Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Το ευαγγέλιο του φθινοπώρου

Τις περισσότερες φορές παίρνουμε τοις μετρητοίς τις λέξεις, χωρίς να λογαριάζουμε τις σιωπές. Οι λέξεις δικάζουν, καταδικάζουν, αθωώνουν. Και αυτή η άτιμη η δικαιοσύνη, θέλει ζύγια σωστά. Που να τα βρεις όμως, για να κερδίσεις την ισορροπία. Πολλές φορές οι λέξεις δεν αντιπροσωπεύουν την ουσία, γίνονται στρατιωτάκια πήλινα στην υπηρεσία της σκοπιμότητας. Για τη σιωπή όμως που φωτίζει το πρόσωπο, δεν υπάρχουν λέξεις να τη διαψεύσουν.
Εδώ που φτάσαμε δεν ξέρω τι να πω. Ξεχάσαμε να περπατάμε. Τα «δύο βήματα μπρος και ένα πίσω», ακούγεται δογματικό γι’ αυτό πήγαμε πίσω ολοταχώς. Υπάρχουν κάποια κείμενα που αποτελούν τα δικά μας ευαγγέλια. Και σαν ευαγγέλια τα διαβάζουμε και τα ξαναδιαβάζουμε με αφορμές που μας δίνει ο χρόνος. Μπορεί ο ήλιος να καίει ακόμα, ο χρόνος όμως δεν αστειεύεται, ήδη έκλεψε μια ώρα από το φως και την έκανε σκοτάδι. Φθινόπωρο, δεν υπάρχει αμφιβολία.
Μπορεί κάποια πράγματα να αλλάζουν, οι εποχές όμως, είναι πιστές στο ραντεβού τους. Ένα κείμενο αισιόδοξο, γεμάτο μελαγχολία, του δικού μου φθινοπώρου.
 


Να φορέσουμε τη φθινοπωρινή στολή και να βγάλουμε τη γλώσσα έξω κοροϊδευτικά, στα γκρίζα σύννεφα, πριν προφθάσουν να μας σκεπάσουν. Στόχος είναι να πιάσουμε τη θέση της μελαγχολίας, βάζοντας εκεί που ετοιμάζεται να στρογγυλοκαθίσει, μια ψεύτικη που μόνο εμείς θα ξέρουμε.
Κυριακή απόγευμα Βρέχει, βρέχει συνεχώς. Νατες πάλι οι Κυριακές μετά το μεσημέρι, ώρες - λαιμητόμοι. Νάτες πάλι οι Κυριακές και πριν και τώρα ίδιες σκληρές και αδυσώπητες. «Κυριακή απόγευμα. Ο ουρανός είναι βαθύγκριζος και σε μεριές – μεριές έχει κόκκινες θαμπάδες. Ο χρόνος σε μια απεριόριστη διαδρομή γεμάτος αγωνία. Δεν είχα τύψεις, γυρνούσα πίσω αναζητώντας σταθερές. Μ’ αυτά και μ’ αυτά άντεχα... Όταν δεν φαίνεται διέξοδος, ο πόνος φώτιζε σαν βεγγαλικό. Γράφω για να ξορκίσω το κακό. Ο υπαρξιακός προβληματισμός σε συνέχεια, βάλθηκα μέσα από μια στήλη να στοιχειώσω την εικόνα μου. Γράφω την πάσα αλήθεια σαν ψέμα. Κανείς δεν με πιστεύει.

Πολύ θα ήθελα να είχα την απαραίτητη ανθεκτικότητα και να ξανάρχιζα. Έχω μπει σε ένα ρόλο και χρησιμοποιώ όλη μου την ενέργεια για να σκοτώσω τον καιρό μου. Υπαινίσσομαι την απογοήτευση μου, μέσα σε κοινές φράσεις, «δεν γίνεται τίποτα» η «τώρα είναι αργά». Μια αόριστη επιπόλαιη δυσαρέσκεια, που μου κρατά συντροφιά στις επιτόπιες διαδρομές μου.
Kάτι τέτοιες ώρες καταλαβαίνω γιατί ορισμένοι άνθρωποι προτιμούν την τρέλα, είναι ο μόνος τρόπος να κρατήσεις τη εικόνα σου, το μαγικό κουτί να ξαναβρείς τον χαμένο σου καιρό.
Δεν ξέρω, δεν ξέρω πράγματι τι να σκεφτώ και τι να πω με όλα αυτά. Δεν με διακατέχουν συναισθήματα αυτολύπησης. Δεν γυρίζω την πλάτη στη ζωή, αλλά να, αυτές οι βόλτες τις κρύες φθινοπωρινές νύχτες, είναι αυτό που μπορώ να αφήσω. Αυτό είναι όλο και όλο. Επιτόπιες διαδρομές μέσα στη νύχτα, σκοτεινές τρύπες παρανοϊκές και ματωμένες, άσκοπες βόλτες, παρέα με τα παράλογα όνειρα μας.
Εκ των υστέρων μετράμε τα κέρδη και τις φθορές, από τα συντρίμμια αναζητάμε τον χαμένο χρόνο και την απούσα αγαπημένη, αυτά είναι τα πιο σημαντικά που έχω να εκθέσω, όλα τα άλλα χάρτινες πανοπλίας, καρναβαλίστικες φορεσιές».


Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Tο θλιβερό φαίνεσθαι

Δεν θα προσθέσω ακόμα ένα χαρακτηρισμό για το χθεσινό ντιμπέιτ, η γενική παραδοχή από τους συμμετέχοντες για την αποτυχία του, τα λέει όλα. Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε σε παρελθόντα χρόνο με αφορμή άλλα και διάθεση Ενεστώτα.
Σήμερα  ήθελα να γράψω, για το μεγαλείο της σύγκρουσης, για την ελπίδα της αντίδρασης. Τελικά έχει πολλούς δεξιούς αυτή η  χώρα. Δεξιούς που ξεκινούν  από την «Χρυσή Αυγή και φτάνουν μέχρι τις παρυφές της Αριστεράς. Το χειρότερο όμως,  έχει   πολλούς, πάρα πολλούς,  μέσα στην ίδια την αριστερά.
Το διάστημα που προηγήθηκε,  έφτιαξε συνειδήσεις, εκπαίδευσε συναίσθημα.   Μια κοινωνία χωρίς όραμα, χωρίς συμμετοχή, χωρίς δράση, που αρέσκεται να σχολιάζει και κατά βάθος να χαίρεται με τη φωτιά που μας καίει.
Μόνο μέσα σ’ αυτό το δεξιό κλίμα, μπορούν  να ευδοκιμήσουν   όλα αυτά που ζούμε σήμερα στην πατρίδας μας.  Ήταν εύκολο τελικά. Ποιος τολμούσε πριν λίγα χρόνια να μιλήσει για απολύσεις, στο δημόσιο; Στις μέρες μας,   η λέξη πέρασε τις εξετάσεις, και οι αριθμοί  πλέον έχουν το πρώτο λόγο. 20.000, 30.000.  Όχι άνθρωποι. 


Τώρα για την πολιτική.   Το έχω διατυπώσει με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά. Η ουσία είναι ότι σήμερα δεν το προσπερνάω  με αδιαφορία. Δεν αντέχω να ζω, μέσα σ’ αυτήν την ελαφρότητα του «φαίνεσθαι». 
Μέσα από την παθογένεια του μεταπολιτευτικού σκηνικού, η πλειονότητα των πολιτικών μας έχει μάθει να προβάλλει «το φαίνεσθαι πάνω στο είναι». Στην πολιτική πάντα υπήρχε η λογική της αγοράς. «Να πουλήσει».  Tι; Φρούδες ελπίδες,  «φύκια για μεταξωτές κορδέλες».
Το κακό σήμερα,  παράγινε,  οι πολιτικοί συνεπικουρούμενοι από τα ηλεκτρονικά κυρίως μέσα ενημέρωσης,  πουλάνε σε απίστευτες δόσεις «αέρα κοπανιστό», να φανεί πως κάτι κάνουν και ας μην κάνουν τίποτα.
Με εννοιολογικά  θραύσματα, λαϊκίστικα στερεότυπα, γενικεύσεις αλλά και υπεραπλουστεύσεις προσπαθούν να δημιουργήσουν  μία εικόνα, που δεν έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα.
Πως λοιπόν να αντέξεις μέσα σε ένα  τέτοιο περιβάλλον ψευτιάς και υποκρισίας; Πώς ν’ αντέξεις, μέσα σε ένα  θλιβερό «φαίνεσθαι», όταν  γνωρίζεις πολύ καλά το «είναι»;
Πώς να αντέξεις αν δεν συγκρουστείς; Και μπορεί να χάσεις, θα κερδίσεις όμως ελεύθερες ανάσες και  κυρίως αυτοσεβασμό. Σήμερα  ήθελα να γράψω, για το μεγαλείο της σύγκρουσης, για την ελπίδα της αντίδρασης

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Στο εκεί ελπίζω

Ακόμα τριγυρνάω στο Εδώ. Στο Εκεί... ελπίζω. Θα συνεχίσω, εξαντλώντας κάθε όριο της υπομονής μου, γράφοντας, μέχρι το  τέλος, για να κάνω ευκολότερο  το πέρασμα του χρόνου. Ίσως μονάχα έτσι να δίνονται εξηγήσεις στη μόνη σταθερά, που είναι  οι δικοί  μας άνθρωποι,  μέσα στον άπειρο χώρο και χρόνο,  που μας τρομοκρατεί και μας σκορπά. Με το παράπονο δεν θα ξεμπερδέψουμε. Όσο και να πολεμάς  με τον εαυτό σου,  έρχεται η  τραγωδία μιας κοινωνίας να σου υπενθυμίσει ότι είσαι και εσύ μέλος της. Είναι τόση η πίκρα  στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα,  που τα όνειρα αντικαταστάθηκαν από  τις αναμνήσεις  και αυτό ισοδυναμεί με θάνατο. Εκεί που νομίζω,  πως έχω κερδίσει την προσωπική  μου μάχη,  βλέπω ανθρώπους με σπασμένες φτερούγες, ναυάγια μιας ζωής,  που αλλιώς την ονειρεύτηκαν. Το κοινωνικό δίνει τη θέση του στο προσωπικό και το παράπονο γίνεται ακόμα πιο πικρό. Ας εξαντλήσουμε όλα τα όρια της ελπίδας, όσο και αν η προσδοκία μας έχει κουράσει. Η αλήθεια είναι ότι τίποτα δεν προδικάζει την αισιοδοξία.
Με λέξεις θα κλείσουμε και τις τελευταίες λεπτομέρειες. Με λέξεις, θα παλέψουμε το χρόνο. Με τα αισθήματα που μας γεννά μια μνήμη, επικυρωμένη και υπογεγραμμένη.
«Γράφω για τον εαυτό μου και τους φίλους μου. Γράφω ακόμα, για να κάνω ευκολότερο το πέρασμα του χρόνου» μας λέει ο Μπόρχες. Μια σαφή εξήγηση για την ανεξήγητη διαδικασία της γραφής.
Ο χρόνος καίτοι αθώος, μας θανατώνει από τις δικές μας υποψίες. Διότι εμείς ούτε αθώοι είμαστε ούτε ερήμην μας κυλά η ζωή. Υπάρχει και έχει χρώμα, ήθος, ιδεολογία, που εμείς της δίνουμε.
Έχει ακόμα και εκείνη την γενναία πίστη που διαθέτει δύναμη να νικά τις ένοχες και το μάταιο. Όσο για τη γραφή, αναλαμβάνει να περάσει στην αθανασία αίσθημα, δικαιοσύνη και μνήμη. Είναι η προσπάθεια πριν τα καταπιεί όλα η λήθη. Οι εξηγήσεις που δόθηκαν ή δεν δόθηκαν, που γράφτηκαν όμως σε ένα άσπρο χαρτί για να νικήσουνε τον τρόμο του. Κι έτσι παραμένουμε αξιοπρεπείς, Στο μέτρο του δυνατού γενναίοι. Με την αλήθεια μας. Κι εκείνη την ύστατη προσπάθεια  να νικηθούν οι ενοχές...
Στο Εκεί ελπίζω και γράφοντας το διαβάζω.
Διαβάζω το αύριο και συνειδητοποιώ πως είμαι περαστικός. Σ’ αυτό ελπίζω και ζω καλύτερα τη ζωή, λίγο πιο ελεύθερα και λίγο περισσότερο αυθεντικά. 
Επειδή ότι αγαπήσαμε σώζεται ανά τους αιώνες και ας μας πληγώνει ο χρόνος με άσπρα μαλλιά και με ρυτίδες. Και ας μην ξέρουμε τελικά πότε και που  θα μας δώσει ραντεβού η ζωή, με λέξεις θα εξαντλήσουμε  και το τελευταίο δευτερόλεπτο, που του απομένει.




Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Ό,τι προηγήθηκε, δεν υπήρξε ποτέ

Τα εκλογικά διλήμματα ποτέ δεν με άγγιξαν. Τα προηγούμενα χρόνια η αλήθεια είναι πως δεν με αφορούσαν, αφού ποτέ δεν σκέφτηκα να ψηφίσω τα κόμματα που εναλλάσσονταν στην εξουσία. Και σήμερα όμως, που η πρώτη αριστερή κυβέρνηση διέψευσε τις προσδοκίες και μου στέρησε τον ενθουσιασμό, ούτε για μια στιγμή δεν μπήκα στην λογική των διλημμάτων. Η αριστερά είναι συλλογική υπόθεση, η επιτυχία ή αποτυχία, αφορά όλους και τον καθένα ξεχωριστά.. Η θλίψη, που εξέφρασα στα προηγούμενα κείμενα ήταν γιατί δεν τα καταφέραμε. Εμείς δεν τα καταφέραμε.
Μέχρι εδώ όμως... Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Τα είπαμε, τα ξαναείπαμε Τέρμα. Η παραδοχή, ότι αυτοί που δημιούργησαν την κρίση, που είναι μέρος του προβλήματος, δεν μπορούν να δώσουν τη λύση, εκτιμώ ότι είναι σαφής.
Τα περί σχηματισμού κυβέρνησης, όλοι μαζί για να σώσουμε την κατεστραμμένη χώρα είναι, «άλλα λόγια να αγαπιόμαστε».
Θα πρέπει λοιπόν να λακτίσουμε αλύπητα το παρελθόν, που εξέθρεψε όλα αυτά νοσηρά φαινόμενα που σήμερα γίνονται πρωτοσέλιδα, για να λάβουμε δικαίωμα εισόδου στη νέα εποχή.
Ο Λαός τραβάει αριστερά, απαιτεί από την αριστερά να πρωτοστατήσει, να προχωρήσει μπροστά χωρίς αυτούς που τον οδήγησαν στην καταστροφή. Οι απανταχού εξελίξεις πλέον, όλη η οικουμένη βρίσκεται κάτω από τα παράθυρα μας και δεν αφήνουν περιθώρια για παρεξηγήσεις. Ο,τι λιμνάζει σέπεται κατά συνέπεια και η κοινωνία πρέπει να αλλάξει ταχύτητα και νοοτροπία. Να τρέξει με γερά πνευμόνια και ποδιά ακούραστα, με νέους ανθρώπους που δεν τους επιβαρύνει το παρελθόν.
Αυτοί που κυβέρνησαν. Αυτοί που κατέστρεψαν, σήμερα χωρίς αιδώ μιλούν για καταστροφή. Ό,τι προηγήθηκε, δεν υπήρξε ποτέ. Τα ίδια φθαρμένα πρόσωπα αναβαπτίζονται, ανακηρύσσονται σωτήρες, κλέβουν λέξεις και συνθήματα, κινδυνολογούν, μέχρι θανάτου, και με περίσσιο θράσος προσπαθούν να πείσουν το εκλογικό σώμα, ότι για όλα φταίει ο ΣΥΡΙΖΑ.
Κάτι σαν Λήσταρχος Νταβέλης, φαντάζει στα μάτια ανυποψίαστου τηλεθεατή, ο Αλέξης Τσίπρας. Ορυμαγδός επιθέσεων από το ξεπερασμένο σύστημα, εναντίον ενός νέου πολιτικού, που δε πρόφτασε να κυβερνήσει.
Φταίει, η αριστερά γιατί μπήκε ανάμεσα από το δίπολο του διαβόλου, που για 40 χρόνια, δεν είναι λίγα, εδραίωσε ένα σύστημα, χρησιμοποιώντας, τις παροχές το ρουσφέτι, τα εκβιαστικά διλήμματα, την κινδυνολογία, τους εκβιασμούς.
Φταίει η αριστερά , που δε ξέρει να κυβερνήσει, που δεν έχει εκπαιδευτεί σε τέτοιες μεθόδους και δεν μπορεί να τα καταφέρει.
Πράγματι,, τόση καταστροφή αν δεν έχεις εκπαιδευτεί, όπως τα πρώην κόμματα του δικομματισμού, πώς να την κάνεις.




Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Σ' αγαπώ μα δεν θα 'ρθω

Aν η πολιτική έχει χάσει την αξιοπιστία της και η διάβρωση έχει εισχωρήσει σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, είναι γιατί δεν υπάρχει ομοιογένεια. Δεν υπάρχουν θέσεις που να υποστηρίζονται με συνέπεια απ’ αυτούς που κρύβονται πίσω από τις ταμπέλες. Υπάρχει διχόνοια στην ομάδα. Και πώς να μην υπάρχει μ’ αυτή την πανσπερμία τάσεων ρευμάτων και του «τίποτα» μέσα στον ίδιο χώρο;
Το πρόβλημα σήμερα δεν είναι ότι πέθαναν οι ιδεολογίες, είναι που τις κουβαλάει ο καθένας μόνος του και δεν μπορεί να βρεθεί με του ομοϊδεάτες του, ώστε να σχηματισθεί μια καθαρή πρωτοπορία.
Και επειδή όλα τα παραπάνω είναι στη σφαίρα του ιδεατού, καλό είναι να στραφούμε στις μονάδες.
Θα συνεχίσουμε με ποικίλο μουσικό πρόγραμμα, ανώδυνα κείμενα που μας κρατούν συντροφιά τις ώρες της υπομονής, είναι προτιμότερα από όλα αυτά που μας έχουν κιτρινίσει την ζωή. Τουλάχιστο αυτά τα γενικά όλο και κάποια ψυχή θα αγγίξουν ειδικά. Όλο και κάποιο μυαλό θα ξυπνήσουν, να ξεκουμπιστεί από τον ύπνο του δικαίου. Τα άλλα τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, που ενδιαφέρουν το μικρόκοσμο μας και αναπαραγάγουν τα Πινόκιο, θα τα συνεχίσουν οι άλλοι, που έχουν αναλάβει την εργολαβία της αποχαύνωσης.
Ακόμα δεν έχω περάσει απέναντι, όμως θαυμάζω, εκείνους που τα κατάφεραν, τους ποιητές και αυτούς που ελαφρά την καρδία αποκαλούμε τρελούς. Αυτούς δηλαδή που δεν άντεξαν την μάταια φθορά της ψυχής τους.
 

« Γράφω για να νικήσω την απώλεια, κορόιδευα. Τον εαυτό μου πρώτα κι ύστερα τους άλλους. Να σε ξανακερδίσω θέλω, γι’ αυτό γράφω. Να μη σε χάσω, μη σε ξεχάσω’ να μη χαθώ». Έχουν παραλήπτη τα γραπτά, αυτούς που ξέρουμε που θα τα διαβάσουν, αυτούς που ξέρουμε και ελπίζουμε πως κάποια στιγμή θα τα διαβάσουν και αυτούς που δεν ξέρουμε και ελπίζουμε κάποια στιγμή να γνωρίσουμε.
Θα συνεχίσω, τις ενέσεις ηθικού, για μένα και για όλους που είναι σαν και μένα, γιατί αυτές τις μέρες του Σεπτέμβρη, στο μεταίχμιο, μεταξύ Φθινοπωρινού καλοκαιριού και φθινοπωρινού χειμώνα, παρατηρείται μια έξαρση της κρίσης, της ηλικίας εννοώ.
Δεν υπάρχουν χρόνια αγάπης χαμένα. Και τα δικά μας χρόνια, ήταν παραμυθένια. Από τον Χατζηδάκη, στο Θεοδωράκη, από την «όμορφη πόλη» στην οδό ονείρων». Αν δεν κουβαλούσαμε, αυτά τα πολύτιμα χρόνια, πως θα σιγοψιθυρίζαμε σήμερα τα τραγούδια.
Και τα δικά μας τραγούδια δεν παλιώνουν, δεν είναι απ’ αυτά που κάνουν μακαρόνια με κιμά, είναι απ΄ αυτά που έγραψαν ποιητές και μεγάλοι συνθέτες, «σ’ αγαπώ μα δε θα ‘ρθω», επιθυμία και άρνηση στο ίδιο ποτήρι νερό, έλξη και άπωση στον ίδιο πόλο του μαγνήτη. Τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη πριν σαράντα πέντε χρόνια.
Τα ηλικιακά νιάτα διαρκούν όσο τους πρέπει. Τα δικά μας νιάτα των πενήντα κουβαλούν τα κερδισμένα χρόνια, τη δύναμη και την υπομονή.
Αν δεν είχαμε όλα αυτά τα εφόδια πως θα αντέχαμε σήμερα, να παρακολουθούμε εκλογές από την τηλεόραση; Πως θα αντέχαμε να βλέπουμε να μεταβάλλονται συνειδήσεις κάθε ώρα που περνάει από τις τηλεοπτικές εμφανίσεις; Αντέχουμε γιατί γνωρίζουμε και μπορούμε, ακόμα και την επιθυμία να την κάνουμε άρνηση…

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015

Το δίλημμα μνημόνιο αντιμνημόνιο είναι ψεύτικο

Ελπίζω μετά απ' αυτές τις εκλογές, να τελειώσει και η ταμπέλα μνημόνιο
αντιμνημόνιο. Επρόκειτο για μεγάλη Πλάνη. Γενικοί χαρακτηρισμοί που δίχασαν την κοινωνία και επικάλυπταν πολιτικούς σχηματισμούς ομαδοποιώντας πράγματα που καμία σχέση δεν είχαν μεταξύ τους. Δεν χρειάζονται παραδείγματα, αρκεί κανείς να σκεφτεί ότι η “Χρυσή Αυγή” ήταν στην “ίδια ομάδα” με τον ΚΚΕ. Το μνημόνιο αντιμνημόνιο, δεν μπορεί να σταθεί στην ουσία της πολιτικής και δεν μπορεί να προσδώσει και τις προθέσεις του κάθε πολιτικού σχηματισμού. Μετά απ΄ όλα αυτά που έχουμε ζήσει, το κάθε κόμμα θα πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες του, κάνοντας γνωστή την ταυτότητα του ώστε να επανακαθωριστούν τα όρια, ανάλογα με τις πολιτικές θέσεις και την ιδεολογία που το καθένα πρεσβεύει. Αυτό σαν μια γενική παρατήρηση γιατί κινδυνεύουμε να θεωρούμε τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ ένα κόμμα ελέω μνημονίου.
Επαναφέρω ένα παλαιότερο κείμενο.
Μπορεί να υπάρξουν χειρότερα γι’ αυτή τη χώρα; Η επιβολή του μνημονίου και η σοβαρή κρίση που βιώνει η ελληνική κοινωνία ωχριούν μπροστά στο διχασμό της ίδιας της κοινωνίας με αφορμή το γεγονός. Η ιστορία μας έχει διδάξει αρκετές φορές από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, που έχουν οδηγήσει οι διχασμοί. Το υπέρ και το κατά του μνημονίου, δημιουργεί για την ώρα στρατόπεδα υποστηρικτών και κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί αν κάποια στιγμή δεν οδηγηθούν σε θέση μάχης.
Ο διχασμός όμως παραμένει, κυρίως σαν διχογνωμία, σαν διχοστασία, αλλά και σαν βασανιστικό ερώτημα αναχρονισμού: Μπορούσε να γίνει αλλιώς; Τι άλλο μπορούσε να γίνει; Ορθά σε παλαιότερο άρθρο του ο Νίκος Ξυδάκης προτείνει να υπερβούμε το γεγονός και να εργαστούμε με θέληση για συμφιλίωση, ώστε η κρίση να δώσει ευκαιρίες για αναγέννηση.
«Οι τέτοιες διχοστασίες» αναφέρει «έφτασαν στα όρια του εμφυλίου αμέσως μετά τον ξεσηκωμό του 1821, και με ανάλογη αδελφοκτόνο σφοδρότητα εκδηλώθηκαν και το 1916-22 και το 1944-49. Κοινό χαρακτηριστικό σε όλες τις περιπτώσεις, η ανάμιξη του ξένου παράγοντα, ο οποίος επεμβαίνει διαιρετικά και εξουσιαστικά, είτε ως αυτόκλητος σωτήρας είτε προσκεκλημένος από τη μια ή την άλλη μερίδα…» «Έχουμε δει πώς περίπου εμφανίζεται η διχοστασία διηνεκώς, αλλά και πώς αποσύρονται ενίοτε οι εντάσεις αν εμφανιστούν κίνδυνοι που απειλούν την ίδια την ύπαρξη του εθνικού συνόλου. Αυτό συνέβη, φερ’ ειπείν, το 1940. Τηρουμένων των αναλογιών, σε παρόμοιο κίνδυνο βρίσκεται σήμερα η χώρα, ενώπιον του εσωτερικού και του εξωτερικού εχθρού, ενώπιον του φαύλου εαυτού και ενώπιον της διεθνούς κρίσης και των δανειστών. Μπροστά σε αυτόν ακριβώς τον πολυπρόσωπο κίνδυνο, κίνδυνο πτώχευσης, κίνδυνο απώλειας εθνικής κυριαρχίας, κίνδυνο κοινωνικής έκρηξης, κίνδυνο μαρασμού ενός λαού με χαμένη αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση, με κερματισμένη και θαμπή την ταυτότητα, με θρυμματισμένη την αίσθηση του συνανήκειν, σε αυτή ακριβώς την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, μόνη διέξοδος είναι η υπέρβαση της διχοστασίας…» 
«Η υπέρβαση του διλήμματος προϋποθέτει θέληση για συμφιλίωση. Συμφιλίωση των αντιπάλων και των οιονεί εχθρών. Με τέτοια σύλληψη της δυσβάστακτης πραγματικότητας και τέτοια εκδήλωση θέλησης, με μετατόπιση από το ατομικό προς το καθολικό, και από τον φατριασμό προς το κοινό καλό, είναι δυνατόν να αποτραπούν τα χειρότερα για την κοινωνία, το λαό, τη χώρα, την πατρίδα…»


Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Αριστερή μελαγχολία.

Μπορεί να καταγράφομαι, στο ποσοστό των αναποφάσιστων, όμως δεν είμαι. Ποτέ δεν ήμουνα αναποφάσιστος. Την αριστερή μελαγχολία μου εκφράζω, όλο αυτό το διάστημα και τη σιωπή μου. Αυτή η σιωπή η δική μου και χιλιάδων άλλων σαν και μένα, είναι που δυσκολεύει τη ζωή των εταιρειών δημοσκοπήσεων και αποδυναμώνει τα ποσοστά συσπείρωσης, ώστε λίγες μέρες πριν τις εκλογές να καταγράφουν ιστορικό χαμηλό.
Ποτέ δεν θυμάμαι το εαυτό μου, προεκλογική περίοδο με τέτοια διάθεση. Ποτέ δεν θυμάμαι να βγαίνουν οι λέξεις με τόση δυσκολία. Είναι και αυτή η ευκολία, των συνοπτικών διαδικασιών και των καταδικαστικών αποφάσεων, των μεν για τους δε και αντίστροφα, που προσθέτει, και άλλο βάρος στην επιβαρυμένη κατάσταση.


Από μια άποψη, όπως γράφει ο Θανάσης Καρτερός “μπορεί κανείς και να είναι περήφανος ως αριστερός για όλα αυτά. Το 'χουμε, πώς να το κάνουμε. Είμαστε με τα ιδανικά κι όχι με τα δανεικά. Ενώ οι μπαγάσηδες οι προηγούμενοι -σαράντα χρόνια κλέφτης...- και οι από πάνω, και οι από κάτω, και οι από δίπλα, και οι από πίσω τους καμιά μελαγχολία δεν έπαθαν όταν υπέγραφαν τα όργια. Επέβαλαν τα όργια. Έκαναν τα όργια. Συνωμοτούσαν για τα όργια με δανειστές, βαρόνους και τραπεζίτες. Και προπαγάνδιζαν τα όργια από τα μη μελαγχολικά ΜΜΕ.
Ψυχροί τύποι. Και καθεστώς έχτισαν. Και το Ναι αγκάλιασαν. Και τους δανειστές σιγοντάρισαν. Και το Grexit έκαναν μπαμπούλα. Κι ούτε ενός το μάτι δεν καθρέφτισε κάποια μελαγχολία: Τι κάναμε στην καημένη την Ελλάδα! Και πότε μελαγχόλησαν; Όταν τους ήρθε η ξανάστροφη των εκλογών. Και η ξανάστροφη του Όχι. Όταν γέλασε το δικό μας χειλάκι δηλαδή. Που πάει να πει ότι αυτοί μελαγχολούν όταν εμείς χαμογελάμε. Ενώ εμείς μελαγχολούμε κι από μόνοι μας. Όταν αλλιώς τα παλεύουμε κι αλλιώς έρχονται”.
Γι' αυτό δεν μιλάω, αλλά και δεν ακούω αυτό το διάστημα. Και έτσι θα πάω μέχρι τέλους. Και αυτή η μελαγχολία δεν έχει να κάνει με τους άλλους. Δεν με πρόδωσε κανείς, δεν με γέλασε κανείς . Δεν έχω απέναντι μου αποστάτες, και προδότες . Έχω κάποιους ηττημένους και είμαι και εγώ ανάμεσά τους.




Πέρα από την καταγγελία

· Κοινοποιήθηκε στους εξής: Δημόσι Όταν πιάνω τον εαυτό μου να μένει για πολύ στην όχθη της άρνησης, γυρίζω πίσω. Όχι για να ξεχάσω όσα με β...