Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΑΜΕ ΑΚΟΜΗ

Κάποτε έγραφα για να προλάβω την είδηση Σήμερα γράφω για να προλάβω τη στιγμή. Δεν είναι το ίδιο.


Στα πρώτα χρόνια της δημοσιογραφίας οι λέξεις ήταν εργαλεία. Έπρεπε να είναι γρήγορες, καθαρές, χρήσιμες. Να προλάβουν το γεγονός, το τυπογραφείο, την επόμενη μέρα. Με τα χρόνια άρχισα να τις κοιτάζω αλλιώς. Να τις διαλέγω. Να τις αφήνω να με πλησιάσουν.
Γιατί υπάρχουν λέξεις που σε κατακτούν.



Μια φράση μπορεί να σε ακολουθεί όλη μέρα. Μια λέξη μπορεί να σου αλλάξει τη διάθεση. Κι ένα κείμενο, όταν έχει μέσα του κάτι αληθινό, μπορεί να μείνει πάνω σου σαν ένα άγγιγμα που δεν ξεχνάς.
Γι' αυτό εξακολουθώ να γράφω. Επειδή έχω μάθει να κοιτάζω καλύτερα.
Ένα βλέμμα στον δρόμο. Μια κουβέντα που ειπώθηκε χαμηλόφωνα. Ένας άνθρωπος που γελάει ενώ θα μπορούσε να κλαίει. Μια πόλη που αλλάζει χωρίς να ζητήσει την άδειά μας.

Από εκεί αρχίζει η ανάγκη να γράψεις. Από το ασήμαντο που, αν το κοιτάξεις λίγο περισσότερο, παύει να είναι ασήμαντο.

Η εφημερίδα βιάζεται. Η τηλεόραση φωνάζει. Τα κοινωνικά δίκτυα δεν περιμένουν καν να τελειώσεις τη σκέψη σου.
Μια είδηση γεννιέται, αναπαράγεται, σχολιάζεται, ξεχνιέται και αντικαθίσταται μέσα σε λίγες ώρες.

Ο κόσμος δεν προλαβαίνει να διαβάσει. Προλαβαίνει μόνο να αντιδράσει.
Εγώ θέλω να καθυστερώ λίγο. Να κρατάω μια στιγμή από το μανίκι και να της λέω, περίμενε λίγο ακόμη. Να την κοιτάζω από πιο κοντά. Να δω τι κρύβει.

Και μέσα σ' αυτή τη μικρή καθυστέρηση να χωρέσει ένας άνθρωπος, μια σκέψη, μια αμφιβολία, μια επιθυμία.
Έχει ηλικία η γραφή; Όχι.

Γερνάει μόνο όταν παύεις να εκπλήσσεσαι. Όταν γράφεις από συνήθεια. Όταν οι λέξεις έρχονται μόνες τους, χωρίς να σε αγγίζουν. Όταν ξέρεις από πριν πού θα καταλήξεις. Εγώ θέλω ακόμη να μη γνωρίζω.
Να κάθομαι μπροστά στη λευκή σελίδα και να υπάρχει εκείνη η μικρή, ευχάριστη αμηχανία της πρώτης συνάντησης.

Δεν ξέρεις τι θα γίνει. Ξέρεις μόνο πως θέλεις να συνεχίσεις.
Και όσο υπάρχει αυτή η επιθυμία, η γραφή δεν έχει ηλικία.
Έχει παρόν.Έχει περιέργεια.

Έχει ακόμη εκείνο το ανεξήγητο σκίρτημα που σε κάνει να γυρίζεις κάθε μέρα σ' αυτήν. Και τότε καταλαβαίνεις κάτι απλό.
Δεν γράφουμε επειδή τελειώνει ο χρόνος.

Γράφουμε επειδή, όσο υπάρχει ακόμη κάτι που μας συγκινεί, δεν έχουμε τελειώσει μαζί του.

Η ΕΥΘΥΝΗ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΩΠΟ


Κοινοποιήθηκε στους εξής: ΔημόσιαΥπάρχει μια φράση βολική. «Φταίμε όλοι».
Υπάρχει μια φράση βολική. «Φταίμε όλοι».Εμφανίζεται συνήθως μετά, την αποτυχία, την κρίση, την καταστροφή. Λέγεται με χαμηλή φωνή και σοβαρό ύφος, σαν μικρή συλλογική εξομολόγηση.


Και ύστερα επιστρέφουμε ήσυχοι στη ζωή μας. Γιατί το «φταίμε όλοι» έχει μια σπάνια ευκολία, δεν έχει πρόσωπο. κι ό,τι δεν έχει πρόσωπο, δύσκολα λογοδοτεί.
Έτσι η ευθύνη γίνεται ένα μεγάλο πάπλωμα. Απλώνεται πάνω από αποφάσεις, παραλείψεις, σιωπές και λάθη. Και κάτω από το ίδιο πάπλωμα κοιμάται εκείνος που αποφάσισε κι εκείνος που πλήρωσε την απόφαση.
Πολύ δημοκρατικό. Μόνο που η δικαιοσύνη δεν είναι δημοκρατική μοιρασιά. Η ζωή δεν ζυγίζει τις ευθύνες με το κιλό. Εκείνος που κρατά το τιμόνι δεν ευθύνεται όσο εκείνος που κάθεται πίσω. Εκείνος που υπογράφει δεν μπορεί να κρύβεται πίσω από εκείνον που απλώς υφίσταται την υπογραφή. Κι όμως, μας αρέσει να μοιράζουμε την ευθύνη οριζόντια. Ίσως επειδή φοβόμαστε να τη μοιράσουμε δίκαια.
Το ίδιο κάνουμε και στις σχέσεις. «Φταίξαμε και οι δύο». Μερικές φορές είναι αλήθεια. Άλλες, ένα πολύ καλοντυμένο ψέμα.
Γιατί δεν είναι όλες οι απουσίες ίδιες. Ούτε όλες οι σιωπές. Ούτε όλες οι προσπάθειες. Υπάρχει εκείνος που έμεινε κι εκείνος που έφυγε. Εκείνος που πάλεψε κι εκείνος που περίμενε απλώς να τελειώσει. Εκείνος που ζήτησε συγγνώμη κι εκείνος που δεν κατάλαβε ποτέ γιατί την χρωστούσε.
Η ζωή, άλλωστε, δεν είναι λογαριασμός εστιατορίου. Δεν πληρώνουμε όλοι το ίδιο επειδή καθίσαμε στο ίδιο τραπέζι.
Γι’ αυτό με ενοχλούν οι γενικότητες. «Έγιναν λάθη». Ποια; «Υπήρξαν παραλείψεις». Ποιων;
Εκεί ακριβώς αρχίζει η δύσκολη κουβέντα. Όχι για να στήσουμε ανθρώπους στον τοίχο. Αλλά για να επιστρέψουμε τα πρόσωπα εκεί όπου οι λέξεις τα εξαφάνισαν.
Εγώ αποφάσισα. Εγώ σώπασα. Εγώ έφυγα. Εγώ σε πλήγωσα. Εγώ σου χρωστάω μια συγγνώμη.
Παράξενη λέξη το «εγώ». Τόσο εύκολη όταν διεκδικεί. Τόσο δύσκολη όταν αναλαμβάνει. Κι όμως, από εκεί αρχίζουν όλα.
Γιατί όταν η ευθύνη αποκτά πρόσωπο, αποκτά και βάρος. Και μόνο ό,τι έχει βάρος μπορεί κάποτε να μετακινηθεί. Όταν φταίνε όλοι, στο τέλος δεν φταίει κανείς.
Και τότε, σχεδόν πάντα, μένει κάποιος να πληρώνει έναν λογαριασμό που δεν ήταν όλος δικός του. Αυτό δεν είναι δικαιοσύνη. Είναι η αδικία της ανωνυμίας. 

Καλώς ήρθες, Μαντόνα


Κοινοποιήθηκε στους εξής: ΔημόσιαΜια μεγάλη σταρ του πλανήτη βρέθηκε για λίγες ώρες στους Κουραμάδες. Γιόρτασε τα γενέθλιά της, άκουσε ελληνική μουσική, χόρεψε, φωτογραφήθηκε και έφυγε.

Τίποτα περισσότερο. Τίποτα λιγότερο. Και αυτό είναι απολύτως αρκετό. Μόνο που, πίσω από αυτή την όμορφη εικόνα, υπάρχει κάτι που με ενδιαφέρει περισσότερο από την ίδια την επίσκεψη. Ο τρόπος με τον οποίο εμείς στεκόμαστε απέναντι σε μια σταρ.



Γιατί οι Κουραμάδες δεν ήταν μια αυθόρμητη ανακάλυψη της Κέρκυρας από τη Μαντόνα. Ήταν το σκηνικό μιας οργανωμένης βραδιάς. Η άφιξη, η μετακίνησή της, η ασφάλεια, οι δρόμοι που έκλεισαν, όλα ήταν προσεκτικά οργανωμένα. Δημοσιεύματα μάλιστα ανέφεραν ότι κάτοικοι κλήθηκαν να κλείσουν τα παράθυρά τους για την ιδιωτικότητά της.

Δεν κατηγορώ τη Μαντόνα γι' αυτό.
Εκείνη ήρθε να γιορτάσει τα γενέθλιά της. Δεν ήρθε να γνωρίσει την Κέρκυρα σε βάθος, ούτε να γνωρίσει τους Κερκυραίους. Και δεν είναι αυτό το ζητούμενο από έναν επισκέπτη.

Το χωριό έγινε το σκηνικό. Η βραδιά έγινε το γεγονός. Κι εμείς, κάπου ανάμεσα στις φωτογραφίες και στα χειροκροτήματα, γίναμε οι θεατές.

Εδώ αρχίζει το δικό μου ενδιαφέρον. Γιατί άλλο είναι να χαίρεσαι που μια μεγάλη σταρ βρέθηκε στο νησί σου και άλλο να αισθάνεσαι ότι πρέπει να υποκλιθείς μπροστά στην επιλογή της.
Η φιλοξενία είναι μεγαλείο. Η υποτέλεια είναι ντροπή.

Τον καλεσμένο τον τιμάς επειδή είσαι οικοδεσπότης. Του προσφέρεις το καλύτερο τραπέζι, τη μουσική σου, το χαμόγελό σου. Τον κάνεις να αισθανθεί όμορφα. Δεν του παραδίδεις όμως το σπίτι σου.

Και εδώ βρίσκεται, για μένα, η ουσία όσων συνέβησαν.
Δεν έχω τίποτα με τη Μαντόνα. Ούτε η Μαντόνα έχει κάτι με την Κέρκυρα.
Συναντήθηκαν για λίγες ώρες. Εκείνη έφυγε. Εμείς θα μείνουμε.

Γι' αυτό δεν καταλαβαίνω την ανάγκη να μετατρέψουμε την επίσκεψή της σε κάτι μεγαλύτερο από αυτό που πραγματικά ήταν.
Μπορούμε να χαρούμε. Μπορούμε να θαυμάσουμε. Μπορούμε να πούμε «καλώς ήρθες» με όλη μας την καρδιά.
Χωρίς όμως να ξεχάσουμε ποιοι είμαστε.

Δεν προσκυνώ τα είδωλα.

Μπορεί η Μαντόνα να είναι μια από τις μεγαλύτερες σταρ της εποχής μας. Μπορεί να έχει κατακτήσει σκηνές, αγορές και εκατομμύρια ανθρώπους σε ολόκληρο τον κόσμο.
Της αναγνωρίζω το μεγαλείο. Δεν της παραδίδω το μεγαλείο της Κέρκυρας
Αυτή να είναι η πραγματική μεγαλοψυχία ενός τόπου. Να μπορεί να υποδέχεται μια μεγάλη σταρ χωρίς να αισθάνεται μικρός. Να ανοίγει την πόρτα χωρίς να γονατίζει. Να προσφέρει το καλύτερο τραπέζι χωρίς να ξεχνά ότι το σπίτι είναι δικό του.

Η Μαντόνα ήρθε, γιόρτασε και έφυγε. Η Κέρκυρα έμεινε. Και αυτό είναι που αξίζει να θυμόμαστε.
Καλώς ήρθες στην Κέρκυρα, Μαντόνα. Να είσαι καλά που πέρασες από το νησί μας. Κράτησε όμορφες εικόνες από τη βραδιά σου.
Κι εμείς να κρατήσουμε κάτι άλλο. Την αξιοπρέπειά μας και την επίγνωση ότι μπορούμε να φιλοξενούμε τους μεγάλους σταρ χωρίς να αισθανόμαστε μικροί. 

ΧΩΡΙΣΑ

Σήμερα το πρωί συνάντησα τυχαία μια γνωστή μου γυναίκα που είχα πολλά χρόνια να δω. Αυτό που μου έκανε εντύπωση, ήταν το φως στο πρόσωπό της. Υπάρχουν άνθρωποι που καταλαβαίνεις αμέσως ότι τους έχει συμβεί κάτι σημαντικό.



«Χώρισα», μου είπε.

Και χαμογελούσε.

Μέσα σε αυτή τη λέξη χωρούσαν χρόνια ολόκληρα. Σκέψεις, αμφιβολίες, φόβοι, συζητήσεις που έγιναν και άλλες που δεν έγιναν ποτέ. Το είπε χωρίς πίκρα, χωρίς θυμό, χωρίς την ανάγκη να δικαιωθεί. Το είπε σαν άνθρωπος που μόλις άφησε κάτω ένα βάρος που κουβαλούσε για πολύ καιρό.

Και τότε αιφνιδιάστηκα από τον ίδιο μου τον εαυτό. Γιατί χάρηκα. Δεν τη λυπήθηκα. Δεν την παρηγόρησα. Δεν της είπα «κουράγιο». Μέσα μου τη χειροκρότησα. Όχι γιατί τελείωσε ένας γάμος. Αλλά γιατί είδα έναν άνθρωπο να αποφασίζει ότι δεν θέλει να χαρίσει το υπόλοιπο της ζωής του σε έναν συμβιβασμό.

Οι περισσότεροι γάμοι δεν ξεκινούν από συνήθεια. Ξεκινούν από έρωτα. Από επιθυμία. Από εκείνη τη γλυκιά βεβαιότητα ότι βρήκες τον άνθρωπό σου.
Κάποτε γελούσαν με τα ίδια πράγματα. Κάποτε ανυπομονούσαν να συναντηθούν. Κάποτε δεν χόρταιναν ο ένας τον άλλον.

Αυτό είναι που κάνει τα πράγματα δύσκολα. Γιατί όταν ένας γάμος τελειώνει ύστερα από πολλά χρόνια, δεν αποχαιρετάς μόνο το παρόν. Αποχαιρετάς και ένα κομμάτι της ζωής σου που αγάπησες. Αναμνήσεις που σε διαμόρφωσαν. Όνειρα που κάποτε πιστέψατε μαζί. Υποσχέσεις που κάποτε δόθηκαν με όλη την αθωότητα και την πίστη της εποχής τους.

Υπάρχουν όμως σχέσεις που μαραίνονται αθόρυβα. Όχι επειδή χάθηκε η αγάπη από τη μια μέρα στην άλλη. Ούτε επειδή κάποιος φταίει περισσότερο από τον άλλον. Απλώς οι άνθρωποι αλλάζουν. Μεγαλώνουν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Κάποια στιγμή διαπιστώνουν ότι γνωρίζουν τα πάντα ο ένας για τον άλλον, αλλά δεν συναντιούνται πια πουθενά.

Έτσι αρχίζουν οι συμβιβασμοί. Για τα παιδιά. Για τα οικονομικά. Για το σπίτι. Για την οικογένεια. Για τον φόβο της μοναξιάς. Για το «τι θα πει ο κόσμος». Και κάπως έτσι το προσωρινό γίνεται μόνιμο. Το λίγο γίνεται χρόνια. Και τα χρόνια γίνονται ζωή.

Το ξέρω καλά. Στα τριάντα πέντε μου χώρισα. Δεν ξαναπαντρεύτηκα. Ερωτεύτηκα όμως ξανά. Και ξανά. Και ξανά. Δεν μετάνιωσα ποτέ.

Κάθε φορά που μια σχέση ολοκλήρωνε τον κύκλο της, δεν ένιωθα ότι τελείωνε η ζωή μου. Ένιωθα ότι μου δινόταν ξανά η δυνατότητα να την κοιτάξω από την αρχή. Να ονειρευτώ. Να μαγευτώ. Να περιμένω ένα βλέμμα, ένα μήνυμα, μια συνάντηση. Να νιώσω εκείνο το ερωτικό σκίρτημα που έρχεται απρόσκλητο και σου θυμίζει ότι είσαι ζωντανός.

Γιατί εγώ δεν φοβήθηκα ποτέ τόσο τον χωρισμό όσο φοβήθηκα μήπως πάψω να ερωτεύομαι.

Δεν μιλάω για εύκολους χωρισμούς. Ούτε για επιπολαιότητα. Υπάρχουν παιδιά. Υπάρχουν οικονομικές δυσκολίες. Υπάρχουν ευθύνες. Υπάρχουν κοινές διαδρομές δεκαετιών. Υπάρχουν σχέσεις που αξίζει να παλέψεις γι' αυτές μέχρι τέλους. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά. Οι σχέσεις που έχουν τελειώσει εδώ και χρόνια και συνεχίζουν να υπάρχουν μόνο από φόβο.

Νομίζω πως οι περισσότεροι άνθρωποι δεν φοβούνται τον χωρισμό.
Φοβούνται την ελευθερία που έρχεται μετά.
Γιατί η ελευθερία έχει ευθύνη. Σε αναγκάζει να κοιτάξεις τον εαυτό σου κατάματα. Να αποφασίσεις τι θέλεις από τη ζωή σου. Να πάψεις να κρύβεσαι πίσω από συνήθειες και βεβαιότητες. Κι αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο από όσο φαίνεται.

Ίσως γι' αυτό με συγκίνησε τόσο η γυναίκα που συνάντησα σήμερα το πρωί. Δεν είδα μια γυναίκα που έχανε κάτι. Είδα μια γυναίκα που πίστευε ακόμη ότι η ζωή μπορεί να της δώσει κάτι. Και αυτή η πίστη είναι σπουδαία. Η πίστη ότι μπορείς να ονειρευτείς ξανά. Να μαγευτείς ξανά. Να ερωτευτείς ξανά. Να νιώσεις εκείνο το σκίρτημα που σε κάνει να κοιτάς τον κόσμο λίγο διαφορετικά.

Γιατί η ζωή δεν είναι μόνο ασφάλεια. Είναι και προσμονή. Είναι και επιθυμία. Είναι και συγκίνηση. Είναι η δυνατότητα να νιώσεις πως κάτι μέσα σου ξυπνά.

Γι' αυτό δεν πιστεύω ότι χρειάζεται πάντα θάρρος για να μείνεις. Μερικές φορές χρειάζεται θάρρος για να φύγεις. Να φύγεις όχι από θυμό. Όχι για να τιμωρήσεις. Όχι για να αποδείξεις κάτι. Να φύγεις επειδή μέσα σου ξέρεις ότι η ζωή που ζεις δεν είναι πια η ζωή που θέλεις.

Η μεγαλύτερη παγίδα δεν είναι να φύγεις. Είναι να έχεις φύγει ήδη από μέσα σου και να συνεχίζεις να μένεις.

Σήμερα το πρωί δεν συνάντησα μια γυναίκα που απλώς χώρισε. Συνάντησα έναν άνθρωπο που αποφάσισε να ξαναζήσει.

Και καθώς έφευγα, σκέφτηκα πως όταν χωρίζουν δύο άνθρωποι, όλοι κοιτάζουν τι χάθηκε.

Εγώ σήμερα είδα μια αρχή.

Και κατάλαβα γιατί έλαμπαν τα μάτια της.

Οι τρεις ...

Δεν αγαπώ περισσότερο τις λέξεις. Αγαπώ περισσότερο τις τρεις τελείες. Τις τρεις μικρές τελείες που αφήνουν μια πρόταση ανοιχτή και μια σκέψη να αναπνέει.



Εκεί κατοικούν όσα δεν ειπώθηκαν. Οι λέξεις που έφτασαν μέχρι τα χείλη και γύρισαν πίσω. Οι εξηγήσεις που δεν δόθηκαν. Οι συγγνώμες που άργησαν. Οι άνθρωποι που έφυγαν χωρίς να πουν την τελευταία τους λέξη.

Τρεις τελείες... Χωρίς παύλα. Χωρίς τελεία. Μόνο μια συνέχεια που περιμένει. Και γι' αυτό τις αγαπώ.

Γιατί δεν αποφασίζουν για λογαριασμό μου. Δεν λένε πως όλα τελείωσαν. Δεν λένε πως όλα θα πάνε καλά. Αφήνουν χώρο.
Στο ενδεχόμενο. Στην αμφιβολία. Στην επιστροφή.

Η ζωή δεν είναι γεμάτη τελείες. Είναι γεμάτη αποσιωπητικά. Ένα βλέμμα που κράτησε λίγο περισσότερο. Μια πόρτα που δεν έκλεισε εντελώς. Ένα τηλέφωνο που δεν χτύπησε. Ένα όνομα που δεν διαγράφτηκε. Μια αγάπη που δεν τελείωσε ακριβώς όταν τελείωσε.

Και μέσα σε όλα αυτά, η γραφή. Κάθε μέρα κάθεται απέναντί μου και ζητάει να της δώσω λέξεις. Δεν της δίνω πάντα. Μερικές φορές της δίνω σιωπή.

Γιατί υπάρχουν πράγματα που, αν τα γράψεις, μικραίνουν.
Και υπάρχουν πράγματα που μεγαλώνουν μόνο όταν τα αφήσεις ανείπωτα.

Αυτό έμαθα από τις τρεις τελείες.

Να μην κλείνω βιαστικά τις ιστορίες.

Να μην κάνω πως γνωρίζω το τέλος.

Να αφήνω μια χαραμάδα για όσα μπορεί να συμβούν.

Γιατί η ελπίδα, όσο επιλήψιμη κι αν θεωρείται στις μέρες μας, χρειάζεται χώρο για να αναπνεύσει.

Και οι τρεις τελείες αυτόν ακριβώς τον χώρο προσφέρουν.

Μια μικρή καθυστέρηση πριν από το τέλος.

Μια ανάσα.

Μια πιθανότητα.

Κι όταν δεν έχω τίποτα άλλο να γράψω, δεν φοβάμαι πια τη λευκή σελίδα.

Βάζω τρεις τελείες. Και περιμένω.

Γιατί μπορεί να μην είναι το τέλος. Μπορεί να είναι απλώς... η αρχή της επόμενης λέξης...

Και λοιπόν;



Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή σου, που σταματάς να εξηγείς.
Όχι επειδή τα έχεις όλα καταλάβει. Το αντίθετο. Έχεις καταλάβει αρκετά για να ξέρεις πως οι περισσότερες εξηγήσεις χάνονται στον δρόμο.



Παλιά ήθελα να με καταλαβαίνουν. Έμπαινα σε λεπτομέρειες, διόρθωνα παρεξηγήσεις, ξαναγύριζα σε κουβέντες που είχαν τελειώσει, έψαχνα τη σωστή λέξη που θα έκανε τον άλλον να δει αυτό που έβλεπα εγώ. Μεγάλη σπατάλη.
Σήμερα, αν κάποιος με παρεξηγήσει, τον αφήνω να έχει την εκδοχή του.

Δεν είναι αδιαφορία, είναι η αποδοχή πως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υπάρχουμε με τον ίδιο τρόπο μέσα στο μυαλό των άλλων.

Ο καθένας κρατά από εμάς αυτό που μπορεί να σηκώσει.
Κάποιος θα θυμάται μια καλοσύνη. Κάποιος μια ανοησία. Κάποιος ένα βράδυ. Κάποιος μια φράση που εμείς έχουμε ξεχάσει. Κάποιος μπορεί να μας έχει κατασκευάσει ολόκληρους μέσα σε μια λανθασμένη ανάμνηση.

Και λοιπόν;
Δεν θα τρέξω πίσω του με διορθώσεις.
Υπάρχει μια παράξενη ελευθερία στο να μην προσπαθείς πια να ελέγξεις την εικόνα σου.

Δεν θέλω να φαίνομαι καλύτερος απ’ ό,τι είμαι. Δεν με ενδιαφέρει να φαίνομαι σοφότερος, γενναιότερος, πιο ευαίσθητος. Έχω κάνει λάθη. Έχω πει πράγματα που δεν έπρεπε. Έχω σιωπήσει όταν έπρεπε να μιλήσω και έχω μιλήσει όταν η σιωπή θα ήταν σοφότερη.

Τα κρατάω όλα.
Δεν έχω λόγο να τα σβήσω για να παρουσιάσω έναν πιο τακτοποιημένο εαυτό.

Μου αρέσουν πια οι άνθρωποι που δεν είναι τακτοποιημένοι. Εκείνοι που κουβαλούν αντιφάσεις. Που μπορούν το πρωί να είναι βέβαιοι και το βράδυ να αμφιβάλλουν. Που γελούν δυνατά και κάποιες φορές χάνονται. Που δεν έχουν έτοιμη απάντηση για κάθε ερώτηση.

Οι τέλειοι άνθρωποι με κουράζουν. Οι αληθινοί με ενδιαφέρουν.

Ίσως τελικά η μεγαλύτερη πολυτέλεια να είναι αυτή. Να μη χρειάζεται να αποδεικνύεις διαρκώς ποιος είσαι.
Να μη δίνεις εξηγήσεις για κάθε σιωπή, κάθε απόσταση, κάθε επιλογή.

Οι άνθρωποι που σε αγαπούν δεν τις χρειάζονται.
Οι υπόλοιποι δεν θα πειστούν από αυτές.

Κάποτε αυτό μου φαινόταν σκληρό.
Σήμερα μου φαίνεται απελευθερωτικό.
Αφήνω λοιπόν τον καθένα να κρατήσει τη δική του εκδοχή.
Κι εγώ κρατώ τη δική μου ζωή.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

Θα σας παρηγορήσω και πάλι



Θα σας παρηγορήσω και πάλι. Το κάνω χρόνια τώρα. Όχι επειδή έχω κάποια μυστική συνταγή ευτυχίας ή επειδή έλυσα τα μεγάλα αινίγματα της ζωής. Αντιθέτως. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερα ερωτήματα αποκτώ.

Κάθε τέλος καλοκαιριού, όταν ο Αύγουστος αρχίζει να μαζεύει τα πράγματά του και το φως αλλάζει χρώμα πάνω στη θάλασσα, επιστρέφω στην ίδια σκέψη.




Δεν μου λείπουν τα νιάτα.
Μόνο εκείνη η παιδική χαρά μου λείπει.

Επειδή εκεί όλα έμοιαζαν να αρχίζουν. Ένας φίλος ήταν φίλος για πάντα. Ένα καλοκαίρι ήταν ολόκληρη ζωή. Και ο κόσμος τελείωνε κάπου λίγο πιο πέρα από εκεί όπου έφτανε το ποδήλατό μας.

Κατά τα άλλα, ίδιες είναι οι μυρωδιές. Ίδιες οι μουσικές. Ίδια η γεύση της φράουλας. Η θάλασσα απέναντι ολόιδια, όπως τότε που κατάφερα για πρώτη φορά να κολυμπήσω μέχρι τον δεύτερο βράχο της Αστραπής στους Έρμονες και πίστεψα πως είχα κατακτήσει τον κόσμο. Τελικά δεν κατέκτησα τίποτα.

Σήμερα χαμογελώ και ζηλεύω λίγο εκείνο το παιδί που ήταν τόσο βέβαιο γι’ αυτό, ενώ εγώ δεν είμαι πια βέβαιος σχεδόν για τίποτα. Η ζωή έχει χιούμορ. Και συνήθως γελάει πρώτη.

Για χρόνια κατηγορούσα τον χρόνο. Τον θεωρούσα βασικό ύποπτο. Σήμερα τον αθωώνω. Δεν μου έκλεψε τα καλοκαίρια, τη θάλασσα ή τη μουσική. Μου έκλεψε μόνο την ευκολία με την οποία πίστευα στα θαύματα.

Κι όμως, ούτε αυτό είναι αλήθεια. Υπάρχουν ακόμη στιγμές που κάτι μέσα μου ξεχνά πόσων χρονών είμαι.
Ένα τραγούδι στο ραδιόφωνο. Ένα ποτήρι κρασί σε μια βεράντα. Ένα βλέμμα που καθυστερεί λίγο περισσότερο απ’ όσο επιτρέπει η ευγένεια.

Και βέβαια, υπάρχει πάντα μια γυναίκα.
Μια γυναίκα που δεν χρειάζεται να κάνει σχεδόν τίποτα. Να καθίσει απέναντί σου. Να γελάσει. Να σηκώσει τα μαλλιά από τον λαιμό της. Να σε κοιτάξει ένα δευτερόλεπτο περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται και ύστερα να στρέψει αλλού το βλέμμα, σαν να μη συνέβη τίποτα.

Και όλα συμβαίνουν τότε. Αχ, αυτός ο έρωτας. Ποτέ δεν ενημερώθηκε ότι μεγαλώσαμε.
Εξακολουθεί να φέρεται σαν ανεύθυνος έφηβος. Εμφανίζεται απρόσκλητος, ανακατεύει τα χαρτιά, αδιαφορεί για την ηλικία, τη λογική, για όλα εκείνα τα προσεκτικά σχέδια που κάναμε για να προστατεύσουμε τον εαυτό μας.
Εμείς μεγαλώσαμε. Εκείνος όχι.

Κάποτε πίστευα ότι ο έρωτας είναι προορισμός. Σήμερα νομίζω πως είναι τρόπος να ταξιδεύεις. Και μάλιστα χωρίς χάρτη.
Και ποτέ δεν του κράτησα κακία. Παρότι μου υποσχέθηκε αιωνιότητες που κράτησαν ελάχιστα. Παρότι με έπεισε να πιστέψω πράγματα που ούτε εγώ δεν θα πίστευα για τον εαυτό μου.

Γιατί ο έρωτας δεν κατοικεί στο τέλος της διαδρομής.
Κατοικεί λίγο πριν.
Στο χέρι που πλησιάζει το δικό σου χωρίς να το αγγίζει ακόμη. Στα γόνατα που ακουμπούν δήθεν τυχαία κάτω από ένα τραπέζι και κανείς δεν βιάζεται να τα απομακρύνει. Στην ανάσα που αλλάζει όταν ο άλλος έρχεται πιο κοντά. Στη σιωπή δύο ανθρώπων που ξέρουν περισσότερα απ’ όσα τολμούν να πουν. Στο βλέμμα που κατεβαίνει για μια στιγμή στα χείλη και επιστρέφει στα μάτια. Στο άρωμα που μένει πάνω σ’ ένα ρούχο όταν το σώμα έχει φύγει.

Όχι στο φιλί.
Λίγο πριν από το φιλί.

Σ’ εκείνα τα δευτερόλεπτα όπου τίποτα δεν έχει συμβεί ακόμη και όλα είναι ήδη δυνατά.
Ίσως γιατί δεν ερωτευόμαστε μόνο έναν άνθρωπο. Ερωτευόμαστε την εκδοχή του εαυτού μας που ξυπνά κοντά του. Τον άνθρωπο που γελά πιο εύκολα. Που ξανακούει μουσική δυνατά. Που κοιτάζει τον καθρέφτη λίγο διαφορετικά πριν βγει από το σπίτι. Που αισθάνεται περισσότερο ζωντανός μέσα στο ίδιο του το σώμα.
Και αυτή η εκδοχή αξίζει κάθε ρίσκο.

Όπως άξιζε και τότε που ένας φίλος ήταν φίλος για πάντα.
Είχα έναν φίλο που έφυγε πολύ νωρίς. Παιδί ακόμη. Όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ πως εκείνος δεν μεγάλωσε ποτέ. Εγώ άλλαξα πρόσωπο, σώμα, απόψεις, φόβους. Εκείνος παραμένει στην ίδια ηλικία. Στο ίδιο καλοκαίρι. Στην ίδια παιδική χαρά.

Γι’ αυτό δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι οι άνθρωποι χάνονται.
Φεύγουν, ναι.
Χάνονται, όχι.
Μερικοί άνθρωποι απλώς αλλάζουν τόπο μέσα μας.

Κι αν με ρωτήσετε πού πήγαν όλα αυτά τα καλοκαίρια, οι φίλοι, οι έρωτες, οι μουσικές και τα όνειρα, θα σας παρηγορήσω και πάλι.

Δεν πήγαν πουθενά.
Απλώς μετακόμισαν πιο βαθιά μέσα μας.

Γι’ αυτό μια μελωδία μπορεί να γκρεμίσει σαράντα χρόνια μέσα σε τρία λεπτά. Μια μυρωδιά να φέρει πίσω έναν άνθρωπο πιο γρήγορα από οποιαδήποτε φωτογραφία. Μια εικόνα της θάλασσας να ανοίξει πόρτες που νόμιζες πως είχαν κλείσει οριστικά.

Η μνήμη δεν σέβεται ιδιαίτερα τον χρόνο.
Ευτυχώς.

Δεν εμπιστεύθηκα ποτέ τις βεβαιότητες. Εμπιστεύθηκα περισσότερο τη μουσική. Τη φιλία. Τον έρωτα. Τη θάλασσα όταν αγριεύει. Εκείνη την ανεξήγητη επιθυμία να περιμένω κάτι καλό, ακόμη κι όταν δεν υπήρχε σοβαρός λόγος.

Αυτό είναι το αντίθετο της παραίτησης.
Όχι να πιστεύεις ότι όλα θα πάνε καλά. Να παραμένεις διαθέσιμος.
Σ’ ένα τραγούδι που μπορεί ακόμη να σε συγκινήσει. Σ’ έναν άνθρωπο που μπορεί ακόμη να σε αναστατώσει. Σ’ ένα φως πάνω στο νερό. Σ’ ένα άγγιγμα. Σ’ ένα όνειρο.

Να παραμένεις διαθέσιμος στο θαύμα.
Γιατί δεν μας κουράζει η ανηφόρα. Μας κουράζει η ιδέα ότι δεν υπάρχει τίποτα μετά τη στροφή.
Κι όμως, όλες οι σημαντικές στιγμές της ζωής μου με περίμεναν μετά από κάποια στροφή.
Ένας φίλος. Ένας έρωτας. Μια ανατροπή. Ένα καλοκαίρι. Ένα τραγούδι.

Γι’ αυτό εξακολουθώ να πιστεύω πως η ευτυχία θα μας βρει σε μια στροφή της ανηφόρας.
Όχι επειδή μας το χρωστά.
Αλλά επειδή εμείς εξακολουθούμε να ανεβαίνουμε.

Η θάλασσα απέναντι έχει σκοτεινιάσει. Η μουσική παίζει χαμηλά. Ο Αύγουστος μαζεύει σιγά σιγά τα πράγματά του.
Και κάπου, πολύ βαθιά μέσα μου, ακούω ακόμη τις φωνές από εκείνη την παιδική χαρά.
Όχι καθαρά.
Ίσα ίσα όσο χρειάζεται.
Για να θυμάμαι ότι ένα κομμάτι μου βρίσκεται ακόμη εκεί.
Και ευτυχώς δεν λέει να μεγαλώσει. 

Τα «θα»

Κάθε Σεπτέμβρη, η Θεσσαλονίκη φωτίζεται. Οι εξέδρες στήνονται, τα μικρόφωνα ανοίγουν, οι αριθμοί μπαίνουν στη σειρά και το μέλλον παρουσιάζε...