Όταν ανθίζουν οι πασχαλιές ...


Είχα βάλει, το “ χαμόγελο της τζοκόντα” στον υπολογιστή, με μαγικό τρόπο μετά από κάποια ώρα ο υπολογιστής άρχισε να παίζει ρεμπέτικα ενορχηστρωμένα από το Μάνο Χατζιδάκι “ Οι Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη” ο τίτλος του έργου.
Με γύρισε πίσω σε μονοψήφιες ηλικίες σε κάποιον Απρίλη, σε πασχαλιές σε επιτάφιους , σε αναστάσεις σε όλες τις παιδικές Κυριακές.
...Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές,
σμίγοντας
θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές…
(Η αρχή από την «Έρημη Χώρα» του Τ. Σ. Έλιοτ. Μετάφραση Γιώργου Σεφέρη,«Ο τίτλος του έργου μου – γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις για τις “Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη” Ήμουν δεκαοχτώ χρονώ και ως τα είκοσί μου, που τελείωσε ο πόλεμος, ανακάλυπτα τη Μεσόγειο, τον Ήλιο, τον Χριστό, την Ελλάδα και τα Ρεμπέτικα. Κάτι περίεργες και πρωτοφανέρωτες για μένα μελωδίες μού κινήσαν την προσοχή και με φέρανε σε περιοχές πιο αυστηρές και πιο αληθινές…».
«Μπήκα μέσα σε μικρά μαγαζιά, απίθανα κρυμμένα κι απλησίαστα, σε χώρους μυσταγωγικούς, με κείνη την τολμηρή αστοχασιά της νεότητας, μαγεμένος από τα γυάλινα κεντήματα των μπουζουκιών, από τον επίμονο και διαπεραστικό ήχο του μπαγλαμά, θαμπωμένος από το μεγαλείο και τη βαθύτητα των μελωδικών φράσεων, ξένος, μικρός κι αδύναμος, και πίστεψα με μιας πως το τραγούδι αυτό που άκουγα ήταν δικιά μου, μια ολότελα δικιά μου υπόθεση. Τον ίδιο καιρό, ο Τσαρούχης μού συνειδητοποιούσε τον λυρισμό της γειτονιάς μου, ο Ελύτης τη λατρεία του Ελληνικού Ήλιου και ο Σεφέρης με τον Γκάτσο τη δυσκολία και τη σοφία της Ελληνικής γης, ενώ το υγιές ένστικτό μου με οδηγούσε μακριά από τη ρηχότητα των “πολιτισμένων” ελαφρών μας τραγουδιών ή από τη Βαλκανική Ρωμιοσύνη της “σοβαρής” μας μουσικής…».

Όταν ξεκίνησα αντίκρισα ένα ποταμό. Σ’ αυτόν τον τόπο, μπορεί να έλειψε το ψωμί και η ελευθέρια, το τραγούδι όμως πάντα μας ζέσταινε. Μας μεγάλωσαν τα τραγούδια, κάποια απ’ αυτά μας σημάδεψαν, γιατί δεν ήταν μόνα τους, ήταν κομμάτι της ζωής μας. Έντυσαν γεγονότα, έβαλαν ήχο στις σιωπές, έγιναν ύμνοι προσωπικοί με αξία εθνική για τον καθένα. Τα τραγούδια, μας ψυχανάλυσαν, σκάλισαν μέσα μας κάτι αδιευκρίνιστο και χάραξαν καινούργιους δρόμους για τη ζωή.
Όταν γράφτηκε ήταν ένας ρυθμός, κάτι στο μυαλό του συνθέτη, κάτι στο μυαλό του στιχουργού. Ύστερα, έγινε άρωμα, έγινε εικόνα, έγινε δρόμος έγινε φιλί, έγινε βλέμμα, έγινε συνάντηση και χωρισμός, έγινε πόνος και χαρά. Έγινε κομμάτι ζωής ξεχωριστό για τον καθένα. Έγινε επιτυχία.
Είναι δικά μας τα τραγούδια όταν φύγουν από τα χέρια των δημιουργών, γίνονται τραγούδια της παρέας, της μοναξιά μας, της θλίψης μας. Το ίδιο τραγούδι αποκτά ξεχωριστή σχέση με το καθένα μας, γίνεται σημάδι στο χωροχρόνο μας. Γινόμαστε ήρωες της μουσικής και των στίχων. Είμαι εγώ ο "αλήτης" της Μοσχολιού και ο «ξενύχτης» του Μητροπάνου. Και αυτός «αλήτης» δεν έχει καμία σχέση με τον «αλήτη» του δημιουργού. Ο κάθε «αλήτης», ο κάθε «ξενύχτης» και όλοι μαζί που ταυτίζονται, κάνουν τελικά το τραγούδι επιτυχία.
Και είναι μαγικό να μπορείς να γλεντάς τη μελαγχολία των θλιμμένων τραγουδιών. Να χορεύεις ζεϊμπέκικο με τον «επιτάφιο» του Ρίτσου και του Θεοδωράκη.
Είναι δικά μας τα τραγούδια που αγαπάμε.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Δωρεά ξενοδοχείων «Χανδρής»: Να κλάψουμε ή να γελάσουμε;