Σιωπή προς ενοικίαση
«Κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να φορά για πολύ καιρό ένα πρόσωπο για τον εαυτό του και ένα διαφορετικό για τον πολύ κόσμο…», έγραφε ο Ναθάνιελ Χόθορν.Στην Κέρκυρα, το κενό δεν κάνει θόρυβο, στάζει.
Σαν υγρασία παλιάς τοιχοποιίας, περνά από τους τοίχους, κάθεται πάνω στις λέξεις, βαραίνει τα βλέμματα χωρίς να φαίνεται.
Στη Σπιανάδα, το φως απλώνεται γενναιόδωρα, μα κάτω από αυτό κυκλοφορούν σκιές ελαφριές, σχεδόν διάφανες, που ζητούν να πείσουν ότι είναι σώματα.
Τα καντούνια άλλαξαν χρήση. Δεν φιλοξενούν πια μόνο μνήμες, αλλά διανυκτερεύσεις. Πόρτες που ανοίγουν και κλείνουν χωρίς να θυμούνται ποιος έμεινε. Η πόλη ενοικιάζεται κομμάτι κομμάτι, κι ο χρόνος της γίνεται βραχυχρόνιος. Ο θεός που κυριαρχεί είναι το χρήμα. Δεν μιλά, δεν αμφισβητείται, μόνο εισπράττει.
Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό, το «τίποτα» βρίσκει χώρο να μεγαλώσει. Φουσκώνει σαν μπαλόνι, γεμάτο αέρα και προσδοκία. Κάποιος το δείχνει, κάποιος το πιστεύει, κι έτσι αποκτά υπόσταση. Μικρές φιλοδοξίες, πρόχειρες αλήθειες, λόγια χωρίς βάρος. Μια παράσταση που στήνεται χωρίς λόγο, μόνο για να φαίνεται ότι κάτι συμβαίνει.
Οι σιωπηλοί άνθρωποι περνούν δίπλα. Δεν συμμετέχουν. Αν τους ρωτήσεις, θα σου δώσουν μια λέξη, κοφτή, σχεδόν λυτρωτική. Γιατί αναγνωρίζουν το ψέμα, όσο κι αν αυτό έχει μάθει να ντύνεται αλήθεια.
Εδώ, το ψέμα δεν λέγεται μόνο, κατοικείται. Φωτίζεται σωστά, διακοσμείται, γίνεται χώρος διαμονής. Και όσοι μπαίνουν μέσα του, ξεχνούν πως υπάρχει έξω κόσμος. Το βαφτίζουν «σημαντικό» για να αντέξει λίγο ακόμη.
Αλλά τα μπαλόνια της Σπιανάδας έχουν όριο. Θα σκάσουν. Όχι με θόρυβο, αλλά με εκείνη τη μικρή ρωγμή που αφήνει πίσω της μόνο σιωπή.
Στην πολιτική, όπως και στην αγορά, πάντα υπήρχε η ανάγκη να «πουλήσει». Τώρα πουλιέται κυρίως η αντανάκλαση.
Υποσχέσεις χωρίς σώμα, λόγια χωρίς ρίζα, τα ίδια παλιά «φύκια για μεταξωτές κορδέλες», μόνο που σήμερα λάμπουν περισσότερο.
Με θραύσματα εννοιών, με πρόχειρες αλήθειες, με λέξεις που μοιάζουν με νόημα αλλά δεν το αγγίζουν, χτίζεται ένας κόσμος εύθραυστος.
Και όμως, τον πιστεύουν.
Τον αναπνέουν.
Τον υπερασπίζονται σαν να είναι ο μόνος.
Κι εσύ, έξω από αυτόν, σε μια πόλη που κάποτε ήξερε να βαδίζει βαριά, προσπαθείς να θυμηθείς.
Όχι πώς να τον αλλάξεις.
Αλλά πώς να μην του μοιάσεις.
Κι ίσως τότε φανεί καθαρά τι χάθηκε. Όχι η εικόνα. Η ουσία.
Γιατί το πιο βαρύ δεν είναι το ψέμα. Είναι η συνήθεια σ’ αυτό.
Δείτε λιγότερα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου