτηση σας εάν ήπιαν σήμερα πορτοκαλάδα, για τις καραμέλες στην τσέπη σας, για τα δέκα τηλεφωνήματα όταν έχουμε πυρετό, γιατί μας κοιτάτε στα μάτια με αγωνία, γιατί  είστε πάντα σύμμαχοι, για εκατομμύρια λόγους τέλος πάντων αλλά κυρίως γιατί, παρά το ασταθές της βάδισης, εμείς όσο υπάρχετε, ακουμπάμε σε βράχο συμπαγή και ακλόνητο.

Με τα λάθη σας, με τα πάθη σας, με ό, τι κάνατε και ό,τι μετανιώσατε, είστε η σκεπή που μας προστατεύει. Κάποιοι από εσάς στα πανεπιστήμια, άλλοι στην οικοδομή, σε σχολεία, σε υπηρεσίες, στο εμπόριο, στα καράβια, φτάσατε στην αρχή της 3ης χιλιετηρίδας και μοιραστήκατε μαζί μας αισιόδοξα την αυτοπεποίθηση μιας κοινωνίας σε άνοδο. Σας επιβεβαιώναμε άλλωστε την αίσθηση, οι περισσότεροι από εμάς, με τους χαρτοφύλακες και τα ακριβά μας αυτοκίνητα.
Σήμερα, μπαίνει ο Φλεβάρης του ’13 και ξεκινά η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου. Οι τσέπες μάλλον θα πάψουν να έχουν καραμέλες και τα κόκαλα θα πονούν χωρίς θέρμανση. Τα γενόσημα ίσως να μην ανακουφίσουν τον πόνο. Η φωνή δεν είναι άλλο βροντερή για να βγει σε διαδήλωση και δε θέλει κιόλας. Η απογοήτευση άλλωστε δεν έχει φωνή.
Φωνή έχουν και μιλούν αδιάντροπα εκείνοι που συμφώνησαν, υπέγραψαν και εφαρμόζουν τα μνημόνια. Έναν να γδύσεις απ’ αυτούς, βγάζεις με τη φορεσιά και το ρολόι του δέκα συντάξεις Ελλήνων.
Εμείς όμως θα συνεχίσουμε να υποκλινόμαστε σε εσάς και ακόμη να σας θεωρούμε βράχους ακλόνητους για τους ίδιους πάντα λόγους και για έναν παραπάνω: γιατί εσείς είστε οι σημερινοί ήρωες της Ελλάδας».



Πάμε

Υπάρχουν τραγούδια που δεν τα ακούμε. Μας ακούν εκείνα. Περιμένουν χρόνια σε μια γωνιά και όταν ξαναπαίξουν, ανοίγουν μια πόρτα που είχαμε ξ...