Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Πώς ν’ αλλάξεις τον κόσμο, όταν έχεις χάσει τον κόσμο σου;



Ακόμα δεν έχω βρει την «θέση μου»  στην  πολιτική. Τη θέση μου,  όχι  την καρέκλα Τη θέση  απέναντι στην καρέκλα.  Όχι δεν είμαι εραστής της πολιτικής, τι έρωτα να κάνεις με κάτι που σε ξενερώνει.  Με κάτι που σε έχει αναγκάσει,  το περισσότερο  χρόνο της ύπαρξης σου,  να τρέχεις σε ξέφωτα για λίγο καθαρό αέρα;  Ξεκινάω  ιχνηλατώντας, σπρώχνοντας με τα χέρια μου το σκοτάδι,  στην προσπάθεια να ανακαλύψω το χρόνο εκείνον τον ελάχιστο, της  επιστροφής στον τόπο του εγκλήματος. Φαντάζομαι… βουτιές τριάντα δευτερολέπτων -  τόσο αντέχω -  είναι αυτές οι επισκέψεις, σ’ αυτό το μαγνητικό πεδίο,   που  με τραβάει σχεδόν  πάντα,   για μια τζούρα,  από την περήφανη απουσία μου. Πολλές βουτιές όμως…
Λέτε κάπου εκεί ανάμεσα να βρίσκεται η θέση μου;  Κάπου εκεί ανάμεσα να έχω στήσει τη ζωή μου; Κάπου εκεί ανάμεσα,  σε μια λεπτή γραμμή που δεν χωράει καμία καρέκλα, ίσα  ίσα τα πόδια μου,  στυλωμένα  από  πείσμα και  υπομονή. Και όταν κάνει το πρώτο βήμα, το άλλο περιμένει απέξω, έτοιμο να πατήσει γερά  για να δώσει το τέμπο στη μεταβολή.  


Δεν θα μπορούσε αυτή η διαδρομή να είχε άλλη εξέλιξη. Οι μεγάλες ταχύτητες ξοδεύτηκαν μπρος και πίσω, κυρίως πίσω. Αν σε κάθε σου βήμα στήνεις και μια μάχη  είναι επόμενο να φτάσεις καθυστερημένος. Όταν  σανίδωνα το γκάζι για να προσπεράσω,   ήταν για   να βρεθώ,   όσο πιο γρήγορα μπορούσα εκεί που με περίμενε ο κόσμος μου.  Εκεί που μπορούσα να αναπνεύσω.
Και που να βρω τη θέση μου,  μέσα σε ένα χώρο που ξέχασε τι υπηρετεί; Που να βρω τη θέση μου, σε ένα χώρο που προσπερνά   με απίθανη ευκολία τον ανθρώπινο πόνο, την απελπισία,  την τιμή, την αξιοπρέπεια, τη  χαμένη ζωή.
Που να σταθώ όταν συνέχεια χρειάζεται να ζω με ένα σπαθί στο χέρι; Προτιμώ να φυγομαχώ, παρά να ξοδευτώ σε διάλογο που γίνεται σε γλώσσα άγνωστη. Είναι σπατάλη χρόνου να προσπαθείς να αλλάξεις το κόσμο χαμένος στην μετάφραση.  Και πώς ν’  αλλάξεις το κόσμο όταν έχεις χάσει το κόσμο σου, όταν έχεις χάσει  τη ζωή σου,  όταν έχεις χάσει τον έρωτα με την γυναίκα της ζωής σου. Τι κόσμος να μείνει για να αλλάξεις;
 «Δεν έχω άλλη υπομονή» για να θυμηθούμε και το κείμενο του Ζοζε Τεχέιρα   «για όποιον δεν αξίζει την υπομονή μου»

Πέμπτη 31 Ιουλίου 2014

Να χτίζεις στην άμμο σα να ’ναι στην πέτρα



Συνήθως χρησιμοποιώ τη φωτογραφία για να στολίσω το κείμενο, σήμερα ξεκινάω ανάποδα. Ένα κείμενο για να στολίσω μια φωτογραφία.   Χθες το είδα με τα μάτια  μου,  μέσα  από τo αυτοκίνητο. Φευγαλέα. Σήμερα το  έχω μπροστά μου,  ασπρόμαυρο όπως του  αξίζει. Να είναι  καλά ο Στέφανος, που με ταξιδέψε.
Ένα κουρασμένο γερμένο σκαρί, κόντρα στην εποχή του μέσου όρου, και της ουδετερότητας.  Κόντρα σ’ αυτούς που απαρνούνται τον εαυτό τους και προσπαθούν με   βερνίκια και λούστρο να γίνουν άλλοι.  Να γίνουν λίγο απ’ όλα, δηλαδή  τίποτα. Έτσι οι άλλοι εμπιστεύονται την εικόνα μας . Έτσι ακατέργαστη, αδέξια δίχως βερνίκια και λούστρο. Έτσι ανασφαλή και κάθε άλλο παρά αυτάρκη.
Έτσι  εμπιστευόμαστε τον εαυτό μας. Με ανάγκες πολλές, με επιθυμίες. Ελεύθερο να βλέπει, να αγγίζει, να μυρίζει, να γράφει, να διαβάζει, να αγωνιά, να ψάχνεται , να θορυβείται να μπερδεύεται.
Έτσι όλα γίνονται εύκολα, γιατί τα βρίσκεις ξαφνικά τα βήματα, βρίσκεις τις λέξεις και τους ανθρώπους, βρίσκεις τον ρυθμό σου.


Είναι καιρός τώρα που προσπαθώ να δώσω μια εξήγηση.  Μια φωτογραφία  είναι ικανή, όχι να μου δώσει  μόνο χίλιες λέξεις. Να μου δώσει χίλιες ζωές,  που φαντάστηκα  ότι έζησα. Και τις έζησα.   
Τελικά κάθε δευτερόλεπτο ζωής είναι μοναδικό.  Δεν είναι αποτέλεσμα έμπνευσης  αυτό που αποτυπώνεται στο χαρτί,  είναι η στιγμή που το κάνει μοναδικό. Το «Για Πάντα», μπορεί να απαγορεύεται στους ανθρώπους, το δικό μας εφήμερο, όμως έχει κάτι απ’ τους ημίθεους και διαθέτει έναν ηρωισμό… να χτίζεις στην άμμο σα να ’ναι στην πέτρα. Να υπόσχεσαι για πάντα, με την σιγουριά ότι θα το υποστηρίξεις και πέρα από τη ζωή. 
Καταστρέφω κύκλους και κάθε πλαίσιο που στάθηκε εμπόδιο στην ανάσα μου. Εκεί που νοιώθω ότι στερεύω πάλι γεμίζω. Όσο μεγαλώνω, το ελάχιστο γίνεται αρκετό. Η μνήμη φιλτράρει τα γεγονότα μέσα από τις αισθήσεις, και έρχονται όλα μαγικά να σου φανερώσουν τη διάθεση της στιγμής, τους φόβους, τις αγωνίες, τη μουσική, τα αρώματα, τα μαύρα σύννεφα εκείνης της ημέρας, που ακόμα δεν είμαι βέβαιος αν σκέπαζαν τον ουρανό της Β..Δ Κέρκυρας, ή ήταν στον ουρανό της Άγριας Δύσης του «Μικρού Σερίφη».
Πολλά μαζεμένα αυτές τις τελευταίες μέρες και νύχτες, με αναμονές και προσμονές, που επιμηκύνουν το διάστημα,  σχεδόν  το ακινητοποιούν. Δεν περνάει  με τίποτα. Είναι και η βροχή… Και ένα βάρος, σε απροσδιόριστο σημείο, από μια  ζωή,  που την κυνηγούν οι μήνες. Βγήκα στη ταράτσα  του σπιτιού μου,  Απέναντι φωτισμένα  μικροαστικά  μπαλκόνια με καθημερινές  ζωές. Με παιδικά τσιρίγματα και μουσική, που δεν  ξέρω αν κάτω από άλλες συνθήκες θα μου άρεσε   Γελάω  με την εικόνα, για να μην αφήσω τη ζήλια  να εκδηλώσει καμία  αξίωση. «Θέλω να μείνω μόνος».  Επακόλουθο, μιας αμυντικής λειτουργίας, με τον εγωισμό να θριαμβεύει. Τη μάχη  απέναντι  σε όλους τους άλλους, που μου φταίνε,  πάντα με ένα πικρό παράπονο την κερδίζω, όπλο δοκιμασμένο και αποτελεσματικό. Η όποια φωνή αυτοκριτικής, που επιχειρεί να ψελλίσει  κάτι, πνίγεται εν τη γενέσει της.Δεν έχει σημασία πως,  δυνατός ή ηττημένος, πικραμένος ή  χαρούμενος. Σημασία έχει ότι μ’  αυτά και μ’  αυτά,  κατάφερα να μείνω μόνος  εδώ στο κέντρο της ταράτσα μου, στο κέντρο   του κόσμου. Από εδώ στριφογυρίζοντας, γύρω από τον άξονα μου, αρχίζω να κτίζω τον τοίχο προστασίας μου. Κάθε πέτρα και παράπονο και πάντα μπροστά ένα «Εγώ», όπως αυτό του Καζαντζίδη:  Εγώ περπάτησα γυμνός εγώ βαδίζω μόνος μου `γινε ρούχο ο σπαραγμός και σπίτι μου ο πόνος
Δεν ξέρεις τι `ναι μοναξιά καρδιά που κλαίει τη νύχτα όσα τραγούδια σου `γραψα
στην κρύα νύχτα ρίχ΄ τα

Και συνεχίζει το παράπονο να γκαζώνει,  να τα σκεπάζει όλα σαν δέκα μέτρα χιόνι.
Τι να γραφτεί στην επόμενη λευκή σελίδα, στο χιόνι;  Τιποτα. Είναι αυτά που κρατάμε, και τα σιγοψιθυρίζουμε με κλειστό το στόμα για να τ’ ακούμε μόνοι μας. Είναι αυτά που αν ξεφύγουν από την ψυχή μας, εξαερώνονται. Είναι αυτά που δεν χωράνε στην πραγματικότητα.
 


.

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Η έξοδος οδηγεί σε αδιέξοδο


«Η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα». Και επιλέξανε το δρόμο των μνημονίων,  για την έξοδο, που στην καλύτερη περίπτωση θα μας οδηγήσει στο ίδιο σημείο. Αν είναι διέξοδος τα επαχθεί οικονομικά μέτρα, που όμοια τους, δεν έχουν επιβληθεί ποτέ, σε χώρα του δυτικού κόσμου,  οι απολύσεις η φτωχοποίηση του λαού η ανεργία, τότε πράγματι η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα. «Η πάλη των τάξεων μετασχηματίζεται αφανώς και τεχνηέντως, σε πάλη ατόμων θέσεων, κλάδων παρατάξεων μηχανισμών πελατειών», υποστηρίζει ο Κωστής Παπαγιώργης στο «άγρυπνο πεζοδρόμιο».
Η διαφορά της κοινωνίας δεν εκπλήσσει, άλλωστε πάντα υπήρχε. Εκείνο που εκπλήσσει είναι ότι την παράγουν οι θεσμικοί μηχανισμοί, αυτοί δηλαδή που είναι αρμόδιοι να την πατάξουν.
Ενώ το κράτος κινδύνευε από την κοινωνία κατά την κλασική εκδοχή, τώρα έχουμε ένα κρατικό μηχανισμό, που αποξενώνεται από την κοινωνία και ο ίδιος δημιουργεί τους κινδύνους. Μπροστά σ’ αυτό το αδιέξοδο τα κόμματα του δικομματισμού, τα ιδία βουτηγμένα στα σκάνδαλα, δεν μπορούν να τον εξυγιάνουν, ούτε και ο λαός μπορεί να απέχει απ’ αυτό το νοσηρό παιχνίδι. Φθονούντες και φθονούμενοι αλλάζουν ρόλους μασκαρεύονται ασχημονούν, με παντιέρα πάντα την άποψη ότι η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα.
Θεωρητικά ένας πολίτης έχει πολλά δικαιώματα, δικαιώματα που του δίνουν τη ψευδαίσθηση διεκδίκησης. Θεωρητικά επαναλαμβάνω, γιατί στην πράξη, ο ρόλος του είναι πολύ κατώτερος ακόμα και απ’ αυτόν του υπηρέτη, που λέει όλες και όλες δύο ατάκες.
Στην προσπάθειά του να κάνει χρήση όλων αυτών των δικαιωμάτων, που του παρέχει άπλετα το δημοκρατικό καθεστώς, αβίαστα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα όπλα του είναι χάρτινα και απέναντί του ατσάλι.
Περιπλανήθηκα στην Ιστορία. Κινήματα, επαναστάσεις, άνισες μάχες με νικητές αδυνάτους. Θυσίες, για την ελευθερία και την προάσπιση της πατρίδας. Η ιστορία επαναλαμβάνεται και εμείς ακόμη ελπίζουμε, ότι αν ενώσουμε ακόμη και τα χάρτινα σπαθιά μπορεί να πετύχουμε κάτι. Εκείνοι οι 300 του Λεωνίδα, δεν τα κατάφεραν αλλά δεν έπεσαν και αμαχητί. Ψάχνω να βρω τριακόσιους, είναι απασχολημένοι αυτή την περίοδο.
Τα δικαιώματα μας κατακερματισμένα, στο καθένα ξεχωριστά, δεν μας παρέχουν την παραμικρή εγγύηση για κάποιο θετικό αποτέλεσμα. Για να μην τα ενώσουμε με άλλους ομοιοπαθείς, έχουν φροντίσει από πολύ πριν οι ατσαλένιοι. Το περιεχόμενο δεν έχει πια καμία σημασία. Η εμφάνιση μετράει και η συσκευασία. Θα ακολουθήσω την ουρά στα σούπερ μάρκετ και θα αγοράσω κι εγώ όπως όλοι οι υποτιθέμενοι πολίτες τα προϊόντα της μιας χρήσεως. Θα παίξω για μια ακόμα φορά τον ρόλο που τόσο καλά μας έμαθαν. Αυτά τελικά τα δικαιώματα μπορεί να διεκδικήσω, της αγοράς. Πελάτης λοιπόν ο κύριος αντί για πολίτης που τόσο επιθυμούσε. Κατά τα άλλα «η δημοκρατία δεν έχει αδιέξοδα…»

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Αχ Ελλάδα θα στο πω…






Μπορεί να χάσαμε την πρόκριση,   μας παρηγορεί όμως το γεγονός ότι γλυτώσαμε από το εθνικό παραλήρημα.  Γλιτώσαμε,  από τις υστερίες, τα κορναρίσματα, τα εθνικιστικά συνθήματα, τις μισαλλοδοξίες, τους ξέφρενους πανηγυρισμούς, τα ψηλά τακούνια που φοράμε για να κρύβουμε το μπόι μας.
Μπορεί να θεωρούνταν αιρετικά  τα κείμενα,  τότε, που εξέφραζα με  κάθε τρόπο την αντίθεση μου, σε κάθε είδους εθνικιστικές εκδηλώσεις, ακόμα και  με αφορμή κάποιες  επιτυχίες, σε διάφορα αθλητικά γεγονότα.   Πολλοί  από εκείνους  τους  ελληνάρες με  τα  βαμμένα γαλανόλευκα πρόσωπα,  ξέρετε με πόση ευκολία  έντυσαν τη «Χρυσή Αυγή»   με κοινοβουλευτικό μανδύα; 
Στα  χρόνια που προηγήθηκαν  είχαμε  μια  κομπλεξική στάση του δικομματισμού, όπως εκείνη  «της μεγάλης ιδέας»  για  να καλύψει η χώρα την ανεπάρκεια της, μέσα από κάποιες τυχαίες  και σε πολλές περιπτώσεις ντοπαρισμένες αθλητικές επιτυχίες.
Φορέσανε και χθες τις πανοπλίες τους, τις περικεφαλαίες τους, τα δάφνινα στεφάνια, βάφτηκαν στα χρώματα του πολέμου και πήγαν να εκτονωθούν. Να ξεχάσουν για λίγο την πραγματικότητα και να συνεχίσουν το ταξίδι που ξεκίνησε το 2004. Τα θαύματα όμως δεν επαναλαμβάνονται.


Δεν ξέρω αν οι αριστερές μου καταβολές ευθύνονται, που δεν βγήκα τότε να πανηγυρίσω στους δρόμους με την γαλανόλευκη την κατάκτηση του ευρωπαϊκού κυπέλλου, από την εθνική μας ομάδα ποδοσφαίρου. Οι εθνικιστικές εξάρσεις, πάντα μου προκαλούσαν αλλεργία. Για να είμαι ειλικρινής το χάρηκα, όπως μπορεί να χαρεί κάποιος μια νίκη σε ένα παιγνίδι, ο φανατισμός όμως που ακολούθησε, δεν το κρύβω, αν μπορούσα θα χάριζα αυτή την νίκη για μη συμβεί.
Εκείνα τα « Ελλάς ελλήνων χριστιανών», «Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου η χώρα», «Η Βόρειος Ήπειρος είναι ελληνική», «πότε θα πάρουμε την πόλη», «η Κύπρος είναι ελληνική», «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», μου προκαλούν ανατριχίλα.
Για εκείνο που είμαι σίγουρος είναι, ότι δεν συνέβαλα με το δικό μου χειροκρότημα, στις απανωτές κατραπακιές από την υπόθεση ντόπινγκ, που ακολούθησαν και  κατέστησαν   τις νίκες των πρωταθλητών μας  χάρτινες, και τη χώρα μας έκθετη  στα μάτια του κόσμου.
Πιο ισχυρό αναβολικό από την εθνική μας αλκοόλη δεν υπάρχει. Σε μια κοινωνία που δυστυχεί και πρέπει να ξεχνά την καθημερινότητα, την πείνα την ανεργία, τη φτώχεια, αυτό το αναβολικό είναι γραμμένο σε κάθε συνταγή της εξουσίας, που θέλει να βλέπει μια τέτοια εκτόνωση του λαού που δυναστεύει.
Και είναι παλιά η συνταγή από το «άρτος και θεάματα» στο «αμερικάνικο όνειρο», από το «κάθε πόλις και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο», «Για την Ελλάδα ρε γαμώτο»… Λίγο λίγο,  Μπλε μπλε μπλε, ήρθε και το μαύρο…





ΟΤΑΝ

Μια μικρή λέξη με το βάρος μιας ολόκληρης ζωής. Την λέμε και συνεχίζουμε, σαν να έχουμε χρόνο. Σαν ο χρόνος να είναι δικός μας, ένα πακέτο τ...