Ο Σπύρος Αλαμάνος είναι εδώ

Μόλις πληροφορήθηκα το θάνατο του Σπύρου Αλαμάνου. Τον είχα επισκεφτεί πρόσφατα με αφορμή την τελευταία του δουλειά. «Είμαι εδώ» έγραφε η αφίσα της έκθεσης. «Είναι εδώ ο Σπύρος» με την παρουσία του σημαντικού έργου που μας άφησε. Για τον Σπύρο, το κείμενο που ακολουθεί. Δημοσιεύτηκε στο ενημερωτικό φυλλάδιο, καθώς και στην στήλη, για την τελευταία του δημιουργία.
Είναι εδώ ο Σπύρος Αλαμάνος. Και πώς θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Κανείς δεν ξέρει τι θα δημιουργήσει αύριο. Εκείνο που ξέρουμε εμείς, που μαζί του βαφτιζόμαστε αθώοι, είναι ότι ο Σπύρος, για άλλη φορά θα καταθέσει τη ψυχή του, καθαρή και ατόφια. Θα ξαναγεννηθεί ανοίγοντας τον εαυτό του. Εάλω η πόλις; Θα κτίσει μιαν άλλη πόλη.
Αυτό κάνει στην τελευταία του δουλειά, μαζεύει τον κόσμο του κάτω από τη σκέπη του, κάτω από τη σκέπη της μάνας παναγιάς, κάθε κομμάτι από αυτήν την καινούργια απόπειρα έχει και από ένα σπέρμα αγάπης.
Στην τελευταία του φυγή, σαν ραβδοσκόπος, γυρνάει και ανακαλύπτει νέα γη, άλλο χώμα πάνω απ’ αυτό που ζωγράφισε κατά τα πρώτα του βήματα. Ο πολιτισμός του δεν εφάπτεται της αγοράς.

Ονειροπόλος ο Σπύρος, βασική πηγή για τους άλλους, θανάσιμος με τον εαυτό του. Στην πινακοθήκη των αισθημάτων του, μάχεται το κόκκινο ενάντια στο μαύρο, μάχεται το αίμα απέναντι στο σκοτάδι. Είδες τι μπορεί να φτιάξει ο άνθρωπος, αν έχει ένα κίνητρο καρδιάς; Ζωγραφίζει τη ζωή, βάζει πουλιά και αγγέλους, βάζει την αγκαλιά της μάνας, πάνω απ’ όλα, για να τα προστατεύσει. Υποφέρει για έναν κόσμο καλλίτερο, για τους άλλους. Πονάει για τη ζωή.
Με κάλεσε να δω την τελευταία του δουλειά. Εγώ δεν έχω τι να πω, δεν ξέρω, δεν μπορώ να κρίνω χωρίς το οπλοστάσιο ενός εικαστικού, αλλά ούτε και κάποιου μυημένου. Μόνο να αισθανθώ μπορώ. Μόνο να συναντηθώ όχι στο κίνητρο, όχι στη γέννηση, σε ένα αποτέλεσμα προσαρμοσμένο στο δικό μου μπόι.
Εκείνοι που δημιουργούν έχουν από τη φύση τους μια τάση να κρύβονται. Ίσως γιατί γνωρίζουν τη σκληρότητα του ανεπίδοτου αισθήματος. Η πολιτεία του Σπύρου είναι ζωντανή. Είδα φως στα παράθυρα και καπνό να βγαίνει από τα φτωχικά, δίπλα στους ουρανοξύστες. Μύρισα γαζία και ζεστό ψωμί. Άγγιξα το χέρι της μάνας και αλήθεια, ήτανε ζεστό. Άκουσα ποδοβολητά αλόγων και χαρούμενες φωνές παιδιών που έπαιζαν αμέριμνα στην αλάνα. Είδα τον κόσμο διαφορετικό, όρθιο, κόντρα στην άγια απάθεια. Είδα τον κόσμο ζωντανό. Είδα τα μάρμαρα να ριγούν. Και θυμήθηκα ότι «σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει». Τίναξα τη σκουριά, που τελευταία όλο και πιο συχνά με επισκέπτεται.
Για άλλη μια φορά μας άναψε σκοτεινές φωτιές ο Σπύρος Αλαμάνος, μας κάλεσε στον κόσμο του να κάνουμε ένα γύρο, να καθίσουμε να κλάψουμε, να γελάσουμε, να τραγουδήσουμε, να ζήσουμε. Να γείρουμε, ο ένας το κεφάλι του στον ώμο του διπλανού, μέχρι να σχηματισθεί ένας μεγάλος κύκλος.
Αυτή τη φορά δεν έχουμε εικόνα, δεν έχουμε χρώματα, δεν έχουμε κείμενα, δεν έχουμε εκείνο το κόκκινο σημάδι, που παρόμοιο του δεν έχει ζωγραφιστεί. Τα έχουμε όλα όμως, μέσα από ένα κόσμο αθώο, τον κόσμο του, στο χέρι μας είναι να τον δούμε χαρούμενο και ζωντανό.
Ήταν, είναι και θα είναι ένα παιδί στη ψυχή ο Σπύρος. Και ένα παιδί ξέρει πολύ καλά μέσα από το σκοτάδι να δίνει φως, μέσα από το μαύρο να ξεπροβάλλει το κόκκινο…

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Δωρεά ξενοδοχείων «Χανδρής»: Να κλάψουμε ή να γελάσουμε;