Δευτέρα 14 Ιανουαρίου 2013

Αηδία


Εδώ  και κάποια χρόνια,  μπορεί και να με διασκέδαζαν, στην χειρότερη περίπτωση με άφηναν αδιάφορο, σήμερα με αηδιάζουν.  Ίσως και  να  μη φταίει αυτό καθ’ εαυτό  το τελετουργικό, αλλά η ψευτιά και η υποκρισία, που διαχέεται σε όλο το μήκος και  το πλάτος του  σκηνικού, που έχει στηθεί   για την κάθε είδους τελετή.
Και ύστερα, όλες αυτές οι χιλιοπαιγμένες παραστάσεις, δεν μου προκαλούν πλέον κανένα ερέθισμα. Ούτε να κλάψω ούτε να γελάσω. Και είναι τέτοια η αποστροφή, που φτάνει από την «τελετή έναρξη των ολυμπιακών αγώνων», μέχρι την κοπή πίττας του συλλόγου των απανταχού της κάθε κωλοπετινίτσας.
Για να είμαστε ειλικρινείς, από την αδιαφορία μέχρι την  αηδία, υπάρχει μεγάλη απόσταση. Αντιδράει κάποια στιγμή  ο οργανισμός από την επανάληψη της επανάληψης.  Ανακατεύεται το στομάχι.  Φτάνει πια  σου λέει, με  τις προκάτ ομιλίες των «επισήμων».  Τις προσφωνήσεις «μη γίνει λάθος στη σειρά και τον τίτλο». «Την πρώτη σειρά  και τα μάτια σας».
Όλα αυτά που λερώνουν τις όποιες αγαθές προθέσεις.
Συνειδητοποιώ με τα χρόνια, ότι αυτή η γενική αποστροφή μου  σε κάθε είδους τελετή, θρησκευτική, εθνική,  κοινωνική, αθλητική, από γάμο μέχρι κηδεία που λέει ο λόγος, δημιουργήθηκε  από την απόρριψη πλέον  σε ότι έχει να κάνει με το «φαίνεσθαι».
Για να είμαι πιο ακριβής: «από γάμο μέχρι κηδεία», Κυριολεκτώ! Καμία σχέση με πόνο ή χαρά. Δημόσιες σχέσεις.  Παρουσία ανταποδοτική.  Αηδία!   
Η κάθε τελετή από μόνη της  εμπεριέχει μια σκοπιμότητα, μια καπηλεία.  Η ίδια και η  ίδια  εικόνα. Επίσημοι γραβατωμένοι, δεκάρικοι πανηγυρικοί,  αγήματα και μπάντες, στεφάνια του σκοτωμού,  δοξολογίες  και αγιασμοί. Ψεύτικα τα χειροκροτήματα. Και  η έπαρση  να περισσεύει.
Η τελετή είναι επιφάνεια,  χρήσιμη για να προβάλλονται οι άρχοντες  και να χορταίνουν το λαό με λόγια και παράτες, γιατί η ουσιαστική του ένδεια  δεν μπορεί να καλυφθεί εθιμοτυπικά.

ΥΓ.Από εκμετάλλευση νεκρού, από «επίσημους» ζωντανούς πεθαμένους,  η αηδία…





Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2013

Στα όνειρα έχω περισσότερες απαιτήσεις


Σήμερα  τίποτα  δεν ήθελα  να με αποσπάσει, απ’ αυτά που ζούσα μόνος μου. Μέθυσα μαζί σου. Μόνος μου.  Είναι κάποιες μέρες που τις δικαιούμαστε. Είναι δικές μας.  Τσιγκουνευόμαστε και το κλάσμα του δευτερολέπτου, χαράς ή  πίκρας. Είμαστε συγκεντρωμένοι στην εικόνα, που επαναλαμβάνεται για να περάσει στο υποσυνείδητο μας σε περίοπτη θέση . Για να μη γίνει λήθη.
Για να εξηγούμαστε! Δεν πρόκειται για εξομολόγηση. Για να μη ρωτάτε τι μου συμβαίνει, θέλω να σας διαβεβαιώσω: ποτέ δεν έχω εξομολογηθεί με την εκκλησιαστική έννοια του όρου. Έχω εξομολογηθεί σε φίλες και φίλους. Aποσπασματικά, ανάλογα πως ο καθένας είναι διαθέσιμος, τι θέλει και τι μπορεί να ακούσει. Για να γίνω πιο κατανοητός. Τι άλλο από ένα χέρι συγκατάβασης περιμένει κανείς από μια κατάθεση ψυχής; Για να το έχεις όμως πρέπει να μπορεί να σε καταλάβει ο άλλος. Υπάρχουν φίλοι αγαπημένοι που δεν μπορούν να καταλάβουν για την ερωτική απογοήτευση, γιατί απλούστατα ποτέ τους δεν βίωσαν κάτι τέτοιο. Ούτε όμως και για τη χαρά... τι χαρά. Την τρέλα του έρωτα.  Πώς να μεταφέρεις την πίκρα για την ήττα της ομάδος σου στη γυναίκα  που χασκογελάει, όχι για την ήττα αλλά γιατί ποτέ δεν έχει καταλάβει γιατί μαζεύονται εκατό χιλιάδες άνθρωποι σε ένα γήπεδο για να δουν 22 μαντραχαλάδες να τρέχουν πάνω κάτω επί ενενήντα λεπτά και να κλωτσάνε μια μπάλα. Πώς να σε καταλάβει ο πλούσιος φίλος σου που δεν ξέρει τι σημαίνει τα είσαι επτά μήνες απλήρωτος; Συμπέρασμα δεν υπάρχει εξομολόγηση εφ’ όλης της ύλης και αυτή που γίνεται στους παπάδες για να συγχωρεθούν οι αμαρτίες μας ενώπιον του Θεού, δεν έχει νόημα. Το βάρος θα συνεχίσουμε να το κουβαλάμε ενώπιον των ανθρώπων και πρωτίστως ενώπιον του εαυτού μας. Μέρες σαν την σημερινή δεν μοιράζονται. Συνεχίζονται  και μετά το γεγονός για να σε ψηλώσουν ή να σε ρίξουν ακόμα πιο βαθιά. Στον πάτο.

Για να εξηγούμαστε: δεν βγάζω τα απωθημένα μου, απ’ αυτήν εδώ την στήλη. Με όσο επαγγελματισμό διαθέτω, προσπαθώ να βάλω σε μια σειρά τις λέξεις, τέτοια που το προσωπικό να εισχωρεί βαθιά στο κοινωνικό, σαν μια μετάγγιση αίματος. Δεν με αφορούν μόνο, μας αφορούν.Σε έναν επίλογο παλαιοτέρου κειμένου, είχα δώσει μια εξήγηση, φαίνεται, όμως πως η περιέργεια κάποιων αναγνωστών επιβάλλει να ξαναδώσουμε εξηγήσεις.  
«Δεν ξέρω τι με έπιασε, θέλω να γράψω για τη μοναξιά του έρωτα. Την ερημιά του πλήθους και την παρηγοριά της γραφής. Το βάσανο που γίνεται βάλσαμο αλλά όμως δεν μεταβάλλει την ζωή. Μονάχα εκείνο το δηλητήριο στο αίμα μας το μετατρέπει σε τοξίνη των γραμμάτων. Κι αυτό το αντιλαμβάνεται ο τυχαίος παραλήπτης, ο ευαίσθητος. Ενώνει τα δικά του βιώματα κι είναι κι αυτό, ξέρετε, μια δύναμη, μια ζεστασιά…» Να συνεχίσω από εκεί που έμεινα. Αυτό κάνω  σήμερα, γιατί στα όνειρα έχουμε περισσότερες   απαιτήσεις.   


 

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

Οι σκιές δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος


Είναι μαρτύριο να γράφω κάθε μέρα. Επηρεάζομαι. Ξύνω πληγές και διχασμούς με τον ίδιο μου τον εαυτό. Είμαι με τις βαλίτσες στο χέρι, περιμένοντας τη στιγμή που θα εξοστρακιστώ απ’ αυτή την βαρετή κυκλική πορεία, αλλά το τρένο δεν φαίνεται. Στην ομαλή πορεία για άλλη μια μέρα. Πόσους γύρους θα κάνω βρε αδελφέ;
Είναι μαρτύριο να γράφω κάθε μέρα αυτό που δεν μπορώ να κάνω. Είναι μαρτύριο να ονειρεύομαι τις διαδρομές ανάμεσα από μεγάλες κοιλάδες και να επιστρέφω με σιδερόμπαλα στο πόδι, στα ίδια πατήματα  της καθημερινότητας.
Αν δεν είχε καθιερωθεί ο τίτλος, λόγω θέσης και πεποιθήσεων, «περί ανέμων και υδάτων» θα ήθελα να είχε τίτλο αυτή εδώ η στήλη. Η αναρχία που τη χαρακτηρίζει δεν είναι τίποτα άλλο από ένα χαρακτήρα, που δεν μπορεί να σταθεί ούτε για λίγο στο ίδιο σημείο. Όταν λοιπόν ένα πέπλο κίτρινο τα έχει σκεπάσει όλα, εσύ με το κόκκινο μοιάζεις παρείσακτος, εξοστρακίζεσαι και στην ερώτηση «τι έγραψε αυτός;» Η  κλασσική απάντηση είναι «περί ανέμων και υδάτων».
Η αμυντική λειτουργία φαίνεται πως εκφράζεται με μια αξιοθαύμαστη αυτονομία. Δεν εξηγούνται διαφορετικά αυτές οι εναλλαγές στη διάθεση μου. Πριν μια ώρα σκοτεινά και η αλήθεια είναι, ότι μια μικρή σπίθα ήταν ικανή για να φωτίσει. Δεν προκύπτουν λόγοι σοβαροί.  Η οικονομική κρίση συνεχίζεται με αμείωτο ενδιαφέρον,  οι ειδήσεις κάνουν λόγο για ακόμα πιο δύσκολα χρόνια.. Τίποτα δεν άλλαξε και όπως φαίνεται τίποτε δεν θα αλλάξει προσεχώς.  

Πάω να πω στον ουρανό, /πάω να πω στο σύννεφο/ το πουλί δεν πιάνεται,/ το πουλί δεν χάνεται / πάνω από τον ουρανό.
Μέσα από τον άνεμο /άνθισε χρυσάνθεμο / πέφτουν πέταλα στη γη,/ παν να βρούνε το πουλί / σκοτωμένο που λαλεί.
Ένα τραγούδι, «οδός ονείρων», ένας ήλιος που προσπαθεί να νικήσει τον χειμώνα και να διώξει τις αμφιβολίες για την εποχή, ένα λουλούδι που μεγάλωσε αισθητά από χθες, ήταν αρκετά να για ενεργοποιήσουν την άμυνα παρά τη θέληση μου.
Οι εμπειρίες δεν επαρκούν, για να βάλω μια τάξη. Χρειάζεται μια σπίθα, μια ξεχασμένη γεύση, ένα άρωμα που έντυσε κάποια στιγμή, ένα τραγούδι. Όταν είμαι καλά ξεχνιέμαι, χαλαρώνω, έχω την ψευδαίσθηση που πάντα ήτανε έτσι και πάντα έτσι θα είναι. Χρειάζεται κάτι στραβό κάθε φορά για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.
Η όλη ιστορία ξεκίνησε από κάποιες αναφορές, αν καταφέρναμε να ζούσαμε χωρίς αυτές θα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα. Όποιος απαλλάσσεται από την ιστορία του, μπορεί να ζήσει από την αρχή, αθώος, έτοιμος να σφάλει, διαθέσιμος στο θαύμα,  απρόβλεπτος στην καταιγίδα. Αλλά ζωή χωρίς ιστορία, όπως λέει ο ποιητής, είναι σώμα δίχως ίσκιο. Κι αυτό συμβαίνει μόνο την νύχτα την απόλυτη…
Την ημέρα είναι αλλιώς, πήραν όλα το φυσικό τους χρώμα κόκκινα πορτοκαλί βυσσινή γαλάζια κροκάτα και άσπρα . Οι σκιές δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος. Δεν είναι ικανές να δημιουργήσουν διλήμματα. Πάντα έτσι ήταν και πάντα έτσι θα είναι.




Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013

Είχα χαθεί στις λέξεις και ζήτησα τη βοήθεια των αριθμών


Ξεκινώντας να γράψω το σημερινό κείμενο, η πρώτη φράση, που δεν έχει σχέση με το παρακάτω, έμεινε να περιμένει τη συνέχεια… τη γράφω  και την κάνω τίτλο,  γιατί φοβάμαι, μην τη ξεχάσω: «είχα χαθεί στις λέξεις και ζήτησα τη βοήθεια των αριθμών». Γιατί ζήτησα την βοήθεια των αριθμών, που ποτέ μου δεν χώνεψα; Είναι ένα θέμα προς συζήτηση. Όταν καταφέρει το μυαλό μου να μπει στην ψυχή μου, τα ξανάλεμε.
Παροδικό θα είναι ελπίζω. Κλείνομαι μέσα. Ακόμη κι όταν είμαι έξω.  Ακολουθώ  με πίστη πλέον, ότι μπορεί να με απομακρύνει. Ό, τι  μεγαλώνει την απόσταση από την κεντρική σκηνή, από τα φώτα, που φωτίζουν ετερόφωτους  μαλάκες. Ανασαίνω λίγο πιο εκεί.  Πάλι από την αρχή. Στα ίδια πατήματα που μπορεί να μας έφεραν μέχρι εδώ,  ξέρουν καλά όμως να κόβουν δρόμο και να προσπερνάνε.  
Μια ίωση με ταλαιπωρεί και μου αφαιρεί τον τελευταίο θυμό. Σαν αντιβίωση να δείτε το παρακάτω. Συνταγή παλαιά δοκιμασμένη, με κείμενα που επανέρχονται σε τέτοιες στιγμές, που η σωματική κατάπτωση μας κάνει πιο ανεκτικούς. Κάποιοι θα το έλεγαν προαίσθημα. Ένα κοκτέιλ φόβου, πόνου, ενοχής και παράπονου, για μήνες τώρα έχει καθίσει στο στομάχι μου. Ενίοτε, για να με ξεγελάσει προφανώς, περνάει στο σώμα, διεκδικώντας το αντίδοτο, που θα το διώξει. Και τότε επανέρχεται στη φυσική του θέση εκεί, που δεν χωράει καμία αμφιβολία γι’ αυτά που το προκάλεσαν. Απλά μαθηματικά. Δυστυχώς για μένα δεν έμαθα να κάνω προϋπολογισμούς, μόνο απολογισμούς. Ποτέ δεν μέτρησα δεν σχεδίασα δεν πρόβλεψα, μόνο εισέπραξα. Συνήθως λάθη, που τώρα έχω την ευκαιρία να μετρώ.
Κάθε φορά το ίδιο συμβαίνει και μακάρι να ξανασυμβεί.
Θα μείνω εντός. Γι όσο χρειαστεί αφού οι κατ’ εξοχήν αρμόδιοι δεν ανταποκρίνονται. Περί άλλων τυρβάζουν. Θα διατηρήσουμε ζεστό το κάλεσμα, με κείμενα συναφή, μπας και καταφέρουμε να κτυπήσουμε κάποια κρυμμένη φλέβα ευαισθησίας. Εδώ στο δικό μας κόσμο, το μικρό, τον καθημερινό, στον δικό μας τόπο, που καμιά φορά τυχαία μας εκπλήσσει, πάντα όμως, για μας που δε ψάχνουμε στα σκοτεινά, καταλήγουμε με ένα «κοίτα σύμπτωση» και το κλείνουμε το θέμα.
Προσπαθώ να κρατάω μια συνέχεια στις εκρήξεις των περιλήψεων της σιωπής. Μάταια. Ό,τι και να γράψω αυτός εδώ ο τόπος πάντα μου υπενθυμίζει το στοιχείο της υπερβολής.
Στους μικρούς τόπους, μπερδεύονται, ανακυκλώνονται, παραγνωρίζονται, οι άνθρωποι και στο τέλος πεθαίνουν αμίλητοι. Γι’ αυτό σας λέω μια περίληψη και πολύ, κάτι σαν υπενθύμιση, επιβεβαίωση της παρατεταμένης σιωπής, απόδειξη, ότι είναι ηθελημένη.
Δεν έχει νόημα η συνέχεια, υπερτίμηση χωρίς αντίκρισμα. Και η οργή, που πολλές φορές με παρασέρνει εξανεμίζεται την επόμενη, όταν το μέγεθος φαντάζει δυσανάλογο. Παροδικό θα είναι ελπίζω...

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Και όμως ο επίλογος γράφτηκε μαζί με τον πρόλογο


Τι καλύτερο από μια σιωπή μπορεί να συνοδεύσει ένα αντίο;  Και είναι μέρες, που με  ακολουθεί. Ίσως  να θέλει να με προστατεύσει.  Ίσως και να μην έχουν μπει στη σειρά,  οι λέξεις που θα ήθελα. Μπορεί να υπολογίστηκαν στο «Πριν», στο «Μετά» όμως στριμώχνονται βιαστικές σε ένα στόμα και αν τις  αφήσεις, μπορεί να βγάλουνε κραυγές.
Και όμως  ο επίλογος γράφτηκε μαζί με τον πρόλογο.  Όμως και πάλι πλήγωσε.  Αυτά τα «Πριν» και τα «Μετά» κείμενα, με αφορμή το χρόνο, ζέσταμα είναι για να μη πιάσει κράμπα τη ψυχή και τα φτύσει στο πρώτο κατοστάρι.  Είναι μεγάλη η απόσταση βλέπεις…  
Σε αυτό το διάστημα της προθέρμανσης λοιπόν, λίγο πριν δοθεί το σήμα του αφέτη, βυθίζομαι σε μια επιλεγμένη σιωπή. Παλεύω   με τις λέξεις,  με τις φωνές τους,  με την εφηβεία τους, που βιάζεται να αποδώσει δικαιοσύνη.  Διαδικασία επώδυνη.  

 Ό,τι γυρίζω στα ίδια είναι γνωστό και καταγεγραμμένο. Όμως αλλιώς τα κοιτάω κάθε φορά.  Σαν παιγνίδι του μυαλού να το εκλάβετε. Ψυχοφθόρο όμως. Και μη νομίζετε ότι μας σώζει η σιγουριά της σιωπής. Ποτέ άλλωστε δεν περιμέναμε να μιλήσουμε με το δικηγόρο μας. Το «σίγουρο»  δεν υπήρξε για εμάς γοητευτικό, γι’ αυτό άλλωστε  και μια  ζωή κομμάτια. Τίποτα ολόκληρο. Μόνο εμείς μείναμε ολόκληροι, με τα «θέλω» να μας βασανίζουν. Τη στέρηση μπροστά σε κάθε λέξη βάζουμε. Άηχη. Για τα μικρά μιας ζωής, αλλά και τα μεγάλα.  
«Αντίο λοιπόν και τι να πούμε».  Οι λέξεις χρειάζονται το χρόνο τους και πάντως έπονται μετά τη σιωπή.  Θα σου γράψω... Που πάει κανείς όταν φεύγει;
«…φυσικά αντιλαμβάνομαι  ότι δίχως εσένα είναι αδύνατον να ζήσει  ένας πολιτισμένος άνθρωπος, εάν όμως αυτός ο άνθρωπος  έχει μια μικρή ελπίδα  να σε δει, τότε,  θα είναι πολύ χαρούμενος. Θα είμαι πολύ χαρούμενος επίσης αν σου χάριζα δέκα μεγάλες κούκλες αρκεί να χαμογελούσες… ελπίζω ότι δεν θα θυμώσεις με τα ανόητα μου γράμματα. Μη θυμώνεις, σε παρακαλώ  - αυτά τα γράμματα  είναι οι μόνες γιορτές πού έχω..»
Απόσπασμα επιστολής του  Β. Μαγιακόφσι  στη Λίλι Μπρικ.
Και ύστερα έγινε «σύννεφο με παντελόνια» 
Αλλά όπως λενε «το επεισόδιο επερατώθη. Ποιος ο λόγος να απαριθμούμε  αμοιβαίες πίκρες, πόνους και  προσβολές;»
Έγραψε  και έφυγε, όπως πάντα  τεράστιος και πανταχού παρών. Αγαπημένος και αλησμόνητος. Για τούτο ακριβώς   κι ανίκητος.   αλώβητος και αθάνατος.
Τι καλύτερο από μια σιωπή, μπορεί να συνοδεύσει ένα αντίο;
  

    








Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

Στο μετά και στο πάντα


 Το «Για Πάντα», μπορεί να απαγορεύεται στους ανθρώπους, το δικό μας εφήμερο όμως έχει κάτι απ’ τους ημίθεους και διαθέτει έναν ηρωισμό… να χτίζεις στην άμμο σα να ’ναι στην πέτρα. Να υπόσχεσαι για πάντα, με την σιγουριά ότι θα το υποστηρίξεις και πέρα από τη ζωή.
Τώρα που το σκέφτομαι, η ζωή μου, έχει να διηγηθεί ένα «πριν» και ένα «μετά». Τα μεσοδιαστήματα, ο περισσότερος χρόνος, κύλησαν χωρίς να το αντιληφθώ. Στο πριν και στο μετά των γεγονότων έζησα. Στην προσπάθεια και στο αποτέλεσμα, στο όποιο αποτέλεσμα. Στη χαρά της νίκης και στην πίκρα της ήττας. Στην πραγματική ζωή δηλαδή.
Καταστρέφω κύκλους και κάθε πλαίσιο που στάθηκε εμπόδιο στην ανάσα μου. Εκεί που νοιώθω ότι στερεύω πάλι γεμίζω. Όσο μεγαλώνω, το ελάχιστο γίνεται αρκετό. Η μνήμη φιλτράρει τα γεγονότα μέσα από τις αισθήσεις, και έρχονται όλα μαγικά να σου φανερώσουν τη διάθεση της στιγμής, τους φόβους, τις αγωνίες, τη μουσική, τα αρώματα, τα μαύρα σύννεφα εκείνης της ημέρας, που ακόμα δεν είμαι βέβαιος αν σκέπαζαν τον ουρανό της Β.Δ Κέρκυρας, ή ήταν στον ουρανό της Άγριας Δύσης του «Μικρού Σερίφη».



Νιώθεις ότι όλα είναι εκεί, πριν και μετά από σένα. Νοιώθεις ότι το «Για πάντα» και να θέλεις δεν μπορείς να το προδώσεις και ας γνωρίζεις ότι σίγα σιγά τελειώνει. Τελειώνει το γεγονός, είσαι στο «μετά» και στο πάντα. Και είσαι βέβαιος ότι κάποια στιγμή θα έρθει σαν αέρας να σου φανερωθεί. Μπορεί να είναι στο Παρίσι, που είχες σχεδιάσει, ή στη Ρώμη, μπορεί και εδώ κοντά απέναντι, χειμώνα. Σε ένα μπαρ που δεν πήγες, ή μια βραδιά με πανσέληνο, να επανορθώσει για εκείνη που έχασε. Το «για πάντα» ξεπερνάει τα συμβατικά χρονικά όρια μιας ζωής, περνάει στην αθανασία.
«Τα μόνα πράγματα που αντέχουνε στον χρόνο είναι εκείνα που δεν υπήρξαν ποτέ», ισχυρίζεται στις «Αιωνιότητες» ο Μπόρχες , αλλ’ όμως αντέχουν και στο χρόνο, όσα δεν πουλήθηκαν και δεν αγοράστηκαν ποτέ: ο ουρανός, η θάλασσα, το φεγγάρι, ο ήλιος, ο έρωτας, το ποίημα, η επίγνωση, η ελπίδα, η μοναξιά, η ζωή. Ναι η ζωή.
Μπορεί να είναι ανοιχτός σε κάθε ενδεχόμενο ο νέος χρόνος, ο κάθε χρόνος, η κάθε στιγμή, αλλά αθώος σαν μωρό δεν είναι. Δεν έχουμε να κάνουμε με κύκλους που κλείνουν, αλλά με φορτία, που τα βρίσκουμε συνεχώς μπροστά μας. Και τούτος ο χρόνος έχει δεχτεί βουνά στις πλάτες του. Χρειάζεται πίστη για να σηκώσουμε το βάρος. Το «για πάντα»,  να το υποστηρίζουμε και μετά...


Τετάρτη 2 Ιανουαρίου 2013

«Θα είσαι ό,τι πρέπει να είσαι, κι αν όχι, δεν θα είσαι τίποτα»


Κάθε χρόνο τα ίδια, δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά. Με αρνητικά πρόσημα  σε ό,τι ελπίσαμε σε ό,τι ζητήσαμε σε ό,τι υποσχεθήκαμε σε ό,τι θα αλλάζαμε και δεν αλλάξαμε… επιμένουμε.   Όσο και η εμπειρία να συνηγορεί αρνητικά και το παρελθόν να έχει αποδείξει  ότι η ευχή συνήθως ευχή μένει, τα «Θέλω»  και τα «μη» αποτελούν πάγια αιτήματα σε κάθε ξεκίνημα, σε κάθε αρχή.
Και σήμερα θα φροντίσω να μιλήσουμε για το χρόνο, που μονίμως μας παίζει κρυφτούλι και αδιάκοπα μας πονά.
«Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που με σέρνει, αλλά το ποτάμι είμαι εγώ. Είναι ένας τίγρης  που με σπαράζει, αλλά εγώ είμαι ο τίγρης. Είναι μια φωτιά που με καίει, αλλά η φωτιά  είμαι εγώ. Ο κόσμος δυστυχώς είναι πραγματικός, εγώ δυστυχώς, είμαι ο Μπόρχες» Αλλά και εγώ να είμαι το ίδιο ακριβώς  κάνει. Εξάλλου ο ποιητής υπήρξε ανακουφιστικός: «Θα είσαι ό,τι πρέπει να είσαι, κι αν όχι, δεν θα είσαι τίποτα»  
Από παλαιοτέρους  χρόνους  η αναφορά,  τότε που το «ιδεολογικά ύποπτη» της φίλης μου της Ελένης, το κάναμε  τίτλο στο πληθυντικό, και γράφαμε εναλλάξ σε μια εφημερίδα:  «Ιδεολογικά Ύποπτοι».  
Διότι εμείς στα ανθρώπινα  το θέλουμε το χρόνο μας, για να χαθούμε  ή να σωθούμε, για να αποδώσουμε δικαιοσύνη  ή να αποδείξουμε ακόμα μια φορά  πως  συγχωρούμε και λησμονούμε.  Γυρίζουμε εύκολα σελίδα  στη πρώτη ευκαιρία. Όχι από αδιαφορία ελπίζω,   αλλά από απελπισία.  
Αρχιτέκτονες της ζωής μας, είμαστε εμείς  κι εκείνο το σαθρό οικοδόμημα,  που στοιβάζεται  σε μια ζωή,  που σαν να ’ναι ξένη  μοιάζει, δικό μας είναι,  μεσ’  στο χρόνο μας. Που από την πρώτη στιγμή μετρά αντίστροφα.
Είπε ο Σικελιανός τη  ζωή «σπουδή θανάτου». Κανείς  όμως από εμάς τους "αθάνατους"  δεν τον άκουσε. Μονίμως αναβάλλοντας.  Ευθύνες  και λαχτάρες, χρέη και επιθυμίες,  αγάπες  και όνειρα ζωής. Κι εξάλλου «κανένα πεπρωμένο δεν είναι κατώτερο από το άλλο».  Το θέμα είναι να βρει κανείς το πεπρωμένο του. Μονίμως σαν Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων που απαντά στην κάμπια: «Τουλάχιστον ήξερα ποια ήμουν μέχρι χθες. Αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρη για αύριο ποια θα ’μαι.
Κι όμως «θα είσαι ότι πρέπει να  είσαι, κι αν όχι, δεν θα είσαι τίποτα».
Και είναι ο χρόνος ένα ποτάμι που με σέρνει «Αλλά το ποτάμι είμαι εγώ». Ο κόσμος δυστυχώς είναι πραγματικός. Κι εγώ, δυστυχώς, ο Μπόρχες. Και εγώ, εγώ δυστυχώς.  

ΟΤΑΝ

Μια μικρή λέξη με το βάρος μιας ολόκληρης ζωής. Την λέμε και συνεχίζουμε, σαν να έχουμε χρόνο. Σαν ο χρόνος να είναι δικός μας, ένα πακέτο τ...