«Η τηλεόραση δεν παίζει…»



Κλείνοντας αυτόν  τον κύκλο,  επαναφέρω ένα παλαιότερο κείμενο, υπό τον τίτλο «τηλεοπτική Δημοκρατία». Κανείς δεν αμφιβάλει για τα κέρδη από την τεχνολογική επανάσταση, κανείς επίσης δεν αμφιβάλλει για τις μεγάλες απώλειες στην ποιότητα ζωής. Κινητά που κάνουν παπάδες, ντομάτες άγευστες και άοσμες, αυτοκίνητα πυραυλοκίνητα, ψάρια που εγκατέλειψαν τη θάλασσα και στριμώχθηκαν στο ιχθυοτροφείο. Μακάρι να σταματούσε εκεί το κακό. Όλα δείχνουν ότι εις πείσμα της οικονομικής ανάπτυξης, της μαζικής κατανάλωσης, της ανόδου του εκπαιδευτικού επιπέδου, της παγκόσμιας πολιτιστικής ώσμωσης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, το γύρισμα της χιλιετίας σηματοδοτεί όχι την άμβλυνση αλλά την όξυνση της επικοινωνιακής χειραγωγιμότητας των μαζών. Όπως έγινε και στο Μεσοπόλεμο, αλλά προφανώς για εντελώς διαφορετικούς λόγους, οι δυτικές δημοκρατίες φαίνεται να εναποθέτουν την εξουσία στα ολοένα ανορθολογικότερα και αυταρχικότερα χέρια των χυδαιότερα ελκυστικότερων υποψηφίων που εμφανίζονται μπροστά τους. Ο μπερλουσκονισμός φαίνεται να έχει επιβάλει τους όρους του. H πολιτική του θεάματος δεν μπορεί παρά να επιβάλλεται μέσα από τους κανόνες του θεάματος. Όπως έγραφε ο Γκυ Ντεμπόρ, «το θέαμα είναι το κακό όνειρο της σύγχρονης δέσμιας κοινωνίας που δεν εκφράζει παρά την επιθυμία του ύπνου».
Ανασύρω από το αρχείο μου ένα επίκαιρο κείμενο του συμπατριώτη μας πρώην Υπουργού Γ. Ρωμαίου, που δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2001 στο «Βήμα της Κυριακής» παρακαλώ  διαβάστε, μερικά αποσπάσματα.
«Όταν το 1987 ο Γ. Κοσκωτάς ο οποίος μετά την πρόσφατη αποφυλάκισή του σχεδιάζει τις νέες επιχειρηματικές του δραστηριότητες, αγόραζε την «Καθημερινή», «Τα Νέα» μου είχαν θέσει το εξής ερώτημα:
* Τι μπορεί να σημαίνει για τον Τύπο και την πληροφόρηση αλλά και την πολιτική του τόπου η πώληση της «Καθημερινής» στον κ. Κοσκωτά;
Η απάντηση, τότε:
«Δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχουν επιχειρηματίες, όσο εύκολα και αν βγάζουν τα εκατομμύρια, που θυσιάζουν τα χρήματά τους για την αντικειμενική και υπεύθυνη ενημέρωση της κοινής γνώμης».
Και πρόσθετα ότι οι εμπλεκόμενοι στον Τύπο δύο στόχους έχουν: την εμπορευματοποίηση της πληροφόρησης για να καταστήσουν επικερδή την επιχείρηση και τη χρησιμοποίηση της έντυπης δύναμής τους ως μέσο κερδοφόρων συναλλαγών.
Ήταν τότε, το 1987, το πρώτο άνοιγμα της διαπλοκής επιχειρηματιών στον Τύπο. Ως τότε οι εκδότες είχαν άμεση σχέση με τη δημοσιογραφία, και μάλιστα την καλή δημοσιογραφία, και η επιχειρηματική δραστηριότητά τους περιοριζόταν στον Τύπο.
Από τα μέσα της δεκαετίας του '90 το σκηνικό αλλάζει ριζικά. Η ιδιωτική τηλεόραση και ραδιοφωνία προσελκύει κυρίως επιχειρηματίες. Για δύο λόγους: απαιτούνται μεγάλα κεφάλαια και αποκτάται μεγάλη πολιτική δύναμη, η οποία και αξιοποιείται «δεόντως»...
Τον Μάρτιο του 1990, αντιπρόεδρος τότε του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καταθέτω πρόταση ψηφίσματος και ζητώ την παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για να αποτραπεί η μονοπωλιακή συγκέντρωση των ΜΜΕ στην Ιταλία. Το ψήφισμα γίνεται ομόφωνα δεκτό από την Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στην Ιταλία γίνεται πρωτοσέλιδο και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δίδεται μεγάλη δημοσιότητα. Αποτέλεσμα; Το ψήφισμα παραμένει ένα άψυχο κείμενο στο αρχείο μου και ο κ. Μπερλουσκόνι καθίσταται ο «Μεγάλος Αδελφός» της Ιταλίας, μετατρέπει τους ψηφοφόρους σε μηχανάκια μέτρησης της τηλεθέασης, τους μαγνητίζει και αναδεικνύεται με την... «ελεύθερη» ψήφο τους , σε πρωθυπουργό της χώρας!
Φοβάμαι και αυτό είναι το χειρότερο ότι πολιτικοί και ΜΜΕ έχουν «αλληλοδεθεί» και «αλληλοσυνδεθεί» σε έναν φαύλο κύκλο, μέσα στον οποίο έχουν εγκλωβισθεί οι τηλεθεατές-ψηφοφόροι…»
Ακριβώς.  Και πέρασαν τα  χρόνια και τα πράγματα χειροτέρεψαν. Όσο οι πολιτικοί θα κάνουν τηλεοπτικές εκπομπές, και θα νομιμοποιούν με την παρουσία τους τέτοια νοσηρά φαινόμενα, τόσο θα συνεχίζεται η κατρακύλα και θα βασιλεύει το κίτρινο στο τηλεοπτικό τοπίο. Μόνο όταν οι ρόλοι γίνουν διακριτοί, θα ανοίξει ο δρόμος για αντιμετώπιση του φαινομένου. Όσο για τα τοπικά φαινόμενα, ξεπερνούν κατά πολύ το μέσο όρο!    

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια