Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2019

Έρχεται βράδυ της Παρασκευής. “Τι θα κάνεις απόψε” τη ρώτησα. “Απλώς θα μείνω μέσα, δεν υπάρχει τίποτα εκεί έξω”, μου απάντησε.
Δεν το φανταζόμουν , μου το έλεγαν και δεν το πίστευα. Άνδρες μόνοι, γυναίκες μόνες. Μια χαρά γυναίκες και άνδρες. Γυναίκες όμορφες ώριμες, που τα κέρδισαν όλα,χειραφετημένες. Άνδρες πετυχημένοι, μόνοι, φοβισμένοι. Παράλληλες μοναξιές να βαδίζουν με ένα βαθύ παράπονο.
Γυναίκες και άνδρες απασχολημένοι σε καριέρες που φτάνουν κάποια στιγμή σε αδιέξοδα, δεν τους λείπει τίποτα, εκτός από την συντροφιά , το άγγιγμα την αγάπη. Δεν ξέρουν από που να το ζητήσουν, πως να το ζητήσουν, αυτό που ξέρουν είναι ότι χρειάζεται ν’ αγαπηθούν .
“H ώριμη, πετυχημένη γυναίκα” γράφει ο Νίκος Ξυδάκης “της χειραφέτησης τα κέρδισε όλα – σχεδόν. Tης λείπει το πιο μικρό, το πιο στοιχειώδες, το πιο πολύτιμο, αυτό που παράπεσε στην ανηφόρα της ύστερης νεωτερικότητας. Ένα ακερδές χάδι, ένα φευγαλέο άγγιγμα στους ώμους, χωρίς συμβόλαιο, χωρίς ανταγωνισμό. Ένα τίποτα ζητάει. Kαι κάθε φορά που μια γυναίκα της χειραφέτησης νιώθει επιτέλους το ζακετάκι στον ώμο της, ο κάθε φοβισμένος άνδρας ακούει τον βαθύ στεναγμό της και ξεθαρρεύει μια σταλιά.”

Άνθρωποι από μάρμαρο


Ακόμα τριγυρνάω στο Εδώ. Στο Εκεί... ελπίζω. Διαβάζω το αύριο και συνειδητοποιώ πως είμαι περαστικός. Σ’ αυτό ελπίζω και ζω καλύτερα τη ζωή, λίγο πιο ελεύθερα και λίγο περισσότερο αυθεντικά.

Για την πολιτική; Ούτε κουβέντα. Οι κακοί δεν αλλάζουν. Αλλά δεν αλλάζουν ούτε οι καλοί.
Είναι πολλά εκείνα που δεν χωράνε στα σχήματά μου. Το μικροκλίμα, υπήρξε καθοριστικός παράγοντας γι’ αυτήν την κατάσταση που βιώνουμε εδώ στη μικρή μας πόλη. Έξω έχει λιακάδα αλλά πώς να τη δεις με κλειστά παράθυρα; Γίνανε ένα με την υγρασία, ο ορίζοντας, το ταβάνι του γραφείου τους, άλλαξε χρώμα το δέρμα τους και τι χρώμα να το πεις, αυτό της μούχλας ίσως, ανακατεμένο με σκοτάδι.
Είναι εύκολο τελικά να πιστέψεις πως είσαι βασιλιάς κλεισμένος στο παλάτι σου, οι αυλοκόλακες άλλωστε που σε περιτριγυρίζουν την έχουν αυτήν την ικανότητα, να σε γεμίζουν αέρα κοπανιστό και να φουσκώνουν τα φτερά σου, το λάθος είναι να δοκιμάσεις να πετάξεις. Πτώση χίλια τα εκατό και κανένα πέλαγος δεν θα πάρει το όνομα σου.
Αν δεν ανοίξεις τα παράθυρο να σκάσει μύτη ο ήλιος στον απέναντι τοίχο, πώς να δεις τη σκόνη που σε σκεπάζει και τα νοσηρά παράσιτα που σε περιτριγυρίζουν; Πως να αναπνεύσεις αλήθειες από τον κόσμο τον πραγματικό, που μπορεί να βρίσκεται λίγα μέτρα πιο κει, για σένα όμως φαντάζει στην άλλη άκρη. Με αυτήν την ακινησία κινδυνεύετε να γίνετε πέτρες και όχι απ’ αυτές που μνημονεύονται.

Της βροχής

Τι να γράψουμε σήμερα; Αυτό που βιώνουμε μόνο με νεαρές λέξεις, αθώες και απείραχτες από τη φθορά της χρήσης, μπορεί να ερμηνευθεί. Στην άμυνα και πάλι περιμένω. Πόσο όμως να περιμένεις; Η αναμονή δεν είναι ζωή.
Η απαισιοδοξία καταγράφει την καθημερινότητα, υπολείπεται του Ονείρου, που παραμένει ζωντανό. Και στα όνειρα οι άνθρωποι, είναι άνθρωποι. Άνθρωποι που ζουν μαζί με άλλους, που συνεργάζονται, που αλληλοϋποστηρίζονται.
Στην πραγματικότητα, έχει εξαπλωθεί μια οργανωμένη επιχείρηση, ώστε η ζωή να είναι χωρίς τους άλλους, ή καλλίτερα με τους άλλους απέναντι, με τους άλλους εχθρούς, με τους άλλους που πρέπει να εξοντώσουμε για να επιβιώσουμε.



Το μεγάλο ερωτηματικό για ποια αριστερά μιλάμε, θα πάψει να μας απασχολεί όταν επιτέλους σταματήσουμε να κτίζουμε στην άμμο παλάτια. Ποια αριστερά;
Μέρα με τη μέρα αποδεικνύεται ότι η διάβρωση του πολιτικού και κοινωνικού ιστού, έχει προκαλέσει ανήκεστη βλάβη. Η κηλίδα έχει καλύψει, όλη την πολιτική και κοινωνική διαστρωμάτωση, ξεπερνώντας και τους τελευταίους θύλακες αντίστασης, που εκ παραδόσεως κρατούσαν και έδιναν τις μάχες για την τιμή των όπλων.
Ήταν μεγάλο βάρος, να κουβαλήσουν τόσα χρόνια κάποιοι στην πλάτη τους τη σημαία του αγώνα. Μεγαλώσανε, βαρύνανε, δεν είδανε και προκοπή, καταθέσανε τα όπλα και έγιναν βασιλικότεροι του βασιλέως.
«Όταν η αναφορά μου στην αριστερά, θα πάψει να είναι ένα μεγάλο παρελθόν, τότε κάτι θα έχει αλλάξει.”
Τέλος με την αριστερά που ξέραμε. Όσοι δεν λάκισαν φορτώθηκαν τα παράσημα του παρελθόντος ωσάν άλλοι σοβιετικοί πολεμιστές, ατραξιόν σε μια κοινωνία, που ότι καν θυμάται.
Η αριστερά υπάρχει στο μυαλό και στη ψυχή των γενεών που έρχονται. Καμία σχέση με τη δική μας αριστερά. Δεν θα στηρίζεται σε ευαγγέλια, και σε απολιθώματα ιδεών, δεν θα έχει ανάγκη να απομονώνεται για να επιβιώσει, ούτε να διαπλέκεται εκμεταλλευόμενη τη θυσία και τους αγώνες του παρελθόντος.

Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2019

Με τι θα σας δέσουν εσάς;


Τελικά αυτά τα ταξίδια επί τόπου είναι πιο επικίνδυνα. Δεν το γράφω γατί ζηλεύω αυτούς που γύρισαν και τις πέντε ηπείρους, αυτούς εννοείται πως τους ζηλεύω, το γράφω γιατί τα δικά μου ταξίδια, ίσως είναι τελικά πιο επικίνδυνα από τα άλλα τα αληθινά. Κάθε ταξίδι και βουτιά με κρατημένη την ανάσα στον απόλυτο βυθό.
Η πόλη σε λίγο θα φορέσει τα λαμπερά στολίδια της, οι χριστουγεννιάτικες προσφορές άρχισαν να παίρνουν θέση στη μάχη της αγοράς. Κινητά τηλεφωνά νέας γενιάς, (οι γενιές εδώ έχουν διάρκεια ημερών), νέα μοντέλα αυτοκίνητων, τηλεοράσεων, υπολογιστών. Ρούχα ταξίδια παιγνίδια αξεσουάρ. Τα όνειρα μας παίρνουν χρώμα χριστουγεννιάτικο.
Τι νομίζεται μ’ αυτά και μ’ αυτά περνάει η ριμάδα η ζωή. Ζούμε τη χαρά της παραμονής και γι’ αυτό έχουν φροντίσει να μην μας την στερούν.
Αυτό μας αρέσει και αυτοί το γνωρίζουν πολύ καλά.
«Πηγές της ιστορίας δεν είναι μόνο τα αρχεία, τα ντοκουμέντα, οι μαρτυρίες. Είναι και η σιωπή.» γράφει η Μάρω Δούκα και η Κυρία του Ραδιοφώνου απηυδισμένη από την την διαφημιστική επίθεση είναι έτοιμη να δώσει τα ρέστα της για λίγη σιωπή... «Μας πεθάνανε πια. Ονόματα, φίρμες, μάρκες, ευχούλης προσευχούλης. Ο μεγάλος ινδιάνος Τσερόκι τώρα με 50 άτοκες, αύριο με δώρο ένα μικρό Ινδιάνο. Με την ηλεκτρονική κουζίνα δώρα ένας φούρνος μικροκυμάτων. Με το πλυντήριο δώρο οι λογαριασμοί του νερού και της ΔΕΗ. Αυτό το αυτοκίνητο πρέπει να το οδηγήσεις οπωσδήποτε, οδήγα το και άσε μας ήσυχους. Με πόσα κουπόνια δίνει δώρα ο Γάμα Δέλτα Παπαρόπουλος; Επιτέλους, ένα γιαούρτι με 200% λιπαρά, οι ανορεξικοί να κάτσουν στην πάντα. Εορτοδάνειο πήρατε; Χιονοαλυσίδες; Δεν πήρατε χιολοαλυσίδες; Πως θα κάνετε Χριστούγεννα; Με τι θα σας δέσουν εσάς; Ω! δεν μπορώ, κουράστηκα, βαρέθηκα, έπηξα, γιατί πλένω το κεφάλι μου απ’ έξω, αφού η καλύτερη σαπουνάδα γίνεται μέσα και σου την κάνει κι άλλος να μην κουράζεσαι. Να πληρώσουμε κάτι παραπάνω για λίγη σιωπή;»



Με ένα καιρό που όλο σκέφτεται να βρέξει

Έχει και συνέχεια ...Νοέμβρης μήνας, η μοναξιά του, σαν ανήμερο θηρίο και φεύγει μ’ ένα κουρασμένο λεωφορείο. Και ο Νοέμβρης σε μια κοινωνία που έχει ξεχάσει να ζει, γίνεται ακόμα πιο σκληρός σαν τον Απρίλη του 1946. Kαι η ανάγκη ακόμα πιο έντονη για να κάνουμε παρέα. Να ξαναβρεθούμε, για να σταματήσουμε την κούρσα της ανόδου των ποσοστών της κατάθλιψης.
«Ένας στους έξι πάσχει από κατάθλιψη» μας προειδοποιεί ο καθ’ ύλην υπεύθυνος τηλεοπτικός μας σύντροφος και όλοι αυτοί ανεξάρτητα από την ανάγκη του «ψωμί παιδεία ελευθέρια».
Να σπάσουμε τις γυάλες με τα χρυσόψαρα για να ξαναβρούμε το χαμόγελο της επικοινωνίας, αυτής που δεν χρειάζεται πληκτρολόγιο και κινητά. Αυτής που έρχεσαι πρόσωπο με πρόσωπο, με τα μάτια να εγγυώνται την αλήθεια.

Πώς να ονειρευτείς σ’ αυτό το περιβάλλον του αποκλεισμού που δημιουργήσαμε και καυχόμαστε και από πάνω. "Οι ονειροπόλοι πού ζουν, πού υπάρχουν;" Αναρωτιέται η “φίλη’” μου, στα ραδιοφωνικά της σχόλια. “Εγώ κάτι σώματα σε σχήμα καρέκλας βλέπω, κάτι κεφάλια τετράγωνα με οθόνη TFT και κάτι συνταξιούχους τελειωμένων επαγγελμάτων που περιμένουν τις εκπτώσεις για να ανταλλάξουν τα ευρώ τους με ημέρες ή αν κρατά η τσέπη τους, και εβδομάδες. Τοκισμένα χρόνια βλέπω να βαραίνουν ανήλικους που παραπατάνε στο Ίντερνετ καφέ και αντί να φιλάνε στα χείλη το κορίτσι τους, ψάχνουν στο σώμα του το μπουτόν που θα το κάνει να πηδάει καταρράκτες σαν τη Λάρα Κροφτ. Ποιοι ονειροπόλοι, παιδιά; Προσγειωθείτε, φτάσαμε στο αεροδρόμιο των ανθρωπίνων ομοιωμάτων.”
Πάρτε εισιτήριο. Έξοδος. Ας κάνουμε παρέα, για να γίνει ο μικρόκοσμος, κόσμος.
Η μιζέρια που βιώνουν σήμερα οι δήθεν τακτοποιημένοι τσακίζει κόκκαλα, ούτε οι σκελετοί τους δεν θα μείνουν. Και το χειρότερο... ούτε που θα τα καταλάβουν…
“Νοέμβρης μήνας... με ένα καιρό που όλο σκέφτεται να βρέξει...”

Με μια πληγή από παλιά μελαγχολία

Η αναφορά στους μήνες δεν περιέχει ευχές, να μην κοροϊδευόμαστε, άλλωστε για κάποιους θα είναι καλός, για κάποιους άσχημος, κάποιοι θα πατήσουν απ’ ευθείας στο Δεκέμβρη, περνώντας αδιάφορα τον ενδιάμεσο χρόνο τους. Η αναφορά γίνεται για τις μνήμες και το Νοέμβρη, η δικής μας η γενιά όσο και αν προσπαθήσει δεν πρόκειται να τον ξεχάσει.

Ο Νοέμβρης του ‘73 προπορεύεται απ΄ όλους τους Νοέμβρηδες της ηλικίας μου.
Ναι εμείς και η Μνήμη. Και ο Νοέμβρης , ως σύμβολο, ήταν για τη γενιά μου - λίγο πριν, λίγο μετά - προθάλαμος για την ενηλικίωση. Εκεί βαφτιστήκαμε πολιτικά και παραδοθήκαμε σπάταλα στο παρόν. M΄ αυτούς τους κάποτε νέους, τους κάποτε εξεγερμένους, πορεύεται σήμερα εν πολλοίς η Ελλάδα.
Οι περισσότεροι σήμερα αντιμετωπίζουν το Πολυτεχνείο όπως γράφει Ν Ξυδάκης “με συγκατάβαση, στο όριο της αδιαφορίας. Αν τους ρωτήσεις τι σημαίνει γι’ αυτούς, θα ταλαντευτούν ακαριαία μεταξύ εχθρότητας και αμήχανου δέους. Δεν είναι τακτοποιημένο ακόμη· ενοχλεί. Άλλοι, μάλλον λίγοι, το βλέπουν με έμφοβο θαυμασμό, δηλαδή, δεν το βλέπουν. Τα παιδιά του Δημοτικού το μπερδεύουν με την 25η Μαρτίου και την 28η Οκτωβρίου· μόνο που αναρωτιούνται: χωρίς Τούρκους και Γερμανούς, ποιοι είναι οι κακοί; Αρκετοί λυκειόπαιδες, με μισοχωνεμένο τον Επιτάφιο του Περικλέους, το βλέπουν σαν προνομιακό πεδίο για την εξεγερσιακή τους γυμναστική. Και κάποιοι μεσήλικες, που ήσαν νέοι τότε, το βλέπουν σαν τη ματαιωμένη νιότη τους”.
Κάπως έτσι και αν οι Νοέμβρηδες που έζησα μέχρι σήμερα απέκτησαν κάποια υπόσταση και αν έγιναν μουσική και αν έγιναν τραγούδι και καταγράφηκαν στο χρόνο, ο Νοέμβρης του ‘73 ευθύνεται.
«Νοέμβρης μήνας ταξιδεύει μ' ένα τρένο Αθήνα, Λάρισα, ωραία Θεσσαλία
στην Κατερίνη ακούει τραγούδι αγαπημένο με μια πληγή από παλιά μελαγχολία. Στη Σαλονίκη φθάνει απόγευμα στις έξι μ' έναν καιρό που όλο σκέπτεται να βρέξει. Νοέμβρης μήνας...»

Δεν έχουμε νοικοκυριό

Εδώ που φτάσαμε η μεταφορά των απορριμμάτων έκτος χωρικών υδάτων, από την μία μας ανακουφίζει, από την άλλη όμως δείχνει και την παραίτηση μιας κοινωνίας στη προσπάθεια να βρει όλα αυτά τα τα χρόνια μια λύση, για τα δικά της απορρίμματα.
Μπροστά στο σημερινό αδιέξοδο, δικαιολογημένοι οι πανηγυρισμοί, αν δεν αλλάξουμε όμως θέση και στάση απέναντι στο πρόβλημα, ούτε η πρόσκαιρη μεταφορά, ούτε το εργοστάσιο ολοκληρωμένης διαχείρισης, θα μας γλυτώσουν.
Θα επαναλάβω εκείνο το Καβαφικό που λέει ότι το ναι και το όχι πρέπει να τα έχουμε καλοζωισμένα κι ετοιμοπόλεμα μέσα μας. Το δικό μου όχι, όπως αυτό έχει εκφραστεί παραμένει ισχυρό. Μακάρι να μπορούσα να γίνω πιο σαφής, αλλά την σαφήνεια ποτέ δεν την είχα μέσα μου.
Τον Γενάρη του 2018 όταν το Δημοτικό Συμβούλιο του Ενιαίου Δήμου ψήφισε ομόφωνα την μεταφορά των σκουπιδιών έξω από το νησί , έγραφα για μια ιστορική απόφαση αφού παρόμοια δεν υπήρξε ποτέ κατά το παρελθόν, όχι όμως γενναία.
Η προηγούμενη κυβέρνηση δεν την έκανε δέκτη, η σημερινή κάτω από ισχυρές πιέσεις της Νέας Δημοτική Αρχής,μας διευκολύνει, όμως...
Τα σκουπίδια, είναι δικά μας, δεν μας τα έστειλε κανένας θεός και ούτε προήλθαν από λοιμούς, σεισμούς καταποντισμούς. Είναι ότι περίσσεψε στο τραπέζι μας, προστάτευσαν και μετέφεραν με ασφάλεια τα αναγκαία αγαθά που μπήκαν σπίτι μας. Πριν γίνουν άχρηστα ήταν χρήσιμα. Την ίδια προσοχή, φροντίδα και σεβασμό, που απολάμβαναν πριν γίνουν σκουπίδια, θα πρέπει να έχουν και μετά, που περνούν στην αχρηστία. Αν δε μπορούμε να διαχειριστούμε τα απορρίμματά μας, δε μπορούμε να διαχειριστούμε τίποτα. Είναι σαν μια οικογένεια που έφαγε ήπιε και μετά σηκώθηκε, τα άφησε όλα πάνω στο τραπέζι και τα πιάτα άπλυτα. Δεν έχουμε νοικοκυριό. Η ήττα διαχρονικά, δεν είναι μόνο της Αυτοδιοίκησης, η ήττα είναι ολόκληρης της κοινωνίας…

Πέρα από την καταγγελία

· Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσι Όταν πιάνω τον εαυτό μου να μένει για πολύ στην όχθη της άρνησης, γυρίζω πίσω. Όχι για να ξεχάσω όσα με β...