Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Ο χειμώνας δεν είναι δημοκρατικός

Υπάρχουν εποχές που δεν έρχονται απλώς με ημερολόγιο, έρχονται με λογαριασμούς, με παγωμένα διαμερίσματα, με σιωπές που τρίζουν τη νύχτα. Ο χειμώνας δεν είναι ρομαντικός, είναι αποκαλυπτικός. Ξεγυμνώνει τις πόλεις, δοκιμάζει τα σπίτια, μετρά τις αντοχές των ανθρώπων. Και κάθε φορά που το χιόνι πέφτει βαρύ, πέφτει μαζί του και το φύλλο συκής μιας πολιτείας που προτιμά να φωτογραφίζεται παρά να προστατεύει.



Το χιόνι είναι θαυμάσιο όταν δεν σε αφορά. Από ψηλά, σε πανοραμικές λήψεις ή εναέρια πλάνα, μοιάζει λευκό, ήρεμο, σχεδόν ευγενές. Στην πραγματική ζωή, όμως, η γοητεία τελειώνει απότομα: ανάμεσα σε ένα ακινητοποιημένο αυτοκίνητο και μια νύχτα χωρίς θέρμανση, όπου το λευκό γίνεται γκρι και η ποίηση κολλάει στο παρμπρίζ μαζί με τον πάγο. Ο χειμώνας παύει να είναι εποχή και αποκαλύπτεται ως μηχανισμός αποκλεισμού.

Ο Νίκος Δήμου έγραφε πως όλη η φιλολογία γύρω από τον χειμώνα είναι ρομαντικός εξωραϊσμός, μια άμυνα απέναντι στο αναπόφευκτο. Η τέχνη καλλωπίζει το μαύρο για να το αντέξουμε. Η εξουσία, αντίθετα, το αφήνει όπως είναι: ψυχρό, αδιάφορο, αμείλικτο.

Ο πάγος είναι υπέροχος για παγοδρόμια και τηλεοπτικά πλάνα. Για τους υπόλοιπους είναι πτώσεις, κατάγματα, φόβος. Ο βοριάς που παγώνει τα αρνάκια παγώνει και ανθρώπους: τα σπίτια των φτωχών, τα χέρια των ηλικιωμένων, τις ανάσες όσων δεν έχουν να πληρώσουν πετρέλαιο, ρεύμα, ζεστά ρούχα. Ο Παπαδιαμάντης μιλούσε για «θερμήν υπόδεσιν». Σήμερα ούτε αυτό θεωρείται αυτονόητο.

Ο χειμώνας δεν είναι δημοκρατικός. Είναι προνόμιο. Το καλοκαίρι η ζέστη μοιράζεται δωρεάν. Τον χειμώνα η επιβίωση τιμολογείται. Και όταν τα ακραία καιρικά φαινόμενα συναντούν κρατική ανεπάρκεια, το φυσικό γίνεται πολιτικό και το ψύχος αποκτά ονόματα, υπογραφές, υπευθυνότητες που ποτέ δεν πληρώνουν όσοι υποφέρουν.

Το χιόνι μπορεί να είναι πανέμορφο στις εικόνες, αλλά στην πραγματική ζωή μιλάει καθαρά: λέει ποιοι επιβιώνουν, ποιοι αντέχουν και ποιοι αφήνονται να παγώσουν. Και αυτή η φωνή δεν είναι απλώς ψίθυρος, είναι κραυγή, διαπερνά τις πολιτικές διακηρύξεις, τα γραφεία των αρμοδίων και την αδιαφορία τους, υπενθυμίζοντας σε όλους ότι ο χειμώνας δεν συγχωρεί, δεν εκχωρεί και δεν ξεχνά τους αδύναμους. 
Δείτε λιγότερα

Σχόλια

Aleksandra Rapti
Εύγε φίλε μου υπέροχο κείμενο
Καλημέρα με βροχή
Sissy Akontidou
Και το καλοκαιρι ο καυσωνας μια χαρα ζημιες κανει . Οποτε γενικως ο καιρος δειχνει τον ...κακο μας τον καιρο οπως τα χουμε καταφερει . Κι οσοι δεν υποφερουν πολυ , νοιωθουν αβολα που χαιρονται το χιονι ή ενα χωρο με τζακι, θερμανση επαρκη και καλο φα… 
Δείτε περισσότερα
Haris Tsenempis
Tυχαίο άραγε το ότι οι Λαοί των (αραιοκατοικημένων) "Χωρών του Βορρά" έχουν τόσα και τέτοια "λούσα", ενώ οι Λαοί των (πυκνοκατοικημένων) "Χωρών του Ισημερινού" ζουν σε φαβέλες με σαγιονάρες, ένα σοστσάκι κι ένα κοντομάνικο μπλουζάκι όλο το χρόνο;
6 από 11

Πριν μάθουμε να κολυμπάμε...

Η Κυριακή μοιάζει πάντα ακίνδυνη, στρώνεται μπροστά μας, σαν λευκό τραπεζομάντιλο, έτοιμο να δεχτεί τα ψίχουλα της καθημερινής μας αμεριμνησίας. Μια πλασματική αθωότητα που βολεύει, την ώρα που ο κόσμος γύρω μας κρατά την αναπνοή του, πριν την επόμενη ρήξη.



Ο πόλεμος συνεχίζει να υπάρχει κάπου αλλού, όσο μακριά χρειάζεται για να μη μας αφορά πραγματικά. Η ακρίβεια έχει εγκατασταθεί οριστικά στα σπίτια μας και η κλιματική κρίση, μεταφράζεται σιωπηλά σε νερό που ανεβαίνει, σε λάσπη που επιμένει, σε πάγους που λιώνουν, σε φωτιές που καίνε την ανάσα μας, σε πόλεις που αποδεικνύονται πιο εύθραυστες απ’ όσο πιστεύαμε.

Στη Γλυφάδα, το νερό δεν εμφανίστηκε ως έκπληξη. Δεν είχε θυμό ούτε θεατρικότητα. Ακολούθησε τη φυσική του λογική. Πέρασε από εκεί όπου του αφήσαμε χώρο ή όπου του τον αφαιρέσαμε και τώρα τον ζητά πίσω.

Γίναμε πια ειδικοί στην τέχνη της υποχώρησης. Χαμηλώνουμε τον τόνο για να μη μας ακούσει η πραγματικότητα. Το «θα περάσει» έγινε το καταφύγιο μιας Πολιτείας που επενδύει σε επικοινωνιακά 112 αντί για έργα υποδομής, μια ασπίδα από χαρτόνι απέναντι στην κρίση, την πανδημία, τις στάχτες και τώρα τη λάσπη.

Μάθαμε να παίζουμε άμυνα απέναντι στον χρόνο, ελπίζοντας η επόμενη πλημμύρα να μη μας αγγίξει προσωπικά, ενώ οι υπεύθυνοι μεταθέτουν τις ευθύνες από τον Δήμο στον ΔΕΔΔΗΕ και από την Περιφέρεια στην κλιματική αλλαγή.

Κάποτε πιστέψαμε πως θα αλλάζαμε τον κόσμο. Τώρα, η πολιτική μας δράση εξαντλείται στο να αλλάζουμε θέμα. Ρίξαμε το βάρος στον πληθυντικό της «συλλογικής ευθύνης» για να ξεπλυθεί η συγκεκριμένη ευθύνη εκείνων που υπογράφουν τις αποφάσεις.

Όμως η φύση δεν αναγνωρίζει κοινωνικά συμβόλαια. Το νερό και η φωτιά δεν διαπραγματεύονται με την αναποφασιστικότητά μας. Δεν γνωρίζουν από «κανονικότητα». Έρχονται για να μας θυμίσουν πως η σιωπή μας δεν είναι ειρήνη, αλλά προετοιμασία για την καταστροφή.

Αυτές οι γραμμές δεν γράφονται για να τρομάξουν. Γράφονται για να θυμίσουν εκείνη τη μικρή, κρίσιμη στιγμή πριν όλα κινηθούν. Τη στιγμή που ακόμα μπορούμε να δούμε καθαρά,
πριν χρειαστεί να μάθουμε να κολυμπάμε, μέσα σε όσα θα μπορούσαμε να είχαμε αποτρέψει... 


6 από 9

Οι καρδιές ζητούν ένοικο


 
Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσια


Ξύπνησα απότομα, με την αίσθηση πως κάτι είχε ραγίσει μέσα στο σπίτι, όχι το ίδιο το σπίτι. Σαν να είχαν μετακινηθεί τα πράγματα ανεπαίσθητα, σαν να είχε περάσει ένας φόβος και να άφησε ίχνη. Άναψα το φως, περισσότερο για να βεβαιωθώ παρά για να δω. Ασυναίσθητα άνοιξα τον Ελύτη, όπως ανοίγεις ένα παράθυρο όταν ο αέρας βαραίνει.



«Περπατώ μες στ’ αγκάθια μες στα σκοτεινά
σ’ αυτά που ’ναι να γίνουν και στ’ αλλοτινά
κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη μου άμυνα
τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα»

Η Μαρία Νεφέλη ήρθε πριν καλά καλά συνέλθω. Την είδα παντού. Με ένα ποτήρι στο χέρι να κοιτά το κενό. Να ακούει δίσκους ξαπλωμένη στο πάτωμα . Να περπατά με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά καμπαρντίνα. Μπροστά στις παιδικές βιτρίνες πιο θλιμμένη. Στις δισκοθήκες πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της.
Καπνίζει αμέτρητα τσιγάρα. Είναι χλωμή και ωραία. Αν της μιλάς, δεν ακούει. Σαν να συμβαίνει κάτι αλλού, κάτι που μόνο εκείνη αντιλαμβάνεται και φοβάται. Σφίγγει το χέρι σου, δακρύζει, αλλά δεν είναι εκεί. Δεν την έπιασα ποτέ. Δεν της πήρα τίποτα.

Γιατί νομίζετε πως είναι εύκολη η επανεκκίνηση; Στον σκληρό δίσκο όλων εμάς των παλαιών των ημερών είναι γραμμένοι οι ποιητές της καρδιάς μας. Εκεί κατοικεί η μνήμη μας, αυτή που αντιστέκεται πεισματικά στη λήθη.

Άργησα να κοιμηθώ. Και τι κατάλαβα από τις περαστικές αγάπες; Πόλη λεηλατημένη κατέληξα.

Η συνέχεια επί ραδιοφώνου. Η μουσική δεν αρχίζει αν δεν σταματήσεις τις μάταιες διαδρομές, αν δεν καθίσεις μια στιγμή να ακούσεις. Όσο τρόμο κι αν κουβαλάς δεν αδειάζει με νύχτες νοικιασμένες στο τίποτα και στο περίπου. Τα σώματα είναι φυγή, το ξέρω. Μα αν σταθείς για ένα τσιγάρο και καθαρίσει λίγο το μυαλό, θα δεις πως οι καρδιές είναι σπίτια. Και ζητούν ένοικο.

Έτσι είμαστε εμείς οι παλαιοί των ημερών. Ανάβουμε σκοτεινές φωτιές για να μαζεύονται γύρω άνθρωποι. Να κάθονται, να τραγουδούν, να κλαίνε, να γέρνει ο ένας στον ώμο του άλλου, ώσπου να σχηματιστεί ο κύκλος. Επικίνδυνα πράγματα, δε λέω. Αλλά πάλι, πώς αλλιώς να ζήσεις;

Όταν το Πένθος Ζητά Εξουσία



Χρειάζομαι λίγες λέξεις ακόμα, για να δώσω συνέχεια στο χθεσινό κείμενο και να απαντήσω σε σχόλια φίλων. Όχι για να αναιρέσω, αλλά για να ορίσω καθαρότερα τα όρια.

Όταν το πένθος διεκδικεί πολιτικό ρόλο, οφείλει να περάσει από το φίλτρο της κριτικής, όχι για να αποδομηθεί, αλλά για να αποκτήσει σχήμα. Η μετάβαση από το μαντήλι του πένθους στο κοστούμι της πολιτικής κουβαλά πάντα μια επικίνδυνη ασάφεια.



Η κοινωνία δεν ζητά παγωμένους τεχνοκράτες ούτε κυνικούς διαχειριστές. Θέλει ανθρώπους που μπορούν να νιώσουν τον πόνο και να σταθούν σιωπηλοί μπροστά στην τραγωδία. Το συναίσθημα στην πολιτική λειτουργεί ως πυξίδα, όχι ως λάβαρο.

Η Μαρία Καρυστιανού, ως φωνή των Τεμπών, εξέφρασε μια καθολική κραυγή για Δικαιοσύνη. Στις πλατείες ενώθηκαν άνθρωποι διαφορετικών αφετηριών γύρω από ένα κοινό αίτημα λογοδοσίας, ασφάλειας και ενός κράτους δικαίου. Δεν κατέβηκε μια συντηρητική κοινωνία στον δρόμο. Κατέβηκε μια κοινωνία που ζητούσε θεσμούς που να λειτουργούν και δικαιώματα χωρίς εξαιρέσεις.

Το ρήγμα ανοίγει όταν αυτό το συλλογικό αίτημα μεταφράζεται πολιτικά με όρους που δεν το εκφράζουν. Όταν η ηθική αγανάκτηση υποκαθιστά το πολιτικό σχέδιο. Άλλο η μάνα που πενθεί και άλλο ο φορέας εξουσίας που οφείλει να εγγυηθεί καθολικά δικαιώματα. Το πένθος δεν γεννά αυτομάτως προοδευτική πολιτική.

Η ενσυναίσθηση θέτει προτεραιότητες, αλλά δεν κυβερνά. Δεν χτίζει ασφαλείς σιδηροδρόμους, δεν θωρακίζει το κράτος δικαίου, δεν εγγυάται τα δικαιώματα όλων. Οι πρόσφατες τοποθετήσεις για τις αμβλώσεις ανέδειξαν καθαρά το χάσμα: άλλα ζητήθηκαν στις πλατείες και άλλα ακούγονται σήμερα. Ο πολιτικός προσανατολισμός δεν μπορεί να είναι επιλεκτικός.

Όταν ένα κόμμα οικοδομείται κυρίως πάνω στη συγκινησιακή φόρτιση, χωρίς ιδεολογική συνέπεια και σύνδεση με τα πραγματικά αιτήματα της κοινωνίας, κινδυνεύει να λειτουργήσει ως βαλβίδα εκτόνωσης. Η εξουσία δεν φοβάται τέτοια σχήματα. Τα ενσωματώνει, και ενώ όλα μοιάζουν να αλλάζουν, το σύστημα παραμένει ανέγγιχτο.

Χωρίς να πυροβολούμε τη μάνα, το δίκιο της οποίας παραμένει ιερό, οφείλουμε να πούμε το αυτονόητο. Η δικαιοσύνη για τα Τέμπη είναι εθνικό στοίχημα. Η αποσύνδεσή της από το προοδευτικό φορτίο των πλατειών, ίσως αποδειχθεί η πιο βαριά ήττα της μνήμης τους.

Η πολιτική ιστορία είναι αμείλικτη. Όποιος επιχειρεί να χτίσει εξουσία πάνω σε μια πληγή, αγνοώντας τι πραγματικά ζήτησε η κοινωνία, καταλήγει συχνά να υπηρετεί, άθελά του, όσα υποσχέθηκε να πολεμήσει.

Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Γαμώτο, πώς γίναμε έτσι;


Κοιτάζω το πρωινό φως να πέφτει πάνω στις στέγες της παλιάς πόλης και αναρωτιέμαι, με εκείνη την πικρή γεύση που αφήνει η εποχή μας, «Γαμώτο, πώς γίναμε έτσι;» Πώς καταφέραμε να μεταβολίσουμε το ιερό δάκρυ σε πολιτικό λόγο και να μετατρέψουμε το αρχέτυπο της Αντιγόνης σε αρχηγό κόμματος;



Δεν πρόκειται απλώς για την προσωπική οδύνη μιας χαροκαμένης μάνας. Η Μαρία Καρυστιανού, μέσα στην απόλυτη απώλεια, μετεξελίχθηκε σε σύμβολο, γιατί τόλμησε να δώσει φωνή στη σιωπή των πολλών και στην ηχηρή απουσία των απόντων. Δημιούργησε ρωγμές στο τείχος της λήθης, φέρνοντας στο φως ερωτήματα που το σύστημα εξουσίας προτιμούσε να κρατήσει θαμμένα στα μπαζωμένα συντρίμμια των Τεμπών. Αυτή η στάση έχει ήδη καταγραφεί ανεξίτηλα στη συλλογική συνείδηση και δεν αναιρείται.

Όμως η ανακοίνωση ίδρυσης κόμματος μοιάζει με άλμα στην άβυσσο χωρίς δίχτυ προστασίας. Η πολιτική δεν είναι μόνο κραυγή διαμαρτυρίας, είναι η τέχνη της σύνθεσης και η ισορροπία σε ένα διαρκώς τεντωμένο σχοινί. Το σύστημα δεν συγκινείται, καραδοκεί στη γωνία για να εργαλειοποιήσει την απειρία και τις αμήχανες προτάσεις, μετατρέποντας το πένθος σε ένα αδύναμο πολιτικό επιχείρημα. Η κοινωνία δεν έχει ανάγκη από ένα «Κόμμα των Τεμπών» ούτε από μια βεντάλια ψήφων αγανάκτησης. Απαιτεί σχέδιο, πρόγραμμα, ικανότητα διακυβέρνησης και μια καθαρή εναλλακτική πορεία.

Κάθε προσπάθεια που αδυνατεί να αντιληφθεί αυτή τη μετάβαση, κινδυνεύει να γίνει άθελά της χορηγός του αδιεξόδου και της υπάρχουσας κατάστασης. Σε αυτή τη λεπτή ισορροπία, ο ρόλος των Μέσων Ενημέρωσης λειτουργεί συχνά παραμορφωτικά. Στην κυνική αναζήτηση της τηλεθέασης, η τραγωδία μετατρέπεται σε θέαμα και ο πόνος σε καταναλωτικό προϊόν.

Μέσα σε αυτή τη χαίνουσα πληγή δεν πρέπει να λησμονούμε και τη σιωπηλή πλευρά της τραγωδίας. Τους γονείς και τους συγγενείς που κουβαλούν το ίδιο ασήκωτο βάρος μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Το δικό τους πένθος δεν διεκδίκησε δημόσιο ρόλο, παραμένει όμως εξίσου ιερό και αδιαπραγμάτευτο.

Τα Τέμπη συγκλόνισαν τη χώρα συθέμελα. Οι πολίτες κατέβηκαν στους δρόμους όχι για τα κόμματα αλλά για τη δικαιοσύνη, την ασφάλεια και τη λογοδοσία. Αν και όλοι έχουν το δικαίωμα να πολιτεύονται αναζητώντας το δικό τους μερίδιο στην αλήθεια, η πολιτική δεν αντέχει να κινείται αποκλειστικά με όρους συναισθήματος. Γιατί όταν το δίκαιο δεν μετουσιώνεται σε σχέδιο και διάρκεια, εξαντλείται στον θόρυβο. Και τότε, αντί να δικαιώνεται το πένθος, απλώς αλλάζει στρατόπεδο η απογοήτευση.

Πάμε

Υπάρχουν τραγούδια που δεν τα ακούμε. Μας ακούν εκείνα. Περιμένουν χρόνια σε μια γωνιά και όταν ξαναπαίξουν, ανοίγουν μια πόρτα που είχαμε ξ...