Ο πόνος εδώ είναι ζεστός



Κάθε φορά  που γράφω  για τον τόπο έχω την εντύπωση πως κάποιες φορές ξύνω πληγές και κάποιες αυτοτραυματίζομαι.  Δυστυχώς κάποια κείμενα που θα ήθελα να έγραφα για τελευταία φορά, επανέρχονται φρέσκα σαν  να ήταν η πρώτη φορά.  Για τον τόπο και σήμερα,   που κατά βάθος όλοι αγαπάμε αλλά αυτήν την αγάπη δεν την μοιραζόμαστε.
Είμαστε ένας μικρός τόπος με ανθρώπους ανασφαλείς, κληρονομιά αιώνων σκλαβιάς, επιδρομών και καταπίεσης. Η έλλειψη σιγουριάς οδηγεί σε μια υπερβολική και αναγκαστική υπερτροφία του εγώ. Το εγώ νιώθει διαρκώς πως κινδυνεύει, οι μηχανισμοί αυτοπροστασίας θριαμβεύουν, ο εγωισμός γίνεται μέθοδος επιβίωσης.
Όσους κύκλους και να κάνουμε, όσο και να προσπαθούμε να απομακρυνθούμε νοερά, από τον μικρόκοσμο μας, η δίνη της καθημερινότητας, μας ρίχνει στην βαθιά λακκούβα της βάσης μας.
Ο Πεσόα δεν το είχε κουνήσει από την Λισσαβόνα και το αντιλαμβάνεται κανείς από τα απλά παραδείγματα, που χρησιμοποιούσε στα έργα του για να μπορέσει να υποστηρίξει τις φιλοσοφικές του ανησυχίες.
Στο λάκκο, γατί όσο και αν προσπαθούμε, όσο και να κλείνουμε τα μάτια, για να ταξιδέψουμε στο παραμύθι, ο τόπος μας επαναφέρει.
Ακόμα και σήμερα, που έχουμε δικτυωθεί με τον κόσμο όλον, η πραγματικότητα έχει τη δική της δυναμική.
«Το είδα με τα μάτια μου» λέμε και όχι στην τηλεόραση γιατί εκεί δεν μπορούμε να είμαστε αυτόπτες μάρτυρες.
Δυστυχώς δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από τον τόπο, ο πόνος εδώ είναι ζεστός.
από την στιγμή που πέρασε τα χωρικά μας ύδατα η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, άρχισε να γίνεται κατανοητή. Σεισμοί λιμοί καταποντισμοί, στο γυαλί διαρκούν μέχρι το επόμενο δελτίο ειδήσεων, ενώ εδώ…

Ο τόπος λοιπόν, που ζήσαμε, και ζούμε. Ο τόπος που γίνεται ανάμνηση γλυκιά η πικρή που γίνεται προσμονή, που γίνεται κατάρα.
Είσαι, η Πράγα, η Αθηνά, η Ιθάκη. Είμαι Η Κέρκυρα το Ναύπλιο η Θεσσαλονίκη, παραφράζοντας την κυρία του ραδιοφώνου, που σχολιάζει τα τραγούδια  και    καταριέται τις αγάπες της.
«Πολιτείες με ιστορίες παλιές σαν τη ζωή και ιστορίες πρόσφατες σαν το χθεσινό σου γέλιο. Και σ’ όλες τις ιστορίες μέσα, οι μάνες με τα πύρινα μάτια που αγκάλιασαν με δύναμη τα παιδιά τους, άλλες για να προστατεύσουν και άλλες για να τα αποχαιρετίσουν. Αχ πολιτεία, που κρατάς τη θλίψη μου στο βυθό της θάλασσας σου, πολιτεία που μίσησα από τα βάθη του είναι μου, σε καταριέμαι να γεμίσεις ανέστιους, απάτριδες, αδέσποτους, διωγμένους. Να γεμίσουν οι δρόμοι σου ανήμερες ψυχές, τα σπίτια σου από ζωές άδικες. Μήπως και την επόμενη φορά που ξεβραστεί ένα παιδί στην πέτρινη αγκαλιά σου καταφέρεις να του δείξεις το δρόμο για το πατρικό του σπίτι.»
Ο πόνος εδώ είναι ζεστός
Τέλος φόρμας

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Δωρεά ξενοδοχείων «Χανδρής»: Να κλάψουμε ή να γελάσουμε;