“Μη μου ζητήσεις χρόνο, δεν έχω...”

Ενώ σου δίνεται η εντύπωση ότι όλα τρέχουνε με χίλια, κύκλους γύρω από τον εαυτό τους κάνουν στην πραγματικότητα. Αν μπορούσα να βρεθώ σε μια απόσταση ασφαλείας, μακριά από τούτη την παραζάλη, θα έβλεπα την ταχύτητα να ανακυκλώνεται.
Όλα τρέχουν λες και τα κυνηγάνε και τώρα που το σκέφτομαι μπορεί και να τα κυνηγάνε. Λες και γίνεται μια μάχη με τον χρόνο, ένα ατέλειωτο κυνηγητό σε νεφελώδεις προορισμούς.
Έχει ενδιαφέρον η ιδεολογική αντιπαράθεση του «γοργόν και χάριν έχει» και του «σπεύδε βραδέως», οι λάτρεις της βραδύτητας, κόντρα στην αμερικανόφερτη ξέφρενη ταχύτητα αρχίζουν σιγά σιγά να παίρνουν την εκδίκηση τους, ένα από τα σύμβολα της ταχύτητας τα αυτοκίνητα, χρόνο με τον χρόνο “πάνε και πιο αργά” με ρυθμούς χελώνας και όσο ο στόλος αυξάνεται τόσο αυτά μένουν ώρες καθηλωμένα. Η ταχύτητα της παραγωγής επιβραδύνει την ταχύτατα της κίνησης. Αυτά στον πληθυντικό, στον ενικό...
«Οι μικρές σιωπές της κάθε μέρας σκεπάζουν με σκόνη τα αισθήματα. Τα αγάλματα της επιθυμίας θρυμματίζονται αχάιδευτα κάθε στιγμή που κοντά σου δεν. Το σπίτι γεμίζει καπνούς, δεν είναι τα τσιγάρα, δεν είναι οι ζωές μας, τι καίγεται λοιπόν τόσα χρόνια κι ακόμα είναι άκαυτο; Μη μου ζητήσεις χρόνο, δεν έχω. Μη μου ζητήσεις εξηγήσεις… έχω». Η ευαίσθητη κυρία που δεν φλυαρεί, που δίνει με λίγες λέξεις ενδιάμεσα το λόγο στο επόμενο τραγούδι.
 

Μια ζωή πόσα παράπονα αντέχει; Αδιαχείριστες καταστάσεις ψυχής οι αποψινές. Έχει δρόμο μέχρι το μεγάλο θυμό και ο χρόνος ο απαραίτητος, που ξέρεις, μπορεί να μας ξεφουσκώσει τα λάστιχα και να βρεθούμε κάπου στο πουθενά, με ένα γαμημένο παράπονο. Ανελέητο. Και αυτό να μείνει όπως τόσα, που έγιναν λήθη.
Ύστερα να μετράω ζωές που έζησα, μέσα από τις ζωές των άλλων.
Μια ζωή, πόσα παράπονα αντέχει; Πόση ανάσα μπορεί να δαπανήσει; Πόσο αλκοόλ να πιει και τι τσιγάρα να καπνίσει; Όλες οι απαντήσεις μου, στιγμές ήταν, που ο χρόνος δεν κατάφερε να τις ορίσει. Απέραντες στιγμές. Διαρκείας. Απόψε μοιάζουν να χορεύουν ένα ταγκό σαν εκείνο στο Παρίσι… Απόψε, που βρίσκομαι εκεί στου δρόμου τα μισά και προσπαθώ να τινάξω από πάνω μου όποια μάτια με λυτρώνουν, να φτάσω μέχρι το ξέσπασμα του θυμού. «Η αλήθεια απεχθάνεται την καθυστέρηση» και η δική μου αλήθεια..., αλήθεια ήρθε πολύ καθυστερημένη.
Είναι από τις μέρες που δεν γράφεις για κανέναν  και όμως υπάρχει η βεβαιότητα ότι μέσα απ’ αυτές τις μπερδεμένες  λέξεις,  κάποιοι θα νοιώσουν το δικό τους αίμα να τις διαπερνά,  είναι αυτοί  που εύκολα  θα τις ξεμπερδέψουν.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια