Παρασκευή 5 Μαΐου 2017

Μακριά από την τηλεοπτική κολυμπήθρα δεν μπορεί να υπάρξει αξία

Τελικά είναι πολύ περισσότερα αυτά που γίνονται κάθε μέρα στην τηλεόραση απ’ ότι στην πραγματικότητα. Όλα τα προβλήματα μικρά ή μεγάλα που μας απασχολούν, στο γυαλί αποκτούν μια άλλη διάσταση. Τα φυσικά φαινόμενα γίνονται ακραία και απειλούν με βιβλικές καταστροφές, η δραματοποίηση της πραγματικότητας δεν ακολουθεί τους δημοσιογραφικούς κανόνες, για το καλύτερο αποτέλεσμα επιστρατεύονται σκηνοθέτες του κινηματογράφου.
Οι πολιτικοί βγάζουν μεροκάματο στα τηλεοπτικά παράθυρα και αποτελούν πλέον μέρος του παιγνιδιού, βλέπω τόσες φορές κάποια πρόσωπα, που νομίζω που έπιασαν δουλειά στο κανάλι…
«Παρουσιαστές αναλυτές, καλεσμένοι, εν ταχεία εξελίξει τηλεοπτικοί εθνοσωτήρες όλοι, κάτοχοι της απολύτου αληθείας και της απολύτου σωτηρίας, βρίσκουν καθημερινά τρόπο να περάσουν στην τηλεόραση τους μεγαλύτερους ή μικρότερους φασισμούς τους, εκφραστές υποτίθεται ενός λαού από τον οποίον κάνουν ότι μπορούν για να ξεχωρίσουν. Γιατί φασισμός τι είναι; φασισμός κατ’ αρχήν είναι να βγαίνεις και να κολακεύεις ως περιούσιος αυτούς που στην πραγματικότητα και με την πρώτη ευκαιρία περιφρονείς. Να ανεμίζεις φιλολαϊκές σημαίες απλώνοντας το φαρδύ πισινό σου πάνω σε μια παχιά στρώση εκατομμυρίων...»
Τ
ο εντός εισαγωγικών, απόσπασμα από ένα παλαιότερο άρθρο της κ. Αποστολοπούλου για τον φασισμό της τηλεόρασης.
Θα συνεχίσουμε με την τηλεόραση, εμείς που ακόμα δεν έχουμε εθιστεί και είναι οι φωνές μας λίγες. Θα συνεχίσουμε να επαναλαμβάνουμε τα παλιά. Όσο το πρόβλημα παραμένει, παραμένουν επίκαιρα. Δυστυχώς αυτή είναι η πραγματικότητα, η εικονική. Η λογική, του ότι αξίζει φαίνεται, αποτελεί πλέον καθεστώς.
«Όσο κατείχε την θέση του
Βουλευτή, περνούσε και ξαναπερνούσε μπροστά από τις κάμερες, απολάμβανε συμπάθειες και αντιπάθειες, αποτελούσε μορφή, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Κάτι από την προσωπικότητα του κυκλοφορούσε ως μεγεθυντικός ψίθυρος στους κόλπους της νοήμονος κοινωνίας. Το όνομα του «κάνει γκελ», περνά ατελώνιστο στις συζητήσεις, δεν έχει ανάγκη συστάσεων και επεξηγήσεων – είναι ΑΥΤΟΣ. Να όμως που αυτή η πανίσχυρη συνθήκη ανατρέπεται μόλις ο περιλάλητος επώνυμος χάσει τη θέση και τραβηχτεί στα μετόπισθεν. Το κοινό διερωτάται: Τι απέγινε ο άνθρωπος μας; Δεν μιλούν πλέον για το άτομο του, δεν σερβίρεται στο καθημερινό τηλεοπτικό συσσίτιο του δελτίου τη μορφή του, από μίστερ καθημερινότητα, μετετράπη αυθωρεί σε ακριβοθώρητο πρόσωπο που επέστρεψε στην ανωνυμία.
Πόσο διαρκεί η γλυκιά αυταπάτη; Το γυαλί δεν απονέμει απλώς ψευδεπίγραφα διάσημα και παράσημα, απονέμει κυριολεκτικά, την ύπαρξη και με την ίδια άνεση την αφαιρεί. Οι ώρες τηλεοπτικής παρουσίας ενός προσώπου ισοδυναμούν πλέον με το δικαίωμα του να ζει και να ενεργεί. Άνευ τηλεοπτικής στάμπας η κοινωνική αξία ενός προσώπου δεν λογαριάζεται.
Το ψευδεπίγραφο καθεστώς, αυτής της διατυμπανιζόμενης επωνυμίας το υποψιαζόμαστε μόλις εμφανιστεί ένας άνθρωπος που εργάζεται στον τομέα του, αλλά ατυχώς είναι άγνωστος. Παραχρήμα όλοι αναρωτιούνται: Μα αφού δεν τον έχουμε ξαναδεί, πως είναι δυνατόν να είναι σπουδαίος; Όπερ σημαίνει: Μακριά από την τηλεοπτική κολυμπήθρα δεν μπορεί να υπάρξει αξία».
Από το «Κέντρο Δηλητηριάσεων», γιατί με ισχυρή δόση δηλητηρίου μπορεί να αντισταθούμε στο ναρκωτικό. Και επειδή έχει ο καιρός γυρίσματα, όσ
οι απολαμβάνουν σήμερα την τηλεοπτική ασυλία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να περιμένουν τη σειρά τους.
Φυσικά υπάρχει και καλή τηλεόραση, Οι φόβοι μου, είναι ο εθισμός στα σκουπίδια, η επανάληψη της αντίθεση μου, αποτέλεσμα μιας ξέφρενης πορείας που μου επιβεβαιώνει, ότι έχει και άλλο παρακάτω. Αυτά τα φαινόμενα της σήψης που παρακολουθούμε σε συνέχειες, δεν είναι σενάρια της φαντασίας, ούτε σενάρια που στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα, δεν παίζουν ηθοποιοί. Είναι η σκληρή πραγματικότητα που απ’ ότι φαίνεται έχουμε ασκηθεί πλέον τόσο, ώστε να μην μας εντυπωσιάζει.
Δεν είναι όλα θέαμα, για να χειροκροτούμε στο τέλος της παράστασης. Δεν μπαίνουν στο σπίτι μας μέσω του τηλεοπτικού κουτιού για να μας ψυχαγωγήσουν, μπαίνουν για να μας κλέψουν.
Δεν είναι όλα παιγνίδι, για να στοιχηματίζουμε τον νικητή. Σ’ αυτό που παρακολουθούμε, αν δεν σηκωθούμε από τον καναπέ, οι νικητές είναι δεδομένοι και οι χαμένοι εμείς.


Πέμπτη 4 Μαΐου 2017

Ας με συγχωρέσουν τα ζώα…

Αυτές τις μέρες του νέου μεσαίωνα, να ξαναθυμηθούμε τον συμπατριώτη μας Γιώργο Κάρτερ, που δεν βρίσκεται πλέον ανάμεσα μας. Από πολύ παλιά είχε επισημάνει ο έξοχος δημοσιογράφος και λογοτέχνης, ότι σε εποχές που η ελευθερία είναι υπό περιορισμό, όπως αυτή που ζούμε, επιβιώνει μόνο το θέαμα. Από το 1979 που έγραφε τα παρακάτω ο Κάρτερ, πέρασε ένας μακρύς κατήφορος, που δυστυχώς ακόμα δεν έχει σταματήσει.
«Το ακρόαμα επιβιώνει σε εποχές ελευθέριας και το θέαμα σε εποχές που η ελευθέρια είναι …υπό περιορισμόν». «Άρτον και θεάματα».«Εκείνη η από παλιά τάση του ανθρώπου να ικανοποίησει τη λαιμαργία της όρασης του, να δει – μάλλον για να μάθει, να δει - ίσως για να διασκεδάσει, να δει - για να βεβαιωθεί ότι ζει (που έλεγε και ο Σοπενάουερ), εκείνη η από παλιά έλξη του ανθρώπου για το θέαμα ικανοποιήθηκε, όσο γίνεται πληρέστερα, στον δικό μας αιώνα. Στο «χρυσούν αιώνα» του θέματος.
Η εικόνα του μας έχει επιβληθεί και μας εκφράζει ως όντα μιας συγκεκριμένης εποχής. Ο σύγχρονος τεχνολογικός πολιτισμός, η έξαρση της βιαιότητας και οι ιδεολογικοί αποπροσανατολισμοί του καιρού μας συνηγορούν σε ό,τι θέλω να πω. Όταν διαθέτουμε 85.000 ώρες, δηλαδή το ένα πέμπτο της ξύπνιας ζωής, μας μπροστά στη τηλεόραση, τότε έχουμε γίνει κιόλας ανελεύθεροι, η πνευματική μας υπόσταση έχει συρρικνωθεί. Η ιστορία μια φορά ακόμα έχει σημειώσει ένα παρόμοιο φαινόμενο: στα χρόνια της Ρωμαιοκρατίας, που προανήγγειλε τον Μεσαίωνα, είναι τότε που για να θεαματοποιηθεί η παράσταση της Κλυταιμνήστρας του Άκκιου, ανεβάσανε στη σκηνή του θεάτρου του Πομπήιου 3.000 άρματα, 500 μουλάρια και αμέτρητους ελέφαντες και στρουθοκαμήλους. Είναι τότε που ο Νέρων έκαψε τη Ρώμη για να απολαύσει το θέαμα μιας μεγάλης πυρκαγιάς. Είναι τότε που ο πανέξυπνος Ιουβενάλης, διερμηνεύοντας το πνεύμα του καιρού του, αναφώνησε το περιβόητο: «Άρτον και θεάματα». Μήπως λοιπόν και η εποχή μας ετοιμάζει έναν καινούργιο Μεσαίωνα;» Το 1979 τα είπε αυτά ο κ Κάρτερ στην εισήγηση του για τα 40 χρόνια της Ελληνικής Υπηρεσίας του ΒBC (Από το βιβλίο του «Ανιχνεύσεις και εκτιμήσεις»).
Όπως αντιλαμβάνεστε η ερώτηση έγινε κατάφαση. Σήμερα όλο το ζωικό Βασίλειο έχει ανέβει στη τηλεοπτική σκηνή και μάλιστα με ανθρώπινη μορφή…
Ας με συγχωρέσουν τα ζώα…







Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Έχει κι άλλα φύλλα στο τραπέζι

Αρκετές φορές τα έχω βάλει με την γενιά μου. «Καταραμένη γενιά» τιτλοφορούσα ένα παλαιότερο κείμενο. Θα επιμείνω στο χαρακτηρισμό, παρότι ένα πρόσφατο κείμενο του Οδυσσέα Ιωάννου, ήρθε να με παρηγορήσει, δεν υπάρχουν χαμένες γενιές, υποστηρίζει ο αρθρογράφος και όπως το θέτει έχει δίκιο.
Αυτός ο προβληματισμός της γενιάς μας, για το τι μέλει γενέσθαι, δεν είναι άμοιρος της δικής της πορείας. Η ανασφάλεια για την νέα γενιά που ετοιμάζεται να αναλάβει δράση, είναι η ανταπόδοση της προσφοράς μας. Γνωρίζουμε καλά τι δώσαμε και τρέμουμε, την ώρα της συγκομιδής
«Μεγαλώσαμε, κάτω από καλλίτερες κοινωνικές συνθήκες . Μια χούντα μας βρήκε σε μικρή ηλικία, και έτσι ουσιαστικά άκαπνοι ενηλικιωθήκαμε. Ο τρόμος της επιβίωσης αντικαταστάθηκε από τον τρόπο του ευ ζην. Και αυτό το «ευ» είχε την πολυτέλεια να είναι διαφορετικό για τον καθένα. Τώρα που γκριζάραμε, υιοθετούμε αδέσποτα και περνάμε την τύφλα μας: μέσα στις νευρώσεις, στην αμφιθυμία, στον φόβο της ύπαρξης».
Πιστέψαμε, περισσότερο από κάθε γενιά περασμένη και επόμενη στο χρήμα και το δώσαμε απλόχερα σκέτο, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να γίνουν όλα σε ένα, ανάγκη, αγάπη, ζεστασιά επικοινωνία. Κάναμε ότι είναι δυνατόν για να μη μεγαλώσουν τα παιδιά μας. Ανασφαλείς με τους εαυτούς μας δεν τους δώσαμε ούτε μια ευκαιρία. Ορθώσαμε τοίχους σε οποιανδήποτε θέση ευθύνης και τώρα ανησυχούμε για το μέλλον.
Θα τιμωρηθούμε μέχρι τα βαθιά γεράματα γι΄ αυτήν μας την συμπεριφορά. Να ξεχάσουμε, την ιδιότητα του συνταξιούχου. Θα δουλέψουμε όλα τα χρόνια της ζωής και ακόμα δεν θα έχουμε ξοφλήσει.
Όταν θα τελειώσει αυτή η παρατεταμένη παραμονή μας. Όταν πλέον η εμμονή, να μην παραδώσουμε τα όπλα θα είναι ανίσχυρη μπροστά στην βιολογική φθορά, θα έχουμε χάσει και την τελευταία ευκαιρία. Οι βαλίτσες της αναχώρησης θα είναι και πάλι γεμάτες ανησυχία και ανασφάλεια. Η προσδοκώμενη ηρεμία που είναι απαραίτητη για το μεγάλο ταξίδι δεν θα βρίσκεται στις αποσκευές μας.
Η απάντηση:
«…Φαντάζομαι πως κάτι τέτοιες κορώνες αυτολύπησης θα έλεγε και η γενιά του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και του Β’ και των ενδιάμεσων… Ο πιτσιρικάς που με το φρέσκο χαρτί της Ιατρικής στο ένα χέρι, και με το χαρτί της κατάταξης στο Μέτωπο στο άλλο, σπούδασε όνειρο για να δουλέψει μεροκάματο σε εφιάλτη. Βέβαια, αυτό δεν παρηγορεί κανέναν σήμερα και ορθώς δεν τον παρηγορεί. Αν αισθάνεσαι πως γλιστράς στην τσουλήθρα της ματαίωσης ζωής, μικρή σημασία έχει αν για αυτή τη ματαίωση φταίει η εισβολή του Χίτλερ στην Πολωνία ή τα βίτσια των αγοριών του Δ.Ν.Τ. Καμία διαφορά, εφόσον δεύτερη ζωή δεν έχει.

Όμως χαμένες γενιές δεν υπάρχουν. Αλλάζουν οι ποσοστώσεις, σε όνειρο, όραμα, ζεστό χρήμα, πλασματικό χρήμα, φρίκη, γενοκτονίες, ιδεώδη, ανάπτυξη, πνευματικότητα, 14 μισθούς, 4 μισθούς, ευζωία με ενοχές, τρελό sex χωρίς ενοχές -πλούσιος ο μπουφές των ανθρώπινων. Τα υλικά είναι πολλά. Καμία γενιά ποτέ δεν βρέθηκε δίχως υλικά, με άδεια χέρια. Και με ό,τι του έτυχε στο δρόμο συνέχισε το ανθρώπινο είδος. Καταλαβαίνω – δεν είμαι τόσο ιδεαλιστής - πως η φτώχεια, η ανέχεια, η πληγωμένη αξιοπρέπεια στην αρένα της επιβίωσης, δεν είναι και τα καλύτερα φύλλα που θα μπορούσαν να σου τύχουν. Έχει κι άλλα στο τραπέζι. Απαξιωμένα, που λοιδωρήθηκαν από τους hi-στες (εκείνους που τη Δευτέρα το βράδυ απλά «γαμούσαν» και την Τρίτη το πρωί γέμιζαν την χαρτοκούτα με τα προσωπικά τους αντικείμενα) όμως πολύ καλά φύλλα αν έχεις κουράγιο να παίξεις και δεν πετάξεις λευκή πετσέτα.
Περιμένεις να σου τα απαριθμήσω; Να σου αναφέρω τουλάχιστον δυο τρία; Δεν θα το κάνω. Δεν είμαι επαγγελματίας παρηγορητής. Θα τα βρεις μόνος σου. Όταν θα αγαπάς ανθρώπους και θα γλύφεις και τα δάχτυλά σου που μεγαλώνετε μαζί, όταν θα βουτάς στη θάλασσα ηλιοβασίλεμα, γυμνός, ζεστός και ευλογημένος (με αυτή τη σειρά), όταν θα κερδίζεις μέρα με τη μέρα μια ζωή που δεν ήταν καθόλου αυτονόητο πως θα την ζούσες πριν γεννηθείς(…) τότε θα ξέρεις καλά για τι πράγμα σου μιλούσα εκείνη τη μέρα που σε φλόμωσα στις μαλακίες γιατί έπρεπε να παραδώσω ένα κείμενο…»


Παρασκευή 28 Απριλίου 2017

Εκεί που ανθίζουν οι λέξεις...

Για τις εποχές σας έγραφα, για τις εποχές που μας ταξιδεύουν και μας επιβάλλονται. Για τις μέρες που μεγαλώνουν και διώχνουν τις κακές σκέψεις. Για την άνοιξη που όσο και να προσπαθούν οι κακές ειδήσεις, ήρθε και θα ξανάρθει. Αυτές τις μέρες κάνω παρέα με μουσικές, με βιβλία και κυρίως με ποιητές. Με ποιητές, που δίνουν νόημα στις λέξεις και τις διατηρούν ζωντανές, που με το αίμα της ψυχής τους αποτυπώνουν τα χρώματα στην πραγματική τους διάσταση.
«Γιατί η ποίηση είναι η αποθέωση του λόγου, το καθαρό του απόσταγμα και η προσέγγιση στα τοπία της, απαιτεί την άσκηση της ευαισθησίας του αναγνώστη, η ποίηση εκ προοιμίου απευθύνεται σε όσους είναι πρόθυμοι να καταβάλλουν το αντίτιμο μιας πνευματικής περιπέτειας …» λέει ο συμμαθητής μου, ποιητής Σωτήρης Τριβιζάς, σε παλαιότερη συνέντευξη του στην εφημερίδα «Τα ΝΕΑ».
Οι περισσότεροι όμως, δυστυχώς, δεν δείχνουν πρόθυμοι και αυτό το ξέρουν οι πολιτικοί του κανόνα, γιατί υπάρχουν και εξαιρέσεις και δεν διστάζουν να θυσιάσουν λέξεις για να χαϊδέψουν τα αυτιά των ψηφοφόρων τους.
Κάπως έτσι έχουν διαμορφωθεί οι αντίπαλες πτέρυγες. Από τη μία μια μικρή μειοψηφία που προσπαθεί να διαφυλάξει το θησαυρό της γλώσσας, δίνοντας νόημα και αξία στις λέξεις και από την άλλη οι πολιτικοί που ξοδεύουν ανέξοδα τα λόγια μέχρι την τελική απαξίωση των λέξεων.
«Αν το περιβάλλον αποτελούσε όντως κυβερνητική προτεραιότητα, τότε θα ήταν απολύτως περιττό να χαρακτηριστεί «πρώτη προτεραιότητα» από τον πρωθυπουργό, στη διενεργούμενη διάσκεψη για την κλιματική αλλαγή». Γράφει ο Παντελής Μπουκάλας στην «Καθημερινή». Ο λεκτικός πληθωρισμός (ο οποίος σαν επόμενο σκαλί του, θα έχει την «πρώτιστη προτεραιότητα») μάλλον στερεί νόημα παρά προσθέτει. Αν μάλιστα το ίδιο σχήμα έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον ( λίγο πριν η χώρα παραδοθεί στις «ασύμμετρες» πυρκαγιές, τα ίδια ακούγαμε), τότε οι λέξεις, ξέπνοες από την πολλή χρήση, δεν μπορούν να πείσουν ούτε καν αυτόν που τις αρθρώνει, ο οποίος αρκείται στην όλο και πιο κουρασμένη επανάληψη τους.

Αυτή η επανάληψη, με τα μηδενικά αποτελέσματα είναι που σκοτώνει τις λέξεις και έτσι έχουμε τίτλους πινακίδες και σφραγίδες, που προσπαθούμε με κάθε τρόπο να μη θυμόμαστε. Τι κακό π.χ θα είχε μια λέξη όπως ο «εκσυγχρονισμός» αν δεν είχε ταυτισθεί με την ζοφερή οκταετία Σημίτη; Χιλιάδες λέξεις έχουν φονευθεί από την ανάγκη των πολιτικών να τις χρησιμοποιούν και να πράττουν τα ακριβώς αντίθετα από το νόημα τους. χιλιάδες λέξεις έχουν θυσιαστεί στο βωβό της προπαγάνδας.
Και αν δεν υπήρχαν οι ποιητές, που δοξάζουν τις λέξεις, σήμερα θα συνεννοούμαστε με νοήματα.
Τι θα κάνουμε; Τόσα χρόνια, μάθαμε το δρόμο. Η πραγματικότητα μας πληγώνει και ανοίγουμε λογαριασμούς με τον ουρανό η την θάλασσα. Που θα μας βρείτε; Στο βουνό ψηλά εκεί να ανεμίζουμε αετούς προσπαθώντας να ελαφρώσουμε, μήπως και καταφέρουμε να φύγουμε μαζί τους προς τα πάνω…



Πέμπτη 27 Απριλίου 2017

Άσε με να κάνω λάθος

Πάντα αυτή η εποχή με βρίσκει να κόβω βόλτες μπρος και πίσω στο χρόνο. Μεγαλώσαμε. Δεν μπαίνει θέμα. Το μυαλό είναι το πρόβλημα. Ζηλεύει. Όχι στιγμές περασμένες. Στιγμές καινούργιες που σβήνουν ό,τι πέρασε, που προχωρούν ένα βήμα παραπέρα. Για μένα, από το Μάη αρχίζει το μέτρημα. Από τα Μάη ο χρόνος αποκτάει υπόσταση.Μόνο αν γυρίζαμε πίσω,όσα έχουμε μάθει όλα όσα αυτά τα χρόνια που ακολούθησαν, θα ήταν χρήσιμα.
Αν μπορούσαμε να ακούσουμε αυτά που μάθαμε μέσα στο χρόνο, είμαι βέβαιος πως στην συνέχεια οι συγνώμες μας θα λιγόστευαν. Λιγότερα λάθη για τα οποία θα κληθούμε να μετανιώσουμε. Τι το θέλεις, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ, μόνο για τον εαυτό μας μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτά που ξέρουμε και επειδή δυστυχώς δεν γυρίζουμε πίσω και για μας άχρηστα είναι.
«Έρχονται νέοι ιχνηλάτες και πυροτεχνουργοί να δοξάσουν τις ήττες μας και να προβάρουν τις δικές τους»
Μεγαλώνοντας ξεχνάμε τα λάθη μας, ξεχνάμε ακόμα και τη δικαίωση των γονιών μας, σήμερα στη θέση τους πια, επιδιώκουμε να κάνουμε πράγματα που ξέρουμε ότι δεν πρόκειται να γίνουν.
Τώρα που το σκέφτομαι, θα ήταν ολέθριο να προλαβαίναμε τα λάθη.Θα πορευτούμε λοιπόν σε μια αέναη πορεία, εμείς με την προσδοκία να μας ακούσουν τα παιδιά μας, και ας μην ακούσαμε εμείς τους γονείς μας. Τα παιδιά με την αυτοπεποίθηση της ηλικίας, που τους δίνει φτερά στα πόδια και αέρα στα μυαλά να ακολουθούν πιστά το παράδειγμα μας, όταν είμαστε στην ηλικία τους. Τα παρακολουθούμε να σχεδιάζουν τα επόμενα λάθη τους, χωρίς καμία δυνατότητα να τα αποτρέψουμε. Λιγότερα λάθη, λιγότερο συναίσθημα. Οι ηλικίες είναι το πρόβλημα. Και μεις οι παλιοί των ημερών, θα πρέπει κάποια στιγμή να συνειδητοποιήσουμε, ότι ο λόγος που δώσαμε, να προστατεύσουμε τα νήπια βήματα τους, όταν πάρουν τα πατήματα, δεν ισχύει. Η σχέση θα συνεχιστεί αμφίδρομη, μπορεί να κάνουν το λάθος το ένα πίσω απ’ το άλλο, άλλα μας επαναφέρουν στην τάξη των συναισθημάτων, που μπερδεύτηκαν με τα χρόνια, χλόμιασαν και παραιτήθηκαν.
«Έρχονται νέοι ιχνηλάτες και πυροτεχνουργοί να δοξάσουν τις ήττες μας και να προβάρουν τις δικές τους»

Τετάρτη 26 Απριλίου 2017

Για τις Πρωτομαγιές, που δεν είναι μέρες, είναι μνήμες

Ένα βαθύ σκοτωμένο κόκκινο κυριαρχούσε στον ορίζοντα εκείνο το βράδυ. Τα σταθερά της πίστης μου, είχαν εξανεμισθεί. Τα δόγματα, που διευκόλυναν τη ζωή μου, διάτρητα πλέον από τις σφαίρες των αμφιβολιών. Νοιώθω να γρονθοκοπιέμαι από πλήθος μπερδεμένων συναισθημάτων.
Οι αδιάβλητες μαρξιστικές μου ιδέες, με καθήλωναν σε μια πιστή ζωή, με νανούριζαν εν ειρήνη, με σκέπαζαν με το πέπλο του ύπνου του δικαίου, η απειλή της παράβασης, της κομματικής ορθοδοξίας, θα ήταν ηπιότερη της σημερινής ψυχικής μου ορφάνιας και ίσως απαραίτητη για να αποφύγω τα πλοκάμια κάθε αμφιβολίας γύρω από τα δογματικά «πιστεύω».
Ήταν ξεκούραστη εκείνη η εποχή, η σημερινή συμπεριφορά της σκέψης μου άσπλαχνη. Για την άνοιξη σήμερα, που από τη Δευτέρα μπαίνει στο τελευταίο και πιο αντιπροσωπευτικό κομμάτι της. Ο Μάης ο κόκκινος, όχιαπό τις παπαρούνες, άλλωστε στη δική μου εικόνα το Μάη, τον είχα συνδέσει, την ημέρα, με κείνα τα κίτρινα λουλούδια, τους «Μάηδες» και τη νύχτα με τις πυγολαμπίδες, κωλοφωτιές, τις λέγαμε. Ο Μάης ο κίτρινος, των λουλουδιών και των πυγολαμπίδων.
Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, η πρωτομαγιά έγινε απεργία και όταν τα όνειρα γκρεμίστηκαν, ξανάγινε μαγιόξυλο.
Από τότε, υποφώσκει ένας ακήρυχτος πόλεμος μέσα μου. Αν είναι αργία δεν μπορεί να είναι απεργία και το αντίθετο. Πότε αργία, πότε απεργία. Πόλεμος και ειρήνη.
Τελικά μόνο οι λέξεις προδίδουν ό,τι ψιθυριστά μαθεύτηκε, λέξεις που έγιναν ποιήματα και μετά μπήκαν τραγούδια σ΄ όλα τα στόματα. Κάθε τραγούδι και ένας νεκρός. Οι ποιητές αποτύπωσαν το πραγματικό χρώμα με λέξεις βγαλμένες μέσα απ’ το αίμα της ψυχής.
Για τις πρωτομαγιές που δεν πείθουν για τις λουλουδιαστές  προθέσεις τους, που δεν είναι μέρες, είναι μνήμες, από το "αγέρι" στα γραπτά μας. 
«Οι Πρωτομαγιές αυτής της πατρίδας δεν κατόρθωσαν ποτέ να πείσουν για τις λουλουδιαστές προθέσεις τους. Οι εκρήξεις των χρωμάτων τους ξέβαφαν γρήγορα μπροστά στο σκουροκόκκινο των πληγών, τα τραγούδια τους έφερναν άλλοτε σε οργισμένα θούρια κι άλλοτε σε μοιρολόγια και το ροδόσταμό τους έπαιρνε μια γεύση στάχτης. Κάτω από τον ακκισμό των περίτεχνα πλεγμένων στεφανιών όλο και ξασπρίζουν τα ξόδια αθροιζόμενων συνοικιακών επιταφίων και η ζέστη δε στεγνώνει την υγρασία των τελευταίων ασπασμών. Των τελεσίδικων. Αν είναι αυτή κληρονομιά του Άδωνη καθώς αποσύρει την ομορφιά του από των θνητών το φθόνο ή πάλι λύτρα για την απελευθέρωση της Περσεφόνης - ναύλος για να διασχίσει κόντρα τον Αχέροντα και να συνδράμει στις σοδειές τη μάνα της - κανείς δε μπορεί να πει με βεβαιότητα. Σίγουρο μονάχα είναι πως στα γλέντια των σάτυρων και των σειληνών κερνούν βρασμένο στάρι και μέσα από τα δόντια τους τάζουν ανταπόδοση.
Η ιστορία το΄ χει να τρέφονται με σάρκες σφριγηλές οι παπαρούνες και οι ασφόδελοι σ΄ αυτό το ανοιξιάτικο κομμάτι γης που εύκολα ξεγελάει τον αμύητο με το ήπιο του τοπίου του. Μόνο οι λέξεις προδίδουν ότι ψιθυριστά μαθεύτηκε, λέξεις που έγιναν ποιήματα και μετά μπήκαν τραγούδια σ΄ όλα τα στόματα. Κάθε τραγούδι και νεκρός. Μην ξεχαστεί η μάνα που μοιρολογάει τον ακριβό της απλωμένον σε μια πεσμένη πόρτα, οι γειτονιές που κάηκαν σ΄ ένα πρωινό απ΄ την κουκούλα και το τεντωμένο δάχτυλο, ο μεγαλέξανδρος των δικών μας χρόνων που δεν καταδεχόταν την υπεροψία του ονόματός του - χίλιοι αλέξανδροι δε φτουρούν έναν Αλέκο - που αφού ξεθέωσε στο κυνηγητό τον ψυχοπομπό του, απροσδόκητα τον ακολούθησε μέσα σ΄ έναν ορυμαγδό από λαμαρίνες, γυαλιά και λάστιχα, σ΄ ότι στα σβέλτα αρχειοθετήθηκε ως μοιραίο. Μοιραίο είναι σ΄ αυτή την πατρίδα να μη θριαμβεύουν οι Πρωτομαγιές. Και πώς αλήθεια; Όλου του κόσμου τα μπουκέτα φτάνουν να κρύψουν τ΄ αγκάθια της μνήμης κι όλα των νερών τα κελαρύσματα μπορούν να σβήνουν την αλμύρα των δακρύων;»
Όταν το βασίλειο των ηλιθίων σε υποβαθμίζει, στην ουσία σε παρασημοφορεί. Τι περιμένεις, να σου πλέξουν στεφάνια από λουλούδια;
«Παράξενη πρωτομαγιά, με αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια».
μόνο που δεν γνωρίζουν ότι αυτά γίνονται φωτοστέφανα…


Τρίτη 25 Απριλίου 2017

Των Ελλήνων οι κοινότητες

Επειδή άνοιξέ σιγά σιγά η συζήτηση για διορθώσεις στον “Καλλικράτη” παραθέτω ένα παλαιότερο κείμενο που γράφτηκε τους πρώτους μήνες μετά την εφαρμογή της νέας διοικητικής μεταρρύθμισης. Δυστυχώς πέρασαν 7 χρόνια, άλλαξαν κυβερνήσεις, είχαμε και “πρώτη φορά αριστερά”. Και τίποτα δεν άλλαξε...Η Νέα Διοικητική μεταρρύθμιση στο χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δυστυχώς δεν υπαγορεύτηκε από την αποτυχία της προηγούμενης. Βιαστικά και χωρίς την ανάλογη προετοιμασία, ενταγμένη κυρίως στην αντιμετώπιση των δημοσιονομικών, προβλημάτων της χώρας, δείχνει από τους πρώτους μήνες της εφαρμογής της, τις έν γενείς αδυναμίες της. Η δημιουργία μεγάλων δήμων, δεν συνοδεύτηκε από τις ανάλογες χρηματοδοτήσεις και το ζωντάνεμα των κοινοτήτων, που όλοι προσδοκούσαμε, κάτω από τις παρούσες συνθήκες, αποτελεί όνειρο θερινής νυχτός.
Τις προάλλες ένας έμπειρος αυτοδιοικητικός, με προέτρεψε να πάω μια βόλτα σε μια μεγάλη κοινότητα της βόρειας Κέρκυρας, να μιλήσω με τον πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου, για να διαπιστώσω αυτό που έγραφα σε παλαιότερο άρθρο μου «…Αν δεν ζωντανέψουν οι κοινότητες, ξεχάστε τον Καλλικράτη. Το πως είναι μια άλλη ιστορία, που μάλλον θα έπρεπε να είχε προηγηθεί. Δυστυχώς το πολιτικό προσωπικό, σε ένα μεγάλο βαθμό, που βρίσκεται σήμερα στα κοινοτικά συμβούλια, απλώς συμπλήρωσε ψηφοδέλτια. (μετά από επτά χρόνια θα προσθέσω και στο κεντρικό ψηφοδέλτιο).
Έχουμε γράψει κατ’ επανάληψη, ότι η ανάπτυξης της πόλης και η ανάδειξη του μνημειακού χαρακτήρα της, αντανακλά σε ολόκληρη την Κέρκυρα. Για να είμαστε δίκαιοι όμως, θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι η σχέση της πόλης με την ύπαιθρο στην ουσία είναι ισότιμη. Η προκοπή του χωριού είναι και προκοπή της πόλης…».
Η ιστορία μας διδάσκει, πως περίοδοι ακμής και υψηλής δημιουργικής δραστηριότητας των Ελλήνων, υπήρξαν εκείνες που διαπνέονταν από το κοινοτικό πνεύμα και ήθος.

Ελαιογραφία  του tony jones (Πλατεία του  χωριού Γιαννάδες)

Και στην αρχαιότητα και στη διάρκεια της Οθωμανικής κυριαρχίας μέχρι το 1922, οι κοινότητες θα συντελέσουν αποφασιστικά στην ακμή του νεώτερου Ελληνισμού.
Κατά τον Αριστοτέλη η ελληνική Πόλις συγκροτείται από Κοινότητες και οι κοινότητες από Οίκους. Η μικρή πόλις συμπίπτει με την κοινότητα, η μεγάλη περιλαμβάνει πολλές κοινότητες. Η οικογένεια και η κοινότητα είναι αναγκαίες για το ζην, ενώ η πόλις για το ευ ζην.
Το κεντρικό χαρακτηριστικό του ελληνικού κοινοτικού προτύπου είναι η ολική αυτονομία αλλά και το μικρό μέγεθος. Καθώς από καταβολής ελληνικής εξατομίκευσης τίθεται σε προτεραιότητα το αδιαμεσολάβητο κοινωνείν, οι Έλληνες φτιάχνουν μικρές κοινότητες, ώστε το πολιτικό πεδίο να ρυθμίζεται από τις προσωπικές σχέσεις. Απεχθάνονται τη διαμεσολάβηση των σχέσεων από απρόσωπες λογικές μηχανές.
Η διοικητική μεταρρύθμιση έχει πολύ δρόμο ακόμα. Δυστυχώς είμαστε αναγκασμένοι, αυτά που δεν έγιναν πριν την εφαρμογή της, να γίνουν στην πορεία. Σήμερα λοιπόν θα χρειασθεί να «ανακαλυφθεί» εξ αρχής η συλλογική υπόσταση της κοινότητας. Να προταθεί ο συνειδητός έλεγχος της ζωής των πολιτών από τους ίδιους, με συμμετοχή όλων στη δημόσια ζωή. Ο αληθινός διάλογος, η διαβούλευση και η συναπόφαση σε κοινοτικές, συνοικιακές και δημοτικές συνελεύσεις που θα συνεργάζονται σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, αποτελούν αναγκαία βήματα αυτής πραγματικά δύσκολης διαδικασίας.


Η ζωή έχει ρυτίδες και δρόμους

Από τη μια η ζωή περνά μέσα από τις λέξεις, από την άλλη περιμένει έξω από αυτές. Η πρώτη θέλει σκέψη, η δεύτερη θέλει να τη ζήσεις. Η πρώτη...