Αχ Ελλάδα θα στο πω…






Μπορεί να χάσαμε την πρόκριση,   μας παρηγορεί όμως το γεγονός ότι γλυτώσαμε από το εθνικό παραλήρημα.  Γλιτώσαμε,  από τις υστερίες, τα κορναρίσματα, τα εθνικιστικά συνθήματα, τις μισαλλοδοξίες, τους ξέφρενους πανηγυρισμούς, τα ψηλά τακούνια που φοράμε για να κρύβουμε το μπόι μας.
Μπορεί να θεωρούνταν αιρετικά  τα κείμενα,  τότε, που εξέφραζα με  κάθε τρόπο την αντίθεση μου, σε κάθε είδους εθνικιστικές εκδηλώσεις, ακόμα και  με αφορμή κάποιες  επιτυχίες, σε διάφορα αθλητικά γεγονότα.   Πολλοί  από εκείνους  τους  ελληνάρες με  τα  βαμμένα γαλανόλευκα πρόσωπα,  ξέρετε με πόση ευκολία  έντυσαν τη «Χρυσή Αυγή»   με κοινοβουλευτικό μανδύα; 
Στα  χρόνια που προηγήθηκαν  είχαμε  μια  κομπλεξική στάση του δικομματισμού, όπως εκείνη  «της μεγάλης ιδέας»  για  να καλύψει η χώρα την ανεπάρκεια της, μέσα από κάποιες τυχαίες  και σε πολλές περιπτώσεις ντοπαρισμένες αθλητικές επιτυχίες.
Φορέσανε και χθες τις πανοπλίες τους, τις περικεφαλαίες τους, τα δάφνινα στεφάνια, βάφτηκαν στα χρώματα του πολέμου και πήγαν να εκτονωθούν. Να ξεχάσουν για λίγο την πραγματικότητα και να συνεχίσουν το ταξίδι που ξεκίνησε το 2004. Τα θαύματα όμως δεν επαναλαμβάνονται.


Δεν ξέρω αν οι αριστερές μου καταβολές ευθύνονται, που δεν βγήκα τότε να πανηγυρίσω στους δρόμους με την γαλανόλευκη την κατάκτηση του ευρωπαϊκού κυπέλλου, από την εθνική μας ομάδα ποδοσφαίρου. Οι εθνικιστικές εξάρσεις, πάντα μου προκαλούσαν αλλεργία. Για να είμαι ειλικρινής το χάρηκα, όπως μπορεί να χαρεί κάποιος μια νίκη σε ένα παιγνίδι, ο φανατισμός όμως που ακολούθησε, δεν το κρύβω, αν μπορούσα θα χάριζα αυτή την νίκη για μη συμβεί.
Εκείνα τα « Ελλάς ελλήνων χριστιανών», «Μακεδονία ξακουστή του Αλεξάνδρου η χώρα», «Η Βόρειος Ήπειρος είναι ελληνική», «πότε θα πάρουμε την πόλη», «η Κύπρος είναι ελληνική», «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», μου προκαλούν ανατριχίλα.
Για εκείνο που είμαι σίγουρος είναι, ότι δεν συνέβαλα με το δικό μου χειροκρότημα, στις απανωτές κατραπακιές από την υπόθεση ντόπινγκ, που ακολούθησαν και  κατέστησαν   τις νίκες των πρωταθλητών μας  χάρτινες, και τη χώρα μας έκθετη  στα μάτια του κόσμου.
Πιο ισχυρό αναβολικό από την εθνική μας αλκοόλη δεν υπάρχει. Σε μια κοινωνία που δυστυχεί και πρέπει να ξεχνά την καθημερινότητα, την πείνα την ανεργία, τη φτώχεια, αυτό το αναβολικό είναι γραμμένο σε κάθε συνταγή της εξουσίας, που θέλει να βλέπει μια τέτοια εκτόνωση του λαού που δυναστεύει.
Και είναι παλιά η συνταγή από το «άρτος και θεάματα» στο «αμερικάνικο όνειρο», από το «κάθε πόλις και στάδιο, κάθε χωριό και γυμναστήριο», «Για την Ελλάδα ρε γαμώτο»… Λίγο λίγο,  Μπλε μπλε μπλε, ήρθε και το μαύρο…





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια