Πόσο ωραία είναι η κραυγή που μου χάρισε η σιωπή σου

Σανδάλια μου χάρισε η φίλη μου η άλεφ στα γενέθλια μου. «Τα σανδάλια» του Χόρκε Σεμπρούν. Ένα απόσπασμα που το κοινωνώ, γιατί όπως μου γράφει και η ίδια στο υστερόγραφο… «ευτυχώς που υπάρχει και η φιλία, αυτή η φιλία, και η ποίηση που δεν σ' αφήνει να πεθάνεις από αηδία! Ξεγυμνωτική εποχή! Θα τα δούμε όλα και όλους στις πραγματικές τους διαστάσεις και με το πραγματικό τους πρόσωπο, τελικά, θέλοντας και μη! Γιατί όχι; Από την τυφλότητα, καλύτερο το ξάφνιασμα, στο φινάλε το περάσμά τους το επέτρεψε από τη ζωή μας και ο αφελής εαυτός μας και η ζωή!»
«… τυχαίο, ακόμη μια φορά, και το ταλέντο δύο υπάρξεων υποφερτά φρικαλέων σημαδεύουν το πεδίο όπου παίζονται η κωμωδία, η ιλαροτραγωδία του ερωτισμού. Καληνύχτα, miss F. Θα διαλέξεις τη σειρά αύριο: talk or sex». Β.
Και καταλήγοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το φαξ που στέλνει ο άγνωστος για την ώρα εραστής που μονογράφει ως Β. στην άρτι αφιχθείσα σε εκείνο το πολυτελές ξενοδοχείο στη Βενετία άγνωστη, είναι σαν να οροθετεί το αίνιγμα αλλά και την λύση του, αυτής της φαινομενικά σύντομης, αλλά που κρατά όσο και η ιστορία του κόσμου, ερωτικής ιστορίας.
Και για τους ίδιους τους πρωταγωνιστές διαθέτει είκοσι χρόνια βάθος. Διότι στα «Σανδάλια» του ο Χόρχε Σεμπρούν επέλεξε να συμπυκνώσει την αιώνια ιστορία ενός παράνομου έρωτα σε δυο βράδια, ήτοι εξήντα μία μόλις σελίδες.
Μια γυναίκα «με ωραιότητα εσωτερική και απαστράπτουσα», «διαθέσιμη και συγκρατημένη», με «κάποιες ρυτίδες γύρω από το βλέμμα, λεπτομέρειες μηδαμινές μα κραυγαλέες- ή μάλλον ικετευτικές» οι οποίες θα κάνουν τον πορτιέρη (και τον αναγνώστη) να καταλάβει ότι έχει σίγουρα πατήσει τα σαράντα, φορώντας ακόμα τα εκδρομικά παπούτσια του τένις, φτάνει και περιμένει έναν άντρα.
Είναι η Φρανς Μπάμπελσον, δικηγόρος, κάτοικος Νέας Υόρκης. Και περιμένει τον Μπερνάρ Μπορίς, δημοσιογράφο σε έρευνες και μεγάλα ρεπορτάζ, με ειδικότητα στα ντοκιμαντέρ να έρθει από το Παρίσι.
Από τις σκέψεις της Φρανς μαθαίνουμε ότι γνωρίστηκαν είκοσι χρόνια πριν, μια νύχτα του Αυγούστου. Βιώνοντας μαζί – και με τη μια- το απόλυτο παρόν «στην εφήμερη, άχρονη και ακόρεστη σχισμή του πόθου». Κατά κάποιον τρόπο «ανώνυμοι ο ένας για τον άλλο».

«Ποτέ στη διάρκεια εκείνων των ημερών της ερωτικής αγρύπνιας» «δεν είχε τεθεί μεταξύ τους ζήτημα μέλλοντος. Κανένα σχέδιο, κανένας ορίζοντας, καμία ψευδαίσθηση». Και έτσι κύλησε η ζωή τους. Με εκείνον στον γάμο του (εκείνη δεν τον διεκδίκησε), με εκείνη σε έναν άλλο γάμο (και μετά έξω απ’ αυτόν) και τώρα σε μια από τις κατά περιόδους παθιασμένες συναντήσεις τους, με σκοπό αυτή τη φορά να τον αποχαιρετήσει. Να του δώσει τα… σανδάλια στο χέρι.
Τα δικά της σανδάλια τα θυμήθηκε με το δεύτερο φαξ του πως φθάνει, «εκλεπτυσμένα σανδάλια, με τακούνι και κορδόνια, που έδιναν αξία στους φινετσάτους αστραγάλους, στις λεπτές, τορνευτές γάμπες, τις απαλά γραμμωμένες».
Έτσι ανάμεσα στα… παπούτσια θα παιχτεί η ιστορία και υπό τους στίχους του Ρενέ Σαρ: «Ομορφιά, απόλυτή μου ευθεία, μέσ’ από τέτοιους άθλιους δρόμους, στο κατάλυμα μιας λάμπας κι ενός κλειστού κουράγιου, να ξεπαγιάζω, κι εσύ να ‘σαι η γυναίκα μου τον Δεκέμβρη. Η ζωή που μου μέλλει είν’ η όψη σου την ώρα που κοιμάσαι». Όταν άρχισαν όλα. Αλλά και τώρα δα: «Πόσο ωραία είναι η κραυγή σου που μου χαρίζει τη σιωπή σου!», που θα τελειώσουν και όλα.
Θα σημάνει φινάλε από εκείνα τα μοιραία σανδάλια, συγκεκριμένα «το τακούνι του όμορφου δεξιού σανδαλιού». Και η κραυγή που θα ακουστεί αυτή την φορά δεν θα είναι η συνήθης ηδονική κραυγή της και ναι, αυτός ο άντρας που έτρεξε να προϋπαντήσει στο ταξί, ήταν ο Μπερνάρ.
Ο Μπερνάρ που απ’ ότι θα μάθουμε είχε τον Σαρ, ερωτικό άσσο στο μανίκι.
Μια σύντομη, βίαιη, παθιασμένη ερωτική ιστορία από έναν από τους σπουδαιότερους συγγραφείς του κόσμου. Βαθύτατα υπαρξιακή και αποκαλυπτική: για την ψυχοσύνθεση της γυναίκας και του άντρα, για την φύση αυτής καθ’ εαυτής της επιθυμίας, για το ψέμα και την αλήθεια του έρωτα, για το βάσανό του, την κωμωδία του και την ιλαροτραγωδία. Για τον ερωτισμό του «μιλώ» ειδικά όταν τα μισά απ’ όσα λέω είναι ποίηση. Για όλη αυτή την «εγκεφαλική ηδονή» που μπορεί να κρατήσει εξίσου τους εραστές μια ζωή, όσο και όπως «η απόλυτη υποδούλωση στη σάρκα».
Υγ: ευτυχώς που υπάρχει και η φιλία, αυτή η φιλία, και η ποίηση που δεν σ' αφήνει να πεθάνεις από αηδία! Ξεγυμνωτική εποχή! Θα τα δούμε όλα και όλους στις πραγματικές τους διαστάσεις και με το πραγματικό τους πρόσωπο, τελικά, θέλοντας και μη! Γιατί όχι; Από την τυφλότητα, καλύτερο το ξάφνιασμα, στο φινάλε το περάσμά τους το επέτρεψε από τη ζωή μας και ο αφελής εαυτός μας και η ζωή! Αλλά η Κέρκυρα, όλα κιόλα, κουκλίτσα πάντοτε! Νάμαστε καλά βρε να θυμόμαστε την εποχή της άκρατης αφέλειας!

Σχόλια

Ο χρήστης alef είπε…
Χαίρομαι που σ' άρεσε... Ωραία μεγαλώνουμε...

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια