Η μεγάλη εβδομάδα, που γίνεται μεγαλύτερη

Μεγάλη εβδομάδα, θα μπορούσε, να γίνει η συνήθης αναφορά, όμως οι παραμονές, οι εορτές, τα έθιμα, πολλές φορές υπολείπονται των γεγονότων. Οι αναφορές σε σημαντικές ιστορικές στιγμές συνοδεύονται, αν ο χρόνος συμμαχήσει, με κάποια Χριστούγεννα, με κάποιο Πάσχα, με κάποια μεγάλη εβδομάδα, που γίνεται μεγαλύτερη. Πέρυσι περιμέναμε τα νέα μέτρα, φέτος περιμένουμε τα νεώτερα.
Η εβδομάδα των παθών συνδυαστικά με τα πάθη ενός λαού, που ακόμα δεν ξέρω τι περιμένει, αποκτάει ιδιαίτερο συγκινησιακό χαρακτήρα. Γίνεται το απόλυτο σκηνικό ενός ατελείωτου Γολγοθά, με χιλιάδες σταυρούς κρυμμένους πίσω από τα κλειστά παράθυρα της Ελλάδας, των ελλήνων χριστιανών…. Ένα παλαιότερο και πάλι για δύσκολες μέρες… Όχι δεν είναι καλλίτερες οι μέρες, «από εκείνες, που έκαναν σύναξη τα παιδιά και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν, να βγουν έξω σε δρόμους και πλατείες με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοιχτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος και εξουσία η Άνοιξη». Δεν ξέρω τι θα έγραφε σήμερα ο Ελύτης, που τα μαντάτα, δεν είναι μαντάτα αλλά μια πραγματικότητα που διαπέρασε το πετσί μας και την ψυχή μας, τόσο που κινδυνεύουμε με μετάλλαξη.

Είναι της Άνοιξης αυτά, της Άνοιξης που αντιστέκεται στην βαρβαρότητα, που αποκρούει τις επιδρομές, που επιβεβαιώνει την κυκλική της πορεία και μας υπόσχεται για την επιστροφή της.
Για την πόλη είχα ξεκινήσει να γράψω και για την συμμαχία της με την Άνοιξη, που τις καλύπτει τις πληγές. Για την πόλη που είναι ο χρόνος που μου έκλεψαν και για τον χρόνο που είναι η πόλη που κτίζω μέσα μου. Α! και για τα παιδιά που περιμένω να λάβουνε επιτέλους τη απόφαση.
«Και επειδή σίμωνε η μέρα που το Γένος είχε συνήθειο να γιορτάζει τον άλλο σηκωμό, τη μέρα πάλι εκείνη ορίσανε για την Έξοδο. Και νωρίς εβγήκανε καταμπροστά στον ήλιο, με πάνου ως κάτου απλωμένη την αφοβία σα σημαία, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες. Και ακολουθούσανε άντρες πολλοί, και γυναίκες, και λαβωμένοι με τον επίδεσμο και τα δεκανίκια. Όπου έβλεπες άξαφνα στην όψη τους τόσες χαρακιές, που 'λεγες είχανε περάσει μέρες πολλές μέσα
σε λίγην ώρα…
…Και η Άνοιξη ολοένα τους κυρίευε. Σαν να μην
ήτανε άλλος δρόμος πάνω σ' ολάκερη τη γη, για να περάσει η Άνοιξη παρά μοναχά αυτός, και να τον είχαν πάρει αμίλητοι, κοιτάζοντας πολύ μακριά, περ' απ' την άκρη της απελπισίας, τη Γαλήνη που έμελλαν να γίνουν, οι νέοι με τα πρησμένα πόδια που τους έλεγαν αλήτες, και οι άντρες, και οι γυναίκες, και οι λαβωμένοι με τον επίδεσμο
και τα δεκανίκια…»

Είναι της Άνοιξης αυτά που με έχει κυριεύσει

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια