Το τελευταίο ταξίδι;

Είναι ο πόνος, που όταν κρυώσει, ζητάει την απουσία. Είναι τα χέρια που συναντήθηκαν στον ίδιο ρυθμό. Είναι τα λόγια τα άγραφα, τα ανείπωτα που κρύφτηκαν μέσα στις τρεις μεγάλες τελείες των αποσιωπητικών. Αυτά ήθελα να πω, αυτά ήθελα να γράψω. Είναι η μαγεία της γραφής που συναντάς τυχαία και αρχίζεις να πιστεύεις στα θαύματα. Είναι αυτά που αντικατέστησες με την σιωπή και σημάδεψες με τρεις τελείες. Είναι αυτά που άφησες σε εκκρεμότητα. Τρεις μπάλες από λέξεις, που προσεχώς πρέπει να μπούνε σε σειρά. Τρεις τελείες χωρίς παύλα. Τρεις τελείες, που περιμένουν τη συνέχεια… και η Βασιλική, σκόρπισε φωνήεντα και σύμφωνα, «για μια βαλίτσα ή για μια ζωή…» η συνέχεια χρειάζεται και το ερωτηματικό, «για μια βαλίτσα ή για μια ζωή;» Είναι η μαγεία της γραφής, που ξεκινάει από αλλού και φτάνει στα χέρια σου, πουκάμισο στο νούμερο σου και το χρώμα θαλασσί, για να ταιριάζει με το τραγούδι.
«Όλα έχουν γραφτεί. Όλα έχουν ερειπωθεί. Ψέματα. Αλήθειες. Όσα επέζησαν. Όσα πέθαναν. Όσα πουλήθηκαν. Όσα κρατήθηκαν. Σύμφωνα. Φωνήεντα. Γδύνονται σε λέξεις. Ρήματα. Επίθετα. Ουσιαστικά. Κι όλα πάντα, καθ’ όλα τυπικά. Σημεία στίξης παρόντα. Ο μεγάλος απών αναζητείται. Επιστροφές δανεικών. Καταστολές ιδανικών. Ίδιοι ήχοι. Κι η σημασία τους έχει πια, πόση αξία; Φεύγω. Μένω. Απομένω. Καταφεύγω. Πάντα καθ’ όλα τυπική. Επιμένω. Χωρίς να υπομένω; Λάθος απάντηση; Αλλαγή της ερώτησης, παρακαλώ. Διάλογοι. Μονόλογοι. Πως μπορείς να συμπληρώσεις μια ανάσα; Πόσο πρέπει να την πληρώσεις…

Κι η τελεία κάπου εκεί χάνεται. Γίνεται ένα μεγάλο αποσιωπητικό. Έτσι κρύβεται. Έτσι κυλά. Τρεις τελείες, ένα αποσιωπητικό. Μεγάλο, μικρό, άνευ αξίας, άνευ σημασίας. Ίδιες λέξεις. Ίδιες σκέψεις; Τα όχι και τα ναι μας, ποιος άραγε τα σέβεται; Τα εκτιμά; Ποιος πουλάει μια ψυχή; Αυτός που μένει; Αυτός που φεύγει; Πόσο κοστίζουν αυτά τα γαμημένα τα είκοσι ένα γραμμάρια; Τα χέρια μου δεν μπορούν ούτε να τα ζυγίσουν, πια. Έχουν κι εκείνα βλέπεις τα καρφιά να σηκώσουν. Αβάσταχτο φορτίο, πίστεψε με. Ή καλύτερα όχι, μην με πιστεύεις, πια. Κι αυτό εξίσου αβάσταχτο είναι. Όπως κι ‘κεινη η βαλίτσα που φόρτωσες τη ζωή μου. Κι αυτό, ναι ιδίως αυτό, εξίσου αβάσταχτο ήταν. Αλλά, είτε έμεινε γεμάτη, είτε έμεινε άδεια, αυτή, το ταξίδι της το έκανε. Περίμενε σε σταθμούς. Ανέβηκε σε τραίνα. Ταξίδεψε στα σύννεφα. Αποχαιρέτησε. Καλωσόρισε. Άνοιξε καινούργιες σελίδες. Διάβασε το τέλος στα χείλη σου. Έτρεξε να συναντηθεί. Σήκωσε όλα σου τα δάκρυα. Έπνιξε όλα μου τα γιατί. Χώρεσε πάντα μέσα της, τις λέξεις μου. Φυλάκισε τα μάτια σου. Ήπιε τις υποσχέσεις σου. Γέλασε με τον έρωτα μου. Πόθησε τους ήχους σου. Φόρεσε, όλη την αγάπη που ίσως και να ξέχασα να σου δώσω. Φύλαξε καρτερικά όλες σου τις μνήμες. Φίλησε τα χέρια που λάτρεψε. Παιχνίδισε με το κορμί μου. Έκλαψε ακόμη και για ‘κεινες τις φωτογραφίες, που δεν αντέχω πια να βλέπω. Έγινε τα πάντα, για πάντα. Πράξεις. Λέξεις. Ρήματα. Επίθετα. Ουσιαστικά. Ντύθηκε με φωνήεντα, με σύμφωνα. Με σημεία στίξης. Κι έτσι, γεμάτη με τα αποσιωπητικά μας, γυμνή πια, απομένει κρυμμένη κάπου εκεί, ανάμεσα στις τρεις τελείες, στις τελείες που θέλησες να γίνουν το τελευταίο της ταξίδι…» το τελευταίο ταξίδι;

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια