Δε μπορεί…κάτι θα γίνει




Σε εφαρμογή το τρίτο μνημόνιο  και άρχισαν  άμεσα  οι εκτελέσεις.  Η κυβέρνηση φορώντας γερμανική στολή, συνεχίζει τις εν ψυχρώ δολοφονίες.  Πρώτα θύματα οι δημόσιοι υπάλληλου αόριστου χρόνου. Πρωτόγνωρη βαρβαρότητα κατά του ελληνικού λαού, με δυσβάσταχτους, άνισους και παράλογους φόρους, μέχρι τελικής πτώσεως. Με το σύνταγμα να φοριέται ορθά και ανάποδα, με το άδικο να διαδέχεται το περισσότερο άδικο. Με τον φόβο να μετατρέπεται σε θλίψη.
Μπροστά σ’ αυτή λαίλαπα, οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι, οι επαγγελματίες, ο λαός που δεν μπορεί να αντέξει, δεν έχει άλλο δρόμο απ’ αυτόν της αντίστασης και της αλληλεγγύης.
Τα άνανδρα κτυπήματα στις αδύναμες κοινωνικές ομάδες, από την εχθρική προς τον Λαό κυβέρνηση, δεν έχουν τελειωμό.. Χωρίς αιδώ οδηγούν ανθρώπους στην απόγνωση. Τσαλακώνουν αξιοπρέπειες, κερνούν πίκρα και θλίψη. Ρίχνουν στο ψαχνό, σφάζουν αδιακρίτως, χωρίς να έχουν αποφασίσει πόσους και ποιους. Ο κόσμος τρέχει αλαφιασμένος να δει τις λίστες των αγνοούμενων. Ψάχνει τα ονόματα των πνιγμένων του μεγάλου ναυαγίου. Ψάχνει ο καθένας το όνομα του, στα νέα μέτρα. Αν τον περιλαμβάνουν. Και αν τον περιλαμβάνουν σήμερα, τουλάχιστον τελειώνει με τις αγωνίες και τις αναμονές. Τελειώνει γι’ αυτόν ο αργός θάνατος και συνεχίζεται για κάποιους άλλους.
Πρώτη φορά έν καιρώ ειρήνης οι άνθρωποι στην Ελλάδα έχουν τέτοια αντιμετώπιση. Πρώτη φορά τέτοια απαξίωση. Τα χρόνια της προετοιμασίας, μας οδήγησαν στο μονόδρομο της αποθέωσης του χρήματος. Σήμερα με τα ίδια μέτρα μας μετρούν. Με τα ίδια μεγέθη, πέρα από ανάγκες, πέρα από αισθήματα πέρα από αξίες. Και αυτή η άχαρη Κυβέρνηση που δεν ξέρω αν είναι της Ελλάδας, πως μπορεί και μάλιστα χωρίς κουκούλα να μας δίνει. Πως μπορεί με τόσο κυνισμό να υποθηκεύει τον μέλλον και να δημιουργεί κάθε μέρα οικογενειακές τραγωδίες;
Για όλους αυτούς που σήμερα βρίσκονται στους δρόμους  «κάτι θα γίνει, θα δεις». Ο τίτλος δανεισμένος από το βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου. Δεκάξι ιστορίες - μικρές τραγωδίες για εργάτες, υπαλλήλους, μικροεπαγγελματίες που έχασαν τη δουλειά τους, που έκλεισαν την επιχείρηση τους. Άνθρωποι που βρέθηκαν στο κενό αλλά δεν έχασαν το κουράγιο τους πιστεύοντας ότι «κάτι θα γίνει, θα δεις».

 
«Τ' απόγευμα που μας έδιωξαν απ' τη δουλειά κατέβηκα στο λιμάνι. Με τα πόδια απ' τον Κορυδαλλό σαν κυνηγημένος Χαλκηδόνα Μανιάτικα Θερμοπυλών κι ύστερα καρφί στον Άγιο Διονύση στην αποβάθρα των κρητικών. Σαν κυνηγημένος πήγαινα γιατί ήταν η μέρα δεν ξέρω τρομαχτική Ιούλιος μήνας απομεσήμερο μαύριζε ο τόπος απ' τη ζέστη. Είχε ένα παράξενο φως εκείνη η μέρα μαύρο και σκληρό σαν τιμωρία που άλλαζε το σχήμα των πραγμάτων και τα 'κανε όλα αγνώριστα σπίτια δρόμοι αυτοκίνητα όλα αγνώριστα σα να 'σουν ξένος σε ξένη χώρα και οι άνθρωποι εξαφανισμένοι...»
«Να σε διώχνουν απ’ τη δουλειά είναι σαν κάταγμα»,
«Μπορεί το τέλος του κόσμου να 'ρθει κάπως έτσι. Μπορεί κι όχι όμως. Μπορεί να μην τελειώσει ο κόσμος αλλά οι άνθρωποι. Να σταματήσουν οι άνθρωποι να βλέπουν όνειρα ή να κοιμούνται ή να κάνουν έρωτα ή να πίνουν κρασί ή να φιλιούνται. Κάτι τέτοιο. Μπορεί έτσι να 'ρθει το τέλος. Όχι από μετεωρίτες ή απ' τα πυρηνικά ή απ' το λιώσιμο των πάγων. Όχι μ' εκρήξεις και σεισμούς και τυφώνες. Όχι απέξω αλλά από μέσα. Έτσι είναι το σωστό να γίνει. Γιατί ζούμε μέσα στον κόσμο αλλά όχι μαζί με τον κόσμο. Αιώνες τώρα σταματήσαμε να ζούμε μαζί με τον κόσμο. Θα 'ναι άδικο λοιπόν να χαθεί ο κόσμος μαζί μας. Μεγάλη αδικία».





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια