«Φεύγω μακριά θα πει απλώς γυρίζω»

Καθάρισα, από τους ρύπους των λέξεων, των άνευ ουσίας και αντικρίσματος, που χρησιμοποιούνται κατά κόρον, αυτές τις μέρες στην κεντρική πολιτική σκηνή. Καθάρισα, διαβάζοντας λόγο συμπυκνωμένο, απόσταγμα ψυχής του συμπολίτη μας Ευγένιου Αρανίτση «Νίκος Καρούζος (1926 – 1990). «Οφειλή» ο τίτλος. Συγνώμη αλλά δεν μπορώ να γράψω τίποτα σήμερα μετά απ’ αυτό, η επικαιρότητα επαναλαμβάνεται.
Για τους ποιητές, που δοξάζουν τις λέξεις, γι’ αυτούς που τους δίνουν νόημα και τις διατηρούν ζωντανές. Γι’ αυτούς, που με το αίμα της ψυχής τους αποτυπώνουν τα χρώματα στην πραγματική τους διάσταση.
«Γιατί η ποίηση είναι η αποθέωση του λόγου, το καθαρό του απόσταγμα και η προσέγγιση στα τοπία της, απαιτεί την άσκηση της ευαισθησίας του αναγνώστη, η ποίηση εκ προοιμίου απευθύνεται σε όσους είναι πρόθυμοι να καταβάλλουν το αντίτιμο μιας πνευματικής περιπέτειας …», υποστηρίζει ο συμμαθητής μου, ποιητής Σωτήρης Τριβιζάς, σε μια παλαιότερη συνέντευξη του στην εφημερίδα «Τα ΝΕΑ».
Οι περισσότεροι όμως, δυστυχώς, δεν δείχνουν πρόθυμοι, και αυτό το ξέρουν οι πολιτικοί, και δεν διστάζουν να θυσιάσουν λέξεις για να χαϊδέψουν τα αυτιά των ψηφοφόρων τους.

Αυτή η επανάληψη, με τα μηδενικά αποτελέσματα, είναι που σκοτώνει τις λέξεις. Έτσι έχουμε τίτλους πινακίδες και σφραγίδες, που προσπαθούμε με κάθε τρόπο να μη θυμόμαστε. Χιλιάδες λέξεις έχουν θυσιαστεί στο βωβό της προπαγάνδας. Ένα μικρό δείγμα με τις δύο πρώτες και δύο τελευταίες στροφές, από το εξαιρετικό ποίημα του Ευγένιου Αρανίτση. Για όσους αγαπούν τις λέξεις, που κρύβουν αλήθειες. Να το διαβάσετε.

Σε όνειρο που έμοιαζε μ’ αλήθεια
συνάντησα το Νίκο ένα βράδυ
και μου ’πε: — Το παρόν είναι συνήθεια,
αλλά το χτες θα γίνει το αλφάδι
γι’ αυτά που ο χρόνος δώρισε στον Άδη.
Η ένταση του πόνου, εδώ στα στήθια,
σημαίνει πως το μέλλον εξαρτάται
απ’ όλα όσα κανείς μας δε θυμάται.

Δε δείχνει ούτε το ναι ούτε το όχι
το βέλος της πυξίδας, το σημάδι
ξεχάστηκε για πάντα και οι στόχοι
συγχέονται σε τούτο το σκοτάδι.
Είν’ άραγε ο κόσμος παρακλάδι
τ’ ονείρου που αναδύεται απ’ τη λόγχη
του τίποτα; Στην άβυσσο που μοιάζει
νεκρή και στείρα βλέπω να πλησιάζει

Κοιμήθηκα κι αυτός μονολογούσε
ορθός μπροστά στης νύχτας το δρεπάνι
— Ναι!, έλεγε, ο θάνατος χωρούσε
πολλούς ακόμη, μόνο που η πλάνη
του κάτω κόσμου ήταν το λιμάνι
για όσους ο Θεός δε συγχωρούσε.
Παράδεισος είν’ όνομα ένος τόπου
που φτιάχτηκε απ’ τη φύρα του ανθρώπου.

Ξημέρωσε κι απλώθηκε να λύσει
τα μάγια του το φως πάνω στο στάρι
που πάλλονταν. Κατάλαβα τη ρήση:
ο χρόνος είχε σβήσει το λυχνάρι
του μέλλοντος. Και ρίχνοντας το ζάρι
μιας μοίρας που την είχα λησμονήσει
θυμήθηκα το μόνο που γνωρίζω:
φεύγω μακριά θα πει απλώς γυρίζω.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Δωρεά ξενοδοχείων «Χανδρής»: Να κλάψουμε ή να γελάσουμε;