Το πετσί μας είναι που γδέρνουν τόσα χρόνια

«Με μολύβι και χαρτί», μου εξομολογήθηκε σήμερα ένας φίλος επιχειρηματίας, «για να είμαι συνεπής απέναντι στο κράτος, στους εργαζόμενους και στον εαυτό μου, πρέπει κάθε μήνα να βάζω 18.000 ευρώ από την τσέπη μου, που δεν έχω.
Με χαρτί και με μολυβί, χωρίς να το παιδεύουμε άλλο το θέμα, με άγνωστες ξένες λέξεις, με ασαφείς οικονομικούς όρους, με αγορές αγνώστου διαμονής. Επτωχεύσαμε! Με χαρτί και με μολύβι. Και όχι τώρα, εδώ και πολύ καιρό.
Και τα μνημόνια; Τα σκληρά μέτρα λιτότητας που δεν έχουν τελειωμό; Οι αιματηρές θυσίες του λαού για να ξεπεράσει η πατρίδα την κρίση; Όλα αυτά με χαρτί και μολύβι, είναι για να σκεπάσουν το λάκκο με περισσότερο χώμα. Κάτι χρυσά δόντια και κάτι ξεχασμένα δαχτυλίδια είναι, που απέμειναν. Το πετσί μας είναι, που γδέρνουν τόσα χρόνια.
«Προς τι» έγραφα παλαιότερα και θα μπορούσε και σήμερα να το πούμε. Προς τι όλη αυτή η φασαρία; Αφού το μείον είναι πλάκα βαριά, ασήκωτη.
Όταν το κράτος ζητάει προκλητικά παραπάνω απ’ αυτό που μπορεί να πληρώσει ο πολίτης, έχει υπογράψει την χρεοκοπία του . Όταν οδηγούνται πολίτες στη φυλακή γιατί δεν έχουν να πληρώσουν και αυτοί που τους οδήγησαν βρίσκονται στην θέση του κατήγορου, έχουμε δικτατορία.
Όχι μέτρα, ούτε χιλιόμετρα, δεν πρόκειται να μετακινήσουν χιλιοστό προς τα πάνω, την χρεοκοπημένη χώρα. Υπακοή, σ’ αυτή, την τρελή πορεία σημαίνει όλο και πιο βαθιά, στο λάκκο της χρεοκοπίας.
Να μην πληρώσει κανένας το άδικο. Να μη ρίξει κανείς ό,τι του έχει απομείνει στο βαρέλι δίχως πάτο.

Και τότε; «Ακόμη τούτο το φθινόπωρο ραγιάδες, ραγιάδες κι αν δεν αντιδράσουμε δραστικά» όπως γράφει ο συμπατριώτης μας Γιώργος Ρούσης παραθέτοντας προς τεκμηρίωση, ένα μικρό δείγμα επαναστατικών κειμένων, «πολύ φοβάμαι ότι ακόμη κι αν το πράξουμε αργότερα, θα είναι πολύ αργά».
1792 κείμενο με τίτλο «Η εγκαθίδρυση του δεσποτισμού», του μεγάλου γάλλου επαναστάτη Ζαν Πολ Μαρά,
«Μερικές φορές ο ηγεμόνας, για να επιβουλευτεί την ελευθερία περιμένει τη στιγμή της εκδήλωσης μιας ανησυχητικής κρίσης, που έχει προετοιμάσει ο ίδιος, τότε, με το πρόσχημα της φροντίδας για τη σωτηρία του κράτους προτείνει καταστροφικά μέτρα, που τα καλύπτει με το πέπλο της αναγκαιότητας, του κατεπείγοντος, των περιστάσεων, της κακοδαιμονίας των καιρών. Εγκωμιάζει την αγνότητα των προθέσεών του, εκφωνεί μεγάλα λόγια για την αγάπη του δημοσίου συμφέροντος, διαλαλεί τη μέριμνα της πατρικής του αγάπης. Κι αν δει ότι υπάρχει δισταγμός για να γίνουν δεκτές οι προτάσεις του, βάζει αμέσως τις φωνές: Πώς, δεν θέλετε; Ε, τότε βγείτε μόνοι σας από την άβυσσο! Κανείς δεν έχει τη δύναμη να αντισταθεί, κι ο καθένας αφήνεται στο έλεος των πραγμάτων, παρ' όλο που δεν έχει καμιά αμφιβολία γι' αυτό που κρύβουν τα μέτρα αυτά, όπου κάτω από το όμορφο περίβλημα βρίσκονται τα πιο μοχθηρά σχέδια. Η παγίδα αποκαλύπτεται όταν δεν υπάρχουν πλέον χρονικά περιθώρια για να αποφευχθεί: τότε ο λαός σαν το λιοντάρι που πέφτει μέσα στα δίχτυα κρυμμένα κάτω από τα φυλλώματα, παλεύει για να τα σπάσει και το μόνο που καταφέρνει είναι να μπλέκεται περισσότερο».Πολύ φοβάμαι ότι μια τέτοια προοπτική δεν είναι καθόλου απίθανη και σήμερα. Αν όπως υπογραμμίζει ο Ρουσό ναι μεν «η βία είναι εκείνη που δημιούργησε τους πρώτους σκλάβους, η δειλία τους όμως (είναι εκείνη) που διαιώνισε τη σκλαβιά
Σε μας εναπόκειται να αποδείξουμε το αντίθετο. Και να μην ξεχνάμε ό,τι όπως λέει και ο Τάσος Λειβαδίτης, «εγώ κι εσύ και τα εκατομμύρια τιποτένιοι σαν και σένα και σαν εμένα. Υποκριτές, φιλόδοξοι, μικρόψυχοι, εγωιστές, δειλοί εμείς κρατάμε μες στα ένοχα παράφορα τούτα χέρια τις τύχες του κόσμου. Να το θυμάσαι αυτό».

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια