"Πριν απ΄ μάτια μου ήσουν φως"

Μια φράση, του Ποιητή, «Πριν απ΄ μάτια μου ήσουν φως», είναι ικανή για να νικήσει τις σιωπές και να φωτίσει χωρίς δεύτερη κουβέντα.
Δεν σας κρύβω, ότι αυτή η καθημερινή μάχη που δίνω, προσπαθώντας να νικήσω τον εγωισμό μου, λειτουργεί λυτρωτικά απέναντι στο ζοφερό περιβάλλον των ημερών που διανύουμε.
Στον κόσμο των βαριών συναισθημάτων, τα γεγονότα αποκτούν βαρύνουσα σημασία, βάζοντας χωρίς δεύτερη σκέψη στο περιθώριο, τη μίζερη πραγματικότητα.
Σε μια διαδρομή λέξεων, αλληλεγγύης σκέψεων, σ’ ένα παιγνίδι που δεν έχει σχέση με τη γνωστή «κρεμάλα», θα συνεχίσω και σήμερα. Με τις λέξεις τα έβαλα χθες στην αντιπαράθεση με τη σιωπή.
«Αυτές τις μέρες μαλώνουν οι λέξεις, κοντά σε κάθε τελεία μόνο ηρεμούν. Γι΄ αυτό και συνεχόμενες είναι. Οι τελείες. Όχι οι λέξεις».
Στο «Γιατί;» που εμφανίζεται απρόσκλητο στο φινάλε, για να με προβληματίσει, το έχω καταργήσει το ερωτηματικό.
Το πρωί είδα έναν ταχυδρόμο, χωρίς καπέλο και στολή. Υποβαθμισμένη εμφάνιση, τριτοκοσμική κατάσταση. Φιγούρα μιας Ελλάδας, «άρπα κόλα», μιας χώρας που έχασε το προσανατολισμό της, που πιάστηκε με πολλά και τα τίναξε όλα. Αυτόματα χωρίς καμία δεύτερη σκέψη ψιθύρισα, με τόση ένταση, που το άκουσα: «Ο ταχυδρόμος πέθανε». Δεν συνέχισα το τραγούδι. Γιατί ήρθε ο τίτλος και κάθισε; Θα ήταν ψέμα αν σας έλεγα ότι ξέρω τη συνέχεια. 
Άφησα τον Ταχυδρόμο, σκυμμένο, πάνω από τον ταχυδρομικό σάκο, μπερδεμένο με διευθύνσεις και ονόματα, ο τίτλος όμως δεν με άφησε. «Ο ταχυδρόμος πέθανε».
Κάποτε όλα αλλάζουν. Όχι γιατί το θέλεις. Όχι γιατί το μπορείς. Γιατί η ζωή είναι εκεί, πιο μπροστά από σένα. Πάντα ένα βήμα μπροστά. Σε τραβάει. Έτσι τώρα τίποτα δεν είναι όπως πρώτα… ούτε η γεύση του καφέ.
Σ’ αυτόν τον τόπο, που το χώμα υποχωρεί, που η γη βουλιάζει και μας έχειαφήσει μετέωρους, είναι ανάγκη να γυρίσουμε σε κείνες τις σταθερές, που έγιναν στίχοι, έγιναν τραγούδια και έμειναν. 
Με αφορμή το υπέροχο τραγούδι «πατρίδα» του Αλκίνοου Ιωανίδη, ένας ραδιοφωνικός σχολιασμός, από μια Κυρία, που έχει και αυτή την αγωνία να κρατήσει τις λέξεις ζωντανές. «Υπάρχουν ακόμα γενναίοι άνθρωποι; ρώτησε το παιδί τον γονιό του. Εκείνος κώλωσε. Από το μυαλό του πέρασαν όλοι οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι, οι πρόεδροι κρατών, οι πρόεδροι πολυεθνικών, όλοι τους ψυχή τε και σώματι Ράμπο, να κρατάν τα υπερσύγχρονα όπλα και να καθαρίζουν τους υποσιτισμένους εχθρούς. Αυτοί είναι οι γενναίοι –σκέφτηκε; Που αλωνίζουν μοιράζοντας θάνατο, αυτό το πρότυπο του πάσης φύσεως στρατιώτη θα δώσω τώρα στο μικρό, εγώ ο γονιός ο ανοιχτόμυαλος κι ο λίγο πιο μπροστά από την κρεαταγορά του κόσμου; Ποιοι σκατά είναι οι γενναίοι σήμερα; τι να του δείξω; τι να του πω;…. Και ήρθε αυτό το τραγούδι και ηρέμησε τα θυμικά του παιδιού που ρώταγε και του γονέα που ΔΕΝ απάνταγε. Υπάρχουν μικρό μου –του είπε. Είναι εκείνοι που σωπαίνουν όταν το σύμπαν δίπλα τους φλυαρεί, είναι εκείνοι που παρατηρούν τον κόσμο με την καρδιά στα χέρια και το κεφάλι ανάστατο, είναι εκείνοι που θα συλλέξουν τα ρινίσματα της αλήθειας από κάθε γωνιά της ιστορίας και θα τα κάνουν τραγούδι βιβλίο ταινία για να μπορέσουμε κι εμείς να στηρίζουμε κάπου τα δεκανίκια της ζωής μας. Η γενναιότητα δεν παίζεται ανάμεσα στις σφαίρες που πάνε κι έρχονται. Παίζεται σ’ αυτούς που τολμούν να αρθρώνουν με απόλυτη καθαρότητα την αιθάλη που σκέπασε το κόσμο μας.»
Θα με ρωτήσετε τώρα τι σχέση έχει η αρχή με το τέλος. Απόλυτη…




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια