Τι έκανα… Και τίποτα δεν έκανα



Λάθος ακόμα και στο τίτλο,  στο χθεσινό κείμενο. Η βιασύνη, να προφτάσω το χρόνο, που τρέχει, πιο γρήγορα όσο μεγαλώνω, και με αναγκάζει να τρέχω και εγώ μαζί του αντιστρόφως ανάλογα, από τα χρόνια που με βαραίνουν.  Είναι η Άνοιξη  που βάζει τις διεκδικήσεις στην εποχή μας,  την άκρως βιαστική. Ένα παλαιότερο κείμενο υπενθύμιση, ότι «όποιος βιάζεται σκοντάφτει».
Κάποτε χρεώναμε για τα λάθη το δαίμονα του τυπογραφείου, στη συνέχεια  το δαίμονα  της φωτοσύνθεσης, σήμερα;  Που αλλού από την ταχύτητα της  εποχής μας,  που στερεί πολλές φορές μια δεύτερη ανάγνωση. Η χαρά της διόρθωσης, της δεύτερης ή και της  τρίτης ματιάς είναι προνόμιο πλέον των αργόσχολων.
Ούτε ένα δευτερόλεπτο κενό. Πρόγραμμα ακόμα και στο ύπνο. Με θεωρίες άλλοθι και μια ζωή κομμένη και ραμμένη στα μέτρα μας. Το διαπιστώνουμε αυτό στα όνειρα μας. Τινάζοντας ξαφνιασμένα το κεφάλι μας.
Είναι στιγμές που νοσταλγώ εκείνη την εποχή που έγραφα, πρώτα ένα πρόχειρο χειρόγραφο, ύστερα το αντέγραφα με το χέρι και το έδινα στη χειρίστρια να το κτυπήσει στη μηχανή. Ύστερα το διόρθωνα πρώτη και δεύτερη φορά,  στο τέλος περνούσε από την τελική διόρθωση της σελίδας. Που πήγε αυτός χρόνος;

Στη ζωή μας την άκρως βιαστική, θα μας υπενθυμίσει ο κ. Κούντερα, ότι αυτό που βιώνουμε είναι «μη ικανοποίηση» και «λήθη» γιατί υπάρχει ένας σύνδεσμος κρυφός μεταξύ της βραδύτητας και της μνήμης και μεταξύ της ταχύτητας και της λήθης. Στις ώρες της περισυλλογής, μετράμε όλοι μας μια λευκή γραμμή: μισό λεπτό να θυμηθώ τι έκανα! Και τίποτα δεν έκανα! Διότι τίποτα δεν είναι για να μείνει.
«Γιατί χάθηκε η ηδονή της βραδύτητας;  Που είναι οι παλιοί αργόσχολοι, αυτοί οι φυγόπονοι ήρωες των λαϊκών τραγουδιών, αυτοί οι πλάνητες που χαζεύουν από μύλο σε μύλο και κοιμούνται στο ύπαιθρο; Άραγε χάθηκαν μαζί με τους χωματόδρομους, μαζί με τα ξέφωτα, μαζί με τι φύση;»
Σε ένα κόσμο που χάνει τη μνήμη του, αποκτά η ζωή σχεδόν την ταχύτητα του φωτός. Γίνεται δηλαδή ένα τίποτα.
Με την έλλειψη χρημάτων έχω συμβιβαστεί. Με το χρόνο όμως;
Πώς να συμβιβαστείς όταν οι σχέσεις και ο έρωτας μεταβλήθηκαν σε κοινωνικό, όχημα, που είναι τελείως άλλο πράγμα: Ο φίλος και ο ερωτευμένος μπαίνει αυτομάτως στο κοινωνικό παζάρι της ζωής, πουλιέται κι αγοράζεται. Και η μοναξιά, δεν επιλέγεται, επιβάλλεται. Διότι «όμοιος στον όμοιο» και αγαπάμε όχι ό,τι αξίζει αλλ’ ό,τι μας μοιάζει». Έχοντας μπει σε μια τροχιά, που να ξεβολευττούμε τώρα. Μονάχα η τελεία, η πικρή κι ακατανόητη κι ασύλληπτη εκεί στην άκρη. Φρένο καταναγκαστικό.
Με την έλλειψη χρημάτων έχω συμβιβαστεί. Με το χρόνο που  μου λείπει, ακόμα δεν τα έχω καταφέρει.







   

Σχόλια

Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
Αγαπητέ Μάκη μην γράφετε κάθε μέρα και ένα κείμενο.
Φτάνουν δύο την εβδομάδα.Ετσι θα κερδίσετε κάποιον χρόνο.
Εδώ στην νήσο υπάρχει "μεγαλοδημο-
σιογράφος" ,που γράφει "άπαξ εβδομαδιαίως"
Αρλουμπολογίζει φυσικά στην διατεταγμένη ,όπου βρίσκεται.
Οχι για την ψυχή του και το κέφι του όπως κάνετε εσείς υποθέτω!!

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια