Ο τίτλος δανεισμένος από το βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου. Δεκάξι ιστορίες - μικρές τραγωδίες για εργάτες, υπαλλήλους, μικροεπαγγελματίες που έχασαν τη δουλειά τους, που έκλεισαν την επιχείρηση τους. Άνθρωποι που βρέθηκαν στο κενό αλλά δεν έχασαν το κουράγιο τους πιστεύοντας ότι «κάτι θα γίνει, θα δεις».

«Τ' απόγευμα που μας έδιωξαν απ' τη δουλειά κατέβηκα στο λιμάνι. Με τα πόδια απ' τον Κορυδαλλό σαν κυνηγημένος Χαλκηδόνα Μανιάτικα Θερμοπυλών κι ύστερα καρφί στον Άγιο Διονύση στην αποβάθρα των κρητικών. Σαν κυνηγημένος πήγαινα γιατί ήταν η μέρα δεν ξέρω τρομαχτική Ιούλιος μήνας απομεσήμερο μαύριζε ο τόπος απ' τη ζέστη. Είχε ένα παράξενο φως εκείνη η μέρα μαύρο και σκληρό σαν τιμωρία που άλλαζε το σχήμα των πραγμάτων και τα 'κανε όλα αγνώριστα σπίτια δρόμοι αυτοκίνητα όλα αγνώριστα σα να 'σουν ξένος σε ξένη χώρα και οι άνθρωποι εξαφανισμένοι...»
«Να σε διώχνουν απ’ τη δουλειά είναι σαν κάταγμα»,
«Μπορεί το τέλος του κόσμου να 'ρθει κάπως έτσι. Μπορεί κι όχι όμως. Μπορεί να μην τελειώσει ο κόσμος αλλά οι άνθρωποι. Να σταματήσουν οι άνθρωποι να βλέπουν όνειρα ή να κοιμούνται ή να κάνουν έρωτα ή να πίνουν κρασί ή να φιλιούνται. Κάτι τέτοιο. Μπορεί έτσι να 'ρθει το τέλος. Όχι από μετεωρίτες ή απ' τα πυρηνικά ή απ' το λιώσιμο των πάγων. Όχι μ' εκρήξεις και σεισμούς και τυφώνες. Όχι απέξω αλλά από μέσα. Έτσι είναι το σωστό να γίνει. Γιατί ζούμε μέσα στον κόσμο αλλά όχι μαζί με τον κόσμο. Αιώνες τώρα σταματήσαμε να ζούμε μαζί με τον κόσμο. Θα 'ναι άδικο λοιπόν να χαθεί ο κόσμος μαζί μας. Μεγάλη αδικία».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου