Δευτέρα 3 Ιουνίου 2019

Η μετριοφροσύνη δεν είναι για τους μέτριους

Ο ακραίος ιδεαλισμός μου, δεν μου προσφέρει καλές υπηρεσίες. Το ξέρω, αλλά δε μπορώ με όρους τρέχουσας πολιτικής, να συντονιστώ. Είμαι από τους τελευταίους όμως,που υποστηρίζει ότι αυτό που υποσχεθήκαμε όταν κτίζαμε τα όνειρα μας, πρέπει απαρεγκλίτως να το υλοποιήσουμε. Πρέπει, αλλά ενώ στους σχεδιασμούς τα μολύβια επί χάρτου δεν συναντούν κανένα εμπόδιο, ύστερα που θα κληθούμε να κάνουμε τη μακέτα με μπετό και σίδηρο, κάτι το υπέδαφος που είναι σαθρό, κάτι οι καιρικές συνθήκες, κάτι οι γείτονες που αντιδρούν, κάτι οι Γερμανοί (για το τελευταίο πάντα θα πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη), τα μολύβια σταματούν να γράφουν λες και έπεσε λάδι στο χαρτί και η μακέτα των ονείρων μας… γίνεται μια μουτζούρα.
Δεν λέω, να σχεδιάζουμε, να ονειρευόμαστε, άλλωστε ζωή δίχως όνειρα είναι ζωή χαμένη. Εκείνο που λέω είναι την περίοδο των ονείρων και πριν αυτά γίνουν προγραμματικές δεσμεύσεις, να φερόμαστε σεμνά και ταπεινά. Δεν μας στοιχίζει τίποτα μπροστά από αυτά που θέλουμε να γίνουν πράξη, να προηγείται αυτό που δείχνει μετριοφροσύνη και ρεαλισμό συνάμα… «Θα προσπαθήσουμε».
Πρέπει να ξαναβρούμε τις λέξεις και επειδή η πολιτική δεν στηρίζεται από τη ζώνη των επιθυμιών αλλά από την Eυκλείδειο γεωμετρία, πρέπει να πατήσουμε σε λέξεις που θα στηρίζουν τα βήματά μας. Βήματα μικρά και σταθερά. Βήματα που θα υπηρετούν την αλήθεια.

Το θέμα δεν είναι η πολιτική. Είναι η ζωή ...

Πρώτη Ιουνίου σήμερα Καλοκαίρι. Η ζωή αλλάζει και χωρίς εμένα, και δεν της καίγεται καρφί για την δική μου θλίψη. Η χώρα είναι αμετακίνητη. Ανατολικά το Αιγαίο, δυτικα το Ιόνιο. Και εγώ είμαι έτσι και θέλω να είμαι έτσι. Κι εσύ αλλιώς επειδή το θέλησες αλλιώς.«Το πιο ωραίο να στρατεύεσαι στην αξιοπρέπεια σου, ν’ ακούς ελεύθερα ό,τι είναι καινούργιο. Όταν δεν κλείνεσαι τότε γίνονται θαύματα». Και έτσι ανοιχτοί περιμένουμε το θαύμα, στη φύση, στη ζωή, στη καρδιά μας … Διότι υπάρχουν και χειρότεροι ρόλοι , όπως αυτός της αφοσίωσης και του χρέους. Και όπως λέει η Κική Δημουλά «ο άνθρωπος έχει την τάση να λησμονήσει για να ζήσει. Το χρέος όμως είναι, ένας τάφος υγρός» 
«Αν είσαι στεναχωρημένος ή βρίσκεται σε μεγάλη δυσκολία κοίτα για λίγη ώρα , σταθερά τον ουρανό», λέει μια οδηγία προς ναυτιλλομένους ή καλλίτερα προς ναυαγούς. Τον κοίταξα. 

Πρώτη Ιουνίου σήμερα Καλοκαίρι. Το θέμα δεν είναι η πολιτική. Είναι η ζωή μας. Και επειδή δεύτερη ζωή δεν έχει... καλό είναι να ξαναθυμηθούμε τις τελευταίες κουβέντες του Πωλ Μπόουλς από την ταινία «Τσάι στη Σαχάρα» «Επειδή δεν ξέρουμε πότε θα πεθάνουμε, βλέπουμε τη ζωή σαν ανεξάντλητο πηγάδι. Κι όμως, όλα συμβαίνουν μόνο ορισμένες φορές κι αυτές είναι ελάχιστες. Πόσες φορές θα θυμάσαι ένα απόγευμα των παιδικών σου χρόνων, ένα απόγευμα που είναι τόσο βαθιά μέρος της ύπαρξής σου, ώστε δεν μπορείς να διανοηθείς τη ζωή σου χωρίς αυτό; Ίσως τέσσερις ή πέντε φορές. Ίσως, ούτε καν τόσες. Πόσες φορές θα δεις την πανσέληνο να ανατέλλει; Ίσως είκοσι. Κι όμως, όλα φαίνονται απεριόριστα…»
Πρώτη Ιουνίου σήμερα. Κυνηγός ο χρόνος, μας παίρνει και μας φέρνει. Ιούνιος και πάλι στη γέννησή του, έτοιμος να μας γεμίσει φως. Από το σκοτάδι στο φως του Ιουνίου και του Ιονίου.
Είναι οι μέρες που μετράμε νίκες στον προαιώνιο αγώνα του φωτός και του σκότους.
Αυτές οι μέρες είναι ο θρίαμβος, η δόξα και η δύναμη του Φωτός. Οι μεγαλύτερες μέρες του χρόνου. Ακόμα και τις σκιές, του πολιτικού μας βίου τις εξαφανίζει, δεν αντέχει το σκοτάδι. Με φως, πολύ φως. Παράταση ζωής, Ατελείωτη μέρα κι ατελείωτη νιώθεις τη ζωή.

Κάποτε που λέτε, ήταν μια μικρή παρέα

Το βατερλό αναπόφευκτο. Λίγο καιρό στην εξουσία και έγιναν, Ναπολέοντες.
Κάποτε που λέτε, ήταν μια μικρή παρέα, βαρκούλα στον ωκεανό. Έλεγαν πως είναι αριστεροί και κάπου κάπου, το έδειχναν. Πήγαιναν σε διαδηλώσεις συμμετείχαν σε πορείες, έκαναν συμμαχίες. Τα βράδια μαζεύονταν σε ταβέρνες και στα διαλείμματα των τραγουδιών έκαναν βαθυστόχαστες αναλύσεις. Εκείνες τις όμορφες μέρες, ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό τους, ότι κάποτε θα ήταν εξουσία. Οι πολιτικές φιλοδοξίες, έφταναν μέχρι το 3% να μπούνε στην βουλή, που τα λένε ωραία. Κάποτε ήταν μια καλή παρέα.

Σήμερα η παρέα μεγάλωσε έγινε εξουσία, δεν την χωράει η ταβέρνα, δεν την χωράει ο τόπος. Τέλειωσε εκείνη η εποχή, τέλειωσε το παραμύθι. Η παρέα διαλύθηκε, και δεν την τέλειωσαν οι ιδεολογικές διαφωνίες, την τέλειωσε η εξουσία, την τέλειωσε η δόξα και το χρήμα.
Παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα εδώ στην μικρή μας πόλη, έχω χάσει το μπούσουλα, όλοι εναντίων όλων, ο ένας “δίνει” τον άλλο, ο ένα βρίζει τον άλλο, οι χθεσινοί φίλοι, σήμερα άσπονδοι εχθροί. Αν μπορούσε κάποιος να ζωγραφίσει την κατάσταση, το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν μια μαύρη μουτζούρα. Ακόμα και τα κόμματα που εναλλάσσονταν στην εξουσία τόσα χρόνια, ποτέ δεν είχαν δείξει τέτοιες συμπεριφορές.
Συμβαίνουν πολλά παράξενα σ’ αυτό το τρελό πανηγύρι. Βλέπεις φίλους να σε εγκαταλείπουν και εχθρούς να σε ασπάζονται. Νομίζεις πως βρίσκεσαι σε ένα μεγάλο χορό μεταμφιεσμένων, με λύκους που γίνονται αρνάκια και αρνάκια έτοιμα να σε κατασπαράξουν. Γελούν μαζί μας και οι σημαίες μας.
Πώς το έλεγε εκείνο το ωραίο τραγούδι; τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν για πόλεμο στο μακρινό Ιράν, εμείς έχουμε πολλούς στρατηγούς. Όλοι επικεφαλής του καλού στρατιώτη Σβέικ. “Όταν ψάχνει για ήρωες το μέλλον εμάς θα δείχνει, τον Μήτσο”. έγραφε παλαιότερα ο Στάθης, Όλοι εμείς: ένας καλός στρατιώτης Σβέικ και μπροστά οι στρατηγοί μας! Λαμπροί μέσα στις πανοπλίες τους, το ένα φτερό στις περικεφαλαίες μεγαλύτερο απ' το άλλο, μέσα στα κόκκινα ντυμένοι, σωστοί Λακεδαιμόνιοι, μη φαίνονται τα αίματα. “
Κι αν μπήκαν μέσα στην Πόλη οι εχθροί, φύγαμε εμείς, το σκάσαμε και τους τη σκάσαμε!
Καλοκαίρι από αύριο, ακόμα και με βροχή ... Καλοκαίρι.
Το καλοκαίρι υπόσχεται να μας σώσει από τους μαυρισμένους εαυτούς μας, να μας συμφιλιώσει με τον τόπο, την ιστορία και τον κληρονόμο εαυτό μας, να μας πάρει το στεναγμό και το φόβο.

Η αποκάλυψη της ευαισθησίας μας είναι δύναμη και όχι αδυναμία

Κόντρα στην καταιγίδα με ασκήσεις αποσυμπίεσης. Με μουσικές ταξίδια, με βιβλία, με αφιέρωση στο αληθινό.
Τι θα κάνουμε; Τόσα χρόνια, μάθαμε το δρόμο. “Η πραγματικότητα μας πληγώνει και ανοίγουμε λογαριασμούς με τον ουρανό ή τη θάλασσα. Που θα μας βρείτε; Στο βουνό ψηλά εκεί να ανεμίζουμε αετούς προσπαθώντας να ελαφρώσουμε, μήπως και καταφέρουμε να φύγουμε μαζί τους προς τα πάνω…”

Είναι κάποια πράγματα που δεν τα γράφει η ιστορία. Και όμως χωρίς αυτά, που προηγούνται των γεγονότων, η ιστορία δεν θα ήταν αυτή που ξέρουμε. Τις τελευταίες μέρες μέσα απ’ αυτήν εδώ τη στήλη έχω πολλές συναντήσεις. Άνθρωποι από διαφορετικές κατευθύνσεις, από διαφορετικούς κόσμους, από διαφορετικές ηλικίες, από διαφορετικές ιδεολογίες, από διαφορετικά ερεθίσματα, από διαφορικές ερμηνείες, ήρθαν να μου δώσουν το χέρι. Ύστερα από κάθε μετάγγιση δύναμης, το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να ξαναδιαβάσω τα κείμενα μου, αυτά που μου υπενθύμιζαν. Όχι δεν ένοιωσα σαν ένας μικρός τοπικός εθνικός ήρωας, ανακάλυψα όμως ότι τελικά, αυτός ο κατακερματισμός της κοινωνίας είναι πλασματικός. Δεν υπάρχουν εκλεκτές μειοψηφίες, αντίθετα, εκλεκτές πλειοψηφίες υπάρχουν, που έχουν υποστεί το βιασμό του «διαίρειν και βασίλευε». Άλλη μια αναθεώρηση στις τόσες της ζωής μου, άλλη μια οπισθοχώρηση του ΕΓΩ, που δεν υπήρξε και ο καλύτερος σύμβουλος αυτής της διαδρομής.
Όλο αυτό το ετερόκλητο πλήθος δεν είχε κοινό σημείο συνάντησης κάποιες αλήθειες ή ψέματα, αυτής εδώ της στήλης. Η ευαισθησία, που καθένας κρύβει μέσα του, βρήκε την αφορμή να αποδείξει, ότι η αποκάλυψη της, είναι δύναμη και όχι αδυναμία όπως του έμαθαν αυτοί που επιχειρούν να χτίσουν τον “άνθρωπο από μάρμαρο”
Με δυνάμωσαν αυτά τα ετερόκλητα ζεστά χέρια. Με ανησύχησαν με την καλή έννοια, αυτήν της δημιουργίας.
«Εκείνη η προσωπική δικαιοσύνη, εκείνη η αληθινή μεταρρύθμιση που ξαναζωντάνεψε την πεθαμένη ευαισθησία, αυτά τα πράγματα είναι αλήθεια, η δική μας αλήθεια, η μοναδική αλήθεια. Τα υπόλοιπα στον κόσμο είναι τοπίο, κορνίζες που πλαισιώνουν τις αισθήσεις μας, βιβλιοδεσίες των όσων σκεφτόμαστε.
Τι σκέφτομαι; Τι θέλω; Αυτό που θέλω στ’ αλήθεια είναι να φύγουν τα άτονα σύννεφα που μουτζουρώνουν με μια γκρίζα σαπουνάδα τον ουρανό. Αυτό που θέλω είναι να δω το γαλάζιο να προβάλει ανάμεσά τους.

Πέμπτη 30 Μαΐου 2019

Υπερβάλλω;


Το έγραψα όταν ο Μητσοτάκης προχωρούσε σε αθρόες απολύσεις. Ακολούθησαν τα χρονιά της “πρώτης φοράς αριστερά”, που έκανε ότι μπορούσε για να τον επαναφέρει.
Για μας, που οι συμβολισμοί αποτελούν μέρος της ουσίας στη ζωή μας, που ζούμε τις στιγμές, καλές και κακές με τον δέοντα σεβασμό, το χειρότερο μας, είναι να πάμε τζάμπα. Από φιλικά πυρά. Από εξοστρακισμό κάποιας σφαίρας. Από καλοκάγαθους που πίστεψαν, ότι θα εκσυγχρονίσουν την Ελλάδα παρέα, με αυτούς που την κατέστρεψαν. Ενώ με τον Μητσοτάκη, καθαρά πράγματα. Ζεις τη στιγμή ενεργοποιώντας όλους τους μηχανισμούς άμυνας που διαθέτεις και πέφτεις ηρωικά, αλλά ήσυχος γιατί ξέρεις ότι ο απέναντι σου θέλει να σε σκοτώσει. Σε έχει προειδοποιήσει άλλωστε.
Τα πράγματα αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις μέρες μας. Βλέπεις το πρόσωπο του κακού, απέναντι σου και είσαι σαν έτοιμος από καιρό, για το χειρότερο, με μια υποβόσκουσα ηδονή, να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον. Ζεις τον εφιάλτη με όλες τις αισθήσεις σε πλήρη λειτουργία. Το βέβαιο είναι, ότι δεν θα σε πιάσει στον ύπνο. Βλέπεις τα μάτια να γουρλώνουν και είσαι βέβαιος πλέον, ο δράκουλας διψάει για αίμα, το αίμα σου, ο θάνατος σου η ζωή του. Υπερβάλλω; Υπερβάλλω. 
Για συμβολισμούς μιλήσαμε στην αρχή, δεν μπαίνουμε στην ουσία των προσώπων. Η υπερβολή άλλωστε ωχριά μπροστά στην πραγματικότητα. Και αν υπερβάλλουμε εστιάζοντας στα μάτια εκείνου που μόλις έμεινε χωρίς δουλειά, αν δείχνουμε τα τραύματα πίσω από το ένα πρόσωπο, δραματοποιώντας κατά κάποιο τρόπο το γεγονός, για να έχουμε μια εικόνα αναφοράς, είναι ελάχιστο μπροστά στα πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα της πραγματικότητας. Εκείνα τα νούμερα, έχουν μάτια, κρύβουν οικογένειες, κρύβουν παραπονεμένα παιδικά βλέμματα. Κρύβουν τραγωδίες.
Να επανέλθουμε στον Μητσοτάκη και στην προσπάθεια που κάνουμε να αποθεώσουμε, την επικείμενη καταστροφή, ώστε να ζήσουμε την στιγμή με την ένταση που απαιτούν οι περιστάσεις. Και ύστερα…
«Βάζεις την καπαρντίνα γιατί σιχαίνεσαι τις ομπρέλες, φοράς τα καλά σου από μέσα, παίρνεις μια μικρή βαλίτσα με τα απολύτως απαραίτητα ανοίγεις την πόρτα κι αφήνεις πίσω σου το σπίτι. Καμένο»

Τετάρτη 29 Μαΐου 2019

Μέχρι εδώ όμως…

Τα ίδια πρόσωπα της καταστροφής, σε μια άνευ προηγουμένου ανακύκλωση, μας ζητούν επιτακτικά μια ακόμα ευκαιρία… Για να μας σώσουν. Να τη δώσουμε, άλλωστε δεν έμεινε και τίποτα να καταστρέψουν. Ο καθένας απ’ όλους αυτούς, προσπαθεί να διαχωρίσει τον εαυτό του, αποποιείται τις ευθύνες και επανέρχεται στο προσκήνιο άσπιλος και αμόλυντος. Απύθμενο θράσος, που επιβεβαιώνει, ότι ο κόσμος της πολιτικής, είναι ξεχωριστός, με δικές του αξίες και αρχές, που δεν έχουν καμία σχέση με αυτές των ανθρώπων.
Τους βλέπω καμαρωτούς στους τηλεοπτικούς δέκτες, να διορθώνουν το ψέμα με άλλο ψέμα. Να σβήνουν την ιστορία και να μιλούν εξ’ ονόματος του Λαού. Του Λαού που τον έχουν γραμμένο στα παλιά τους τα παπούτσια.
Να δεχτώ ότι δεν είχαν κακές προθέσεις. Να δεχτώ ότι έκαναν λάθος υπολογισμούς. Να επικαλεστώ και τους αστάθμητους παράγοντες, τη διεθνή συγκυρία, τη σοδιά που την έφαγε ο δάκος και ό,τι άλλο ακόμα που θα τους απαλλάξει απ’ την κρεμάλα. Μέχρι εδώ όμως. Είναι πρόκληση να εμφανίζονται ενώπιών μας. Είναι θράσος οι αρχιτέκτονες της καταστροφής, να περπατούν πάνω στα χαλάσματα
Το έχετε αντιληφτεί άλλωστε, με την εξουσία πάντα είχα θέμα. Δεν είμαι «αντιεξουσιαστής», απλά μέχρι σήμερα δεν έτυχε να βρεθούμε σε κοινό τόπο. Από εκεί αυτή, από εδώ εγώ. Ποτέ δεν την είδα από το πλάι. Η εικόνα της, πάντα από την απέναντι οπτική γωνία. Απωθητική, ξενέρωτη, αντιερωτική. Σε πολλές περιπτώσεις κυνική, ψεύτικη, απάνθρωπη. Πέρα και έξω από τη δική μου, αισθητική.
Παρ όλα αυτά δεν σας κρύβω: ποτέ δεν είχα φανταστεί, ακόμα και στα χρόνια της «επαναστατικής» μου νεότητας, που η οργή έκαιγε τα χλωρά μαζί με τα ξερά, αυτή τη ξεφτίλα.
Η εξουσία, που είχα πάντα απέναντι μου, πέρα από την απωθητική εικόνα της, έχει γίνει πλέον επικίνδυνη, πολύ επικίνδυνη!

Τελικά αυτό τ’ αμάξι μόνο όπισθεν διαθέτει

Σήμερα ψηφίζουμε. Φυσικά και δεν θα γράψω για εκλογές, αρκετά ακούσαμε αυτές τις μέρες. Δυστυχώς όσο οι επαναλήψεις, αποτελούν μέρος της επικαιρότητας, τόσο σκάβουμε πιο βαθιά το λάκκο μας. Τόσο μένουμε σε χρόνο νεκρό από τα ίδια και τα ίδια. Τελικά αυτό τ’ αμάξι μόνο όπισθεν διαθέτει.
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα απαλλαγούμε από τον θύτη, με τα θύματα όμως; Πώς να υπάρξουν ανατροπές, όταν το μεγάλο σώμα του κοινωνικού ιστού, παραμένει σταθερό σε νοοτροπίες, παρελθόντων ετών; Ο,τι λέμε και ό,τι κάνουμε, υπαγορεύεται από μια σκοπιμότητα, κληρονομιά των χρόνων της επίπλαστης ευμάρειας και της εικονικής πραγματικότητας που προηγήθηκαν.
Αυτό περιμένουμε τελικά, τη δική μας σωτηρία. Ελπίζουμε ότι εμείς θα επιβιώσουμε και άλλοι θα πεθάνουν. Ζούγκλα. Μπορεί να μας πήραν και τα σώβρακα, μας έμαθαν όμως να σκεφτόμαστε ατομικά. Μας κατακερμάτισαν και αυτή είναι η μεγαλύτερη ζημιά. Δεν υπάρχει κοινωνική συνοχή.
Μάταια ψάχνω κάποιες λέξεις. Δεν υπάρχουν τέτοιες, που να μπορούν να κλείνουν τους δρόμους, τους πεπατημένους. Τα βήματα τις περισσότερες φορές αυτενεργούν. Εμείς μένουμε να σχολιάζουμε. Εκ του ασφαλούς δε λέω, όμως μέχρι εκεί. Τώρα δεν έχω άλλες. Και οι ίδιες χάνουν την αξία τους, αν επαναληφθούν.
Μόνο στο χρόνο ελπίζω. Και στο φως. Ας μην μείνουμε άλλο στις σκιές, θα μελαγχολήσουμε. “Ας είναι αυτά τα τελευταία λόγια σε μια ζωή που μας διέψευσε. Πολύ μουντάδα και αυτό το ξεπλυμένο κόκκινο χώμα, που άφησε τη φυσική του θέση, και ταξίδεψε στον ουρανό για να μας κρύψει τον ήλιο, που θα πάει, πάλι στο χώμα θα βρεθεί.
Τελικά η μάχη που δώσαμε και χάσαμε δεν μας δίνει σήμερα τη δυνατότητα ν' αντέξουμε την ήττα. Άλλο είναι γενναίοι και ηττημένοι και άλλο ηττημένοι δειλοί και προδομένοι...

Πέρα από την καταγγελία

· Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσι Όταν πιάνω τον εαυτό μου να μένει για πολύ στην όχθη της άρνησης, γυρίζω πίσω. Όχι για να ξεχάσω όσα με β...