Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Δεν είναι άνθρωποι


Δεν ξέρω πως την έχουνε δει. Αυτοί και εμείς. Για ποιους σκίζουν κάθε βράδυ τα ιμάτια τους. Σε ποιους απευθύνονται από τηλεοράσεως. Έκπληκτοι οι τηλεθεατές, παρακολουθούν το μικρόκοσμο της παλαιάς πολιτικής σκηνής, στην προσπάθεια του να κερδίσει χρόνο στην εξουσία, να μετέρχεται ακραίες μεθόδους κινδυνολογίας. Ακόμα και πιτσιρικάδες όταν παίζαμε κρυφτό, είχαμε, προνοήσει να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, σήμερα κουνιστοί και λυγιστοί, περιτριγυρίζουν τα τηλεοπτικά κανάλια με την μάσκα του διχασμού στα πρόσωπά τους, προκαλώντας τον Λαό με την αλλοπρόσαλλη στάση του. Γιατί βεβαίως η αντίθεση είναι θεμιτή, η σύγκρουση είναι μέρος του παιγνιδιού, η θέση είναι δικαίωμα του καθένα να την υποστηρίζει, η επιλογή είναι αναπόσπαστο κομμάτι της δημοκρατίας. Η σημερινή τους συμπεριφορά όμως, καθοδηγούμενη από μισαλλοδοξία, μόνο με βαρείς χαρακτηρισμούς μπορεί να αποδοθεί.
Η πολιτική χρειάζεται άνδρες να την υπηρετήσουν και αυτό βεβαίως ως έκφραση, γιατί και οι γυναίκες την υπηρετούν. Αυτοί  οι τύποι όμως, που την προσβάλουν βάναυσα,  δεν χωρούν σε καμία κατηγορία, δεν είναι ούτε άνδρες, ούτε γυναίκες. Δεν είναι άνθρωποι.
Ξεκίνησα με νεύρα. Ανθρώπινο. Αυτοί οι τύποι δεν νευριάζουν. Τσακώνονται ψεύτικα, γελάνε ψεύτικα, κλαίνε ψεύτικα. Το μόνο αληθινό που κάνουν είναι να καταστρέφουν  τη χώρα και το Λαό της. Ναι θα μου πείτε τώρα ο Λαός τους εκλέγει. Καλά…. Ας σταματήσουμε αυτή τη συζήτηση είναι αμαρτία, για τους  ανθρώπους που πεινάνε  και στριμώχνονται στην  ουρά των συσσιτίων, για τα εκατομμύρια ανέργους νέους και όχι μόνο,   για τους επαγγελματίες που έβαλαν λουκέτο  και γέμισε η αγορά από ενοικιαστήρια - πωλητήρια  αγγελτήρια θανάτου. Για τις πολλές ελληνικές οικογένειες, που πίσω από τα κλειστά παράθυρα ζουν καθημερινές τραγωδίες.
Αφού λοιπόν κατέστρεψαν μια ολόκληρη κοινωνία, επί των ερειπίων αναγάγουν  σε μείζον ζήτημα την τρομοκρατία. Αυτοί που  διαχρονικά  την εκτρέφουν   σήμερα την διαφημίζουν,  προσπαθώντας να στρέψουν αλλού το ενδιαφέρον. Η πείνα όμως δεν ξεχνιέται, ούτε η φτώχια, ούτε η ανεργία.  Είναι επικίνδυνα αυτά τα παιγνίδια με τα σπίρτα  στην πυριτιδαποθήκη.           


Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Άσε με να κάνω λάθος


Είναι κάποια παλαιότερα  κείμενα που με επαναφέρουνε στην τάξη.  Μόνο αν γυρίζαμε πίσω,  όλα όσα αυτά τα χρόνια έχουμε μάθει, θα ήταν χρήσιμα.
Αν μπορούσες να ακούσεις αυτά που έμαθες  μέσα στο χρόνο, είμαι βέβαιος πως, στη συνέχεια οι συγνώμες σου θα λιγόστευαν. Λιγότερα λάθη,  για τα οποία θα κληθείς να μετανιώσεις. Τι το θέλεις, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ, μόνο για τον εαυτό μου μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτά που ξέρω και επειδή δυστυχώς δεν γυρίζουμε πίσω και για μένα άχρηστα είναι.
«Έρχονται νέοι ιχνηλάτες και πυροτεχνουργοί να δοξάσουν τις ήττες μας και να προβάρουν τις δικές τους»
Μεγαλώνοντας ξεχνάμε τα λάθη μας, ξεχνάμε ακόμα και τη δικαίωση των γονιών μας. Σήμερα, στη θέση τους πια, επιδιώκουμε να κάνουμε πράγματα που ξέρουμε ότι δεν πρόκειται να γίνουν.
Τώρα που το σκέφτομαι, θα ήταν ολέθριο να προλαβαίναμε τα λάθη.
 
Θα πορευτούμε λοιπόν σε μια αέναη πορεία, εμείς με την προσδοκία να μας ακούσουν τα παιδιά μας, και ας μην ακούσαμε εμείς τους γονείς μας. Τα παιδιά με την αυτοπεποίθηση της ηλικίας, που τους δίνει φτερά στα πόδια και αέρα στα μυαλά να ακολουθούν πιστά το παράδειγμα μας, όταν είμαστε στην ηλικία τους. Τα παρακολουθούμε να σχεδιάζουν τα επόμενα λάθη τους, χωρίς καμία δυνατότητα να τα αποτρέψουμε.
Λιγότερα λάθη, λιγότερο συναίσθημα. Οι ηλικίες είναι το πρόβλημα.
Και μείς οι παλιοί των ημερών θα πρέπει κάποια στιγμή να συνειδητοποιήσουμε, ότι ο λόγος που δώσαμε, να προστατεύσουμε τα νήπια βήματα τους, όταν πάρουν τα πατήματα δεν ισχύει.
Η σχέση θα συνεχιστεί αμφίδρομη, μπορεί να κάνουν το λάθος το ένα πίσω απ’ το άλλο, μας επαναφέρουν όμως  στην τάξη των συναισθημάτων, που μπερδεύτηκαν με τα χρόνια, χλόμιασαν και παραιτήθηκαν.
«Έρχονται νέοι ιχνηλάτες και πυροτεχνουργοί να δοξάσουν τις ήττες μας και να προβάρουν τις δικές τους»

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Άνθρωποι μονάχοι


«Μοναξιά είναι να μην υπάρχουν άνθρωποι να επικοινωνείς μαζί τους σε οποιοδήποτε επίπεδο. Μοναχικότητα είναι να μην υπάρχει κάποιος να επικοινωνήσεις μαζί του στο δικό σου επίπεδο γνωστικής ικανότητας και συναισθηματικής αντίληψης.» (Συμφώνως  προς τον δρ. Μ. Σκοτ Πεκ)
Σίγουρα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά, αν ξέραμε ότι δεν είμαστε ελεύθεροι.  Θα ήταν διαφορετικές οι κοινωνίες,  αν οι  λέξεις συγγένευαν με το νόημα τους. Δεν χρειάζεται τεκμηρίωση για να στηρίξουμε το αυτονόητο.    
Το παραπάνω γενικώς.   Από εδώ αρχίσει ο προσωπικός Γολγοθάς του καθένα μας. Οι μοναχικές πορείες, με φτερά ή με σιδερόμπαλες στα πόδια.  Γιατί τελικά όλα στο μυαλό μας είναι, αν θέλουμε να ζήσουμε στη ζέστη και στην υγρασία, θα το κατορθώσουμε και ας φυσάει έξω ο βοριάς…
Σ’  αυτήν την προσπάθεια κάποιοι, μεγαλώνουν την απόσταση, απομακρύνονται από το πλήθος,   πετούν και χάνονται…  Διάβασα κάπου ότι μερικοί άνθρωποι, πνίγονται από τα πολλά χαρίσματα τους, γιατί είναι παράταιροι και παράκαιροι και μέσα  και  έξω. Έξω γιατί δεν συμβαδίζουν με την εποχή τους. Μέσα, γιατί δεν ξέρουν να διαχειριστούν όλη αυτή τη δύναμη που διαθέτουν και  δεν την αναγνωρίζουν, διότι δεν τη διαβάζουν στα μάτια των άλλων. Των άλλων τη μίζερη ζωή.
Εξάλλου αυτό που μετράει εν τέλει τις αντοχές μας και τις προκοπές μας, είναι η συναισθηματική μας νοημοσύνη και η πειθαρχημένη της δύναμη. Πειθαρχία που οι έχοντες τα χαρίσματα, ούτε που θέλουν ν΄ ακούν στα αυτιά  τους. Έτσι πολλά αντικρίζουν και τυφλώνονται. Δικές τους  αλήθειες καθιερώνουν και προσκρούουν στα κοινωνικά στεγανά.
Η ιστορία, μας έχει διδάξει ότι όλοι αυτοί στην εποχή τους έμειναν καταραμένοι, περιθωριακοί, οριακές προσωπικότητες, μόνοι, δυσβάσταχτοι για όλους τους άλλους. Κατόπιν βέβαια γίνανε αθάνατοι.
Γιατί όλοι αγαπούν την όπερα, κανείς την πριμαντόνα. Όλοι αγαπούν την ποίηση κανείς τον ποιητή. Όλοι αγαπούν την μουσική, αλλά ο συνθέτης τις νύχτες ουρλιάζει μόνος. Γιατί είναι η μοναχικότητα πιο πέρα  κι απ’  τη μοναξιά.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Υπάρχει λόγος σοβαρός


Ένα διάλειμμα. Η επικαιρότητα  και μάλιστα η τοπική, μας  επιβάλει να ενώσουμε και τη δική μας φωνή,  με το σύνολο της κερκυραϊκής κοινωνίας και να καταδικάσουμε αυτή την άθλια επιχείρηση «Μπαρμπαρόσα»!!!  από τα ΜΑΤ,  που έλαβε χώρα,  μέσα στο ιστορικό κτήριο της Ιονίου Ακαδημίας.
Να συζητήσουν ήθελαν οι φοιτητές με την πρύτανη του Ιονίου Πανεπιστήμιου  και αυτή τους «έδωσε». Μια διμοιρία ΜΑΤ εισέβαλε το απόγευμα της περασμένης Πέμπτης στο κτήριο  της Πρυτανείας  και συνέβαλε 28 φοιτητές στην πλειοψηφία τους κοπέλες.
Χωρίς λόγο και αιτία. Τα παιδιά  από το Τμήμα Ξένων Γλωσσών Μετάφρασης και Διερμηνείας,  ήθελαν να έρθουν σε επαφή με τις πρυτανικές αρχές,  προκείμενου να συζητήσουν  για το εξάμηνο  εξωτερικού, το οποίο με υπουργική  απόφαση  από υποχρεωτικό  έγινε  προαιρετικό.
Ούτε βία, ούτε απειλές, ούτε ζημιές, στο χώρο που περίμεναν τα παιδιά. Η κυρία  πρύτανης όμως, Σαλή  - Παπασαλή τη λένε,  αντί να συζητήσει,  οδήγησε τους φοιτητές της,  στην αστυνομική κλούβα και από εκεί στην ασφάλεια, κατηγορώντας τους  για διατάραξη «οικιακής ειρήνης!!!»
Πίσω από το γεγονός, το οποίο είναι πρωτόγνωρο για την κερκυραϊκή κοινωνία, θα πρέπει να δούμε την επόμενη μέρα, τις μέρες που έρχονται.
Το ομόθυμο αίτημα του ελληνικού Λαού  «Ποτέ πια φασισμός»,   έρχεται μια κυβέρνηση, υπηρέτης ξένων συμφερόντων,  όχι μόνο να το αμφισβητήσει,  αλλά μετέρχεται  και η ίδια φασιστικές μεθόδους, προκείμενου  να καταλύσει  κάθε μορφή  διεκδίκησης, κάθε μορφή δημοκρατίας και ελευθερίας. Ο συμπατριώτης μας Υπουργός Δημόσιας Τάξης, έχει αναλάβει τη «βρώμικη δουλειά»,  να επιβάλει την τάξη… και αυτό δεν περιποιεί τιμή για το νησί μας.
Τέτοιου είδους γεγονότα  μας θυμίζουν άλλες εποχές, η ελευθερία κατακτήθηκε  με πολύ αίμα, ο  ελληνικός λαός ποτέ δεν θα  ξεχάσει τι σημαίνει φασισμός. Τον πλήρωσε με  θύματα πολλά παιδιά του.   
Χωρίς λόγο και αιτία η απρόκλητη  επέμβαση των ΜΑΤ;  Ακόμα και σαν άσκηση ετοιμότητας γι’ αυτά που θα ακολουθήσουν να  το δούμε… Υπάρχει λόγος σοβαρός. Μόνο που λογαριάζουν χωρίς τα παιδιά…
«Όχι δεν είναι καλλίτερες οι μέρες, «από εκείνες, που έκαναν σύναξη τα παιδιά και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν, να βγουν έξω σε δρόμους και πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος και εξουσία η Άνοιξη…». Δεν ξέρω τι θα έγραφε σήμερα ο Ελύτης, που τα μαντάτα, δεν είναι μαντάτα αλλά μια πραγματικότητα.
«…Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβία σα σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Ο αδιαμφισβήτητος χάρτης της ψυχής… το σώμα!

Όσοι μεγαλώνουν γυρνάνε πίσω. Εκεί που ακουμπούν. Κοιτάζουν τους δρόμους που  περπάτησαν. Τα βήματα που έκαναν και οι περισσότεροι  με όση βεβαιότητα κρύβει ένα ψέμα, δεν «μετανιώνουν για τίποτα».
Και όμως όσα είναι πια «έτσι», θα μπορούσανε να είναι κάλλιστα κι αλλιώς. Επιλογές, δόξα τω Θεώ, μας δίνει η ζωή ακόμα και στον ύπνο μας: θα κοιμηθούμε μπρούμυτα ή ανάσκελα; Το δεξί μας πλευρό είναι το πιο καλό ή  το αριστερό; Θα ονειρευτούμε απόψε η θα φοβηθούμε τ’ όνειρο, επιλέγοντας – τελικά – να βυθιστούμε σε λήθαργο; Η βασική επιλογή, άλλωστε, είναι «το όνειρο» ή «η προσγείωση.»  Κατόπιν καθορίζει χαρακτήρες και σκιαγραφεί ζωές, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα συνειδήσεις. Στο φινάλε μετράει τα κέρδη και τις ζημιές: τόσα για τα όνειρα άλλα τόσα για το θαύμα. Βάλε και την αυτοθυσία, γράψε για τον συμβιβασμό, μέτρησε  και τον φόβο, αφαίρεσε την ελπίδα, πολλαπλασίασε την με τ’ απογεύματα που ζήσαμε διαίρεσε τα με το ταξίδι… μια η άλλη! Ο εαυτός  μας ξανά. Σε μια ισορροπία  εύθραυστη και προσποιούμενη και με τη θεωρία πάντοτε στο τσεπάκι. Να  ντύνει την πράξη, να μας δικαιολογεί τα βήματα. Που δεν τα μετρήσαμε και τα κάναμε. Που όλα τα λογαριάσαμε, φοβηθήκαμε  τελικά και δεν τα κάναμε. Μια η άλλη! Κι η ανεκπλήρωτη εκδοχή που χρονίζει και εκείνη στο χαρτί, πράξη εν δυνάμει γιατί είναι η θεωρία  συμπυκνωμένη  πράξη... 
Όμως όσο η ψυχή να θέλει να το κρύψει,  «Το σώμα, είναι που, εντέλει, διαθέτει μπέσα κι ειλικρίνεια. Μου το έγραψε η Λίλιαν πριν πολλά χρόνια και ύστερα το έκανε βιβλίο,  «Χαίρε παραμύθι μου» ο τίτλος.

«Τουλάχιστον, εγώ, το σώμα είναι αυτό που ακούω κι εμπιστεύομαι και όχι τη ψυχή, την άκρως παραπλανητική και ψεύτρα. Κι ας την φορτώνουμε μια ζωή ιδεαλισμούς και γενναιότητες, μεγαλοθυμίες και άκρως ωφελιμιστικές καλοσύνες, δικαιοσύνες και ευγένειες. Διότι όλα αυτά μπορεί κάλλιστα και να είναι υποκριτικά το αντίθετό τους». Το κορμί όμως; Το κορμί κιτρινίζει και κοκκινίζει, πετσί και κόκαλο ή μπαλόνι γίνεται, βγάζει φουσκάλες, σπυράκια, μπλαβιάζει και μελανιάζει και κάποια στιγμή και μετά, ο χάρτης της ψυχής μας γίνεται. Ο αδιαμφισβήτητος χάρτης της ψυχής.
Δεν έχεις προσέξει, αλήθεια ότι ο άνθρωπος μετά τα τριάντα ομορφαίνει ή ασκημαίνει;
Πόσα ολόφρεσκα κοριτσάκια και αγόρια όταν τριανταρίσουν βλακεύουν και για τούτο και ασχημαίνουν ξαφνικά; Πριν τα τριάντα, άγραφος χάρτης το πρόσωπο, έχει μονάχα τη φρεσκάδα της νιότης. Κι αυτό το ωραίο «απέξω απέξω». Που δεν αρκεί να χρωματίσει, να δώσει ατμόσφαιρα, να σμιλέψει ή και να σφραγίσει..
Γι’ αυτό - και ολότελα ξαφνικά - ο όμορφος γίνεται ασήμαντος κι εκείνος ο μέχρι χθες «άνευ σημασίας», αποκτά εντελώς ξαφνικά γοητεία, ενδιαφέρον και όλη την σαγήνη του κόσμου. Διότι ο χάρτης του κορμιού κάνει τη δουλειά του κι εμείς τίποτε άλλο, από το να ακολουθούμε.
«Δεν μετανιώνω  για τίποτα»  λέμε, όμως το αντίθετο με μεγάλα γράμματα στο μέτωπο μας, μας  διαψεύδει.    


Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013

Για σας ποιος θα ξεσηκωθεί;


Βήμα βήμα,  όλο και πιο πίσω. Σιγά σιγά τον συνηθίσαμε τον πόνο. Σπασμωδικές αντιδράσεις χωρίς συνέχεια. Ο καθένας περιμένει τους άλλους.  «Για σας ποιος θα ξεσηκωθεί;», έγραφα σε ένα παλαιότερο κείμενο, και ήταν αποτέλεσμα της αγίας απάθειας, και της αδιαφορίας μπροστά στα καυτά προβλήματα που μας μαστίζουν.
Φυσάει και η υγρασία πέρα των ορίων. Συνηθισμένος καιρός για τα κόκαλά μας. Θα έλεγα και για το μυαλό μας,  σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσω τα πράγματα. Η υγρασία φταίει και όχι η μαλακία. Αμφιβάλω αν υπάρχει άλλο μέρος  στην Ελλάδα με τέτοιο οδικό δίκτυο. Τώρα τι φταίει είναι μεγάλη κουβέντα και ανώφελη.
Δεν έχω τι γράψω σήμερα. Η αγανάκτηση με οδηγεί στη σιωπή. Τα έχουμε πει χίλιες φορές. Τι να λέμε τώρα.

Έγραφα χθες για τον τόπο, που έχει να διηγηθεί άπειρες ιστορίες. Για τα στενά σοκάκια και τις γειτονιές, που περιέθαλψαν τις ανήλικες αγάπες μας. Πώς να τ’ ακούσουμε  έτσι κακοποιημένα;.
«Κιτρινίζω, μου φαίνεται, απόψε. Βαριά τα ναρκωτικά της πληροφόρησης. Η λεπτομέρεια της λεπτομέρειας υπό το φως επιφανών αναλυτών του τίποτα. Πλανοδίων τσιρκολάνων της άποψης και της παρέμβασης. Ευτελισμένες λέξεις, κακοποιημένες έννοιες.»
Για σας ποιος θα ξεσηκωθεί.  Σε σας το λέω,  που σας έχει σκεπάσει η υγρασία. Δεν βαρεθήκατε να εντοπίζετε προβλήματα; Δεν βαρεθήκατε τη γκρίνια; Αν έχετε αποφασίσει να πεθάνετε παρακολουθώντας, επιφανείς αναλυτές του τίποτα που «όλα τα σφάζουν όλα τα μαχαιρώνουν» τουλάχιστον μη φωνασκείτε…»
Σήμερα  ήθελα να γράψω, για το μεγαλείο της σύγκρουσης, για την ελπίδα της αντίδρασης,  για τον μονόδρομο του αγώνα. Και όλα αυτά  χωρίς να περιμένουμε τους άλλους.

Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013

Άλλως, τι; Τίποτα άλλο


Ένα παλιό και ένα καινούργιο. Ένας  αέρας που φυσά και γίνονται ένα. Τόπος κοινός. «Εκτός τόπου και χρόνου»,  συνηθίζουμε να λέμε  θέλοντας να δείξουμε την  αοριστία των φαινόμενων, «τα έχει χαμένα, είναι αλλού», αλλά που αλλού και πότε άγνωστο. Με προσδιορισμένο ημερολογιακά το χρόνο, μας απομένει να προσδιορίσουμε τον τόπο, αυτήν την πόλη την απροσδιόριστη και για να μην την αδικήσω  θα προτιμούσα  καλύτερη να  ήταν άδεια. Θα μου πείτε τώρα, αν δεν υπήρχε κόσμος πώς θα υπήρχε πόλη; Αυτό είναι άλλη ιστορία.
Κοιτώ γύρω μου σαν τρελός. Τίποτα, ούτε ψυχή, μόνο σκουπίδια και κίτρινα φύλλα.
«Η πόλη μας μοιάζει να εγκληματεί πρωτόγνωρα: Μας ενθαρρύνει τα μέγιστα να θαφτούμε στη σκόνη της. Απλανείς μας χρειάζεται «με τα χέρια μας να βουλιάζουν στις τσέπες  και να παίζουν τα κλειδιά των δικαιωμάτων μας.»    
«Η ελευθερία της σκέψης μόνο μας έμεινε για τη λύτρωση μας. Άλλως, τι;» Τίποτε άλλο, αγαπητή ανταγωνίστρια. Μονόδρομος. Μόνο η ελευθερία. Συνέχισε…

«Βγήκα στην πλατεία. Δεν είχε κρύο. Μόνο φύσαγε πολύ. Τα μαλλιά μου, το σακάκι μου, τα έσπρωχνε επίμονα ο αέρας. Θέλησα να μείνω εκεί, με χέρια και σακάκι ανοιχτά να με χτυπά ο αέρας και να διώχνει τις λύπες. Να με περάσει ολόκληρη ένας αέρας που θα πάρει μαζί του θυμούς και πίκρες, χρωστούμενα και αδιέξοδα. Όλα να τα πάρει μακριά. Κι εγώ να μείνω εκεί, στη μέση μιας πλατείας φαρδιάς, ανοιχτής, και να ανασαίνω μια καινούργια πνοή. Να γεμίζω τα πνευμόνια μου με καθαρό αέρα, το μυαλό μου με καινούργιες ιδέες. Να μη λερώνεται τίποτα απ’ τους λεκέδες του χτες. Να ζήσω μια ελευθερία και να χορέψω γι’ αυτήν. Τη δική μου ελευθερία, της πόλης μου την ελευθερία, της χώρας μου, του κόσμου όλου. Σκαλοπάτι-σκαλοπάτι κουράστηκα. Δε θέλω άλλο να τ’ ανεβαίνω. Θέλω να βρεθώ εκεί που όλα είναι καθαρά, γιατί δεν υπάρχει από κάτω τίποτα, κρυμμένο ουδέν.
Εκεί που η σκέψη είναι ελεύθερη, απαλλαγμένη από συμβάσεις συμφερόντων, κοινωνική υποχρέωση και συγκατάβαση εξ ανάγκης.
Εκεί που η έκφραση δεν τρακάρει σε φράγματα, που η άποψη δεν έχει δόλο, που η ιδέα γεννιέται και μεγαλώνει σαν καλοαναθρεμμένο παιδί.
Εκεί που η πόλη μου ντύνεται τα καλά της και μιλά για τους ανθρώπους της, παλιούς και καινούργιους και τα έργα τους.
Εκεί που η χώρα μου αποφασίζει ποιοι θα την πάνε μπροστά και σε ποιους θα βγάλει γλώσσα.
Εκεί που ο κόσμος δεν έχει αναπτυγμένους και αναπτυσσόμενους, γιατί είναι όλοι άνθρωποι, με δυο πόδια και δικαίωμα στα ίδια βήματα.
Μα τι λέω η τρελή; Ένας αέρας ήταν, και κράτησε λίγο, όσο κρατούν τα όνειρα στη χώρα των λεπρών. Λερωμένα τα πάντα κι η πλατεία κι η πόλη κι η χώρα κι ο κόσμος.
Μόνο η σκέψη, ίσως καθαρίσει αν μπορεί κανείς να ψηλώσει, για να συναντήσει καθαρό αέρα.
Έτσι με τη σκέψη ελεύθερη μόνο γλιτώνεις, γιατί για όλα τα άλλα,  μάταιες αναμονές, σε ξεγελούν για να μη φτάσεις ποτέ.
Η ελευθερία της σκέψης μόνο μας έμεινε για τη λύτρωση μας. Άλλως, τι;»Τι να κάνουμε;   Ανοίγουμε λογαριασμό με τον ουρανό, η πραγματικότητα μας πληγώνει. «Εκεί ψηλά να ανεμίζουμε αετούς προσπαθώντας να ελαφρώσουμε, μήπως και καταφέρουμε να φύγουμε μαζί τους.  Προς τα πάνω…» 

ΟΤΑΝ

Μια μικρή λέξη με το βάρος μιας ολόκληρης ζωής. Την λέμε και συνεχίζουμε, σαν να έχουμε χρόνο. Σαν ο χρόνος να είναι δικός μας, ένα πακέτο τ...