μνήμη παρούσα

Η τηλεόραση προμηνούσε τον όλεθρο. Την έκλεισα βιαστικά. Περίμενα τις σειρήνες του πόλεμου να ηχήσουν. Άκρα ησυχία. Το σπίτι δεν είχε καεί ακόμα. Άναψα όλα τα φώτα. Άνοιξα τα παράθυρα. Άνοιξα όλα τα άλμπουμ φωτογραφιών. Η ζωή ήταν εκεί και η μνήμη παρούσα. Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Ο ουρανός ξεπρόβαλε τα αστέρια του και οι πυγολαμπίδες έκανα τον καθιερωμένο τους περίπατο. Έβαλα ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Οι αισθήσεις ανταποκρίθηκαν κανονικά, όπως παλιά. Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Η χώρα είναι στη θέση της. Το νησί επίσης. Είναι Μάης του 2011 και με βεβαιότητα σας λέω, σε λίγες μέρες έρχεται ο Ιούνης. Ούτε αλλάξαμε . ούτε βουλιάξαμε. Στην δεύτερη γουλιά κρασί το πείρα απόφαση, τα νέα θα τα μαθαίνω από την έγκυρη πηγή της μνήμης…
Τα παραπάνω, για να σας μπάσω στο κλίμα. Απόπειρα μιας αμυντικής διαδικασίας. Ασπίδα στα καταστροφικά σενάρια και πρόταση για ένα βιβλίο για το καλοκαίρι.
«Τα αγάλματα φορούν κάποτε τα καλά τους και μας επισκέπτονται», γράφει η φίλη μου η Αλεφ, παρουσιάζοντας το βιβλίο «Ο ύπνος των αγαλμάτων» του Νίκου Διακογιάννη
«Νομίζαμε πως ελέγχουμε τα πράγματα...Ακριβώς! Νομίζαμε!»
Έτσι αρχίζουν όλα σ' αυτό το σημειολογικό μυθιστόρημα, από τον ψευδαισθησιακά θεωρούμενο «απόλυτο έλεγχο». Ο Μάνος, ήρωας του βιβλίου και μεταφραστής στο “Γάλα των αγαλμάτων” του Σαραμάγκου επισκέπτεται το Μουσείο της Ακρόπολης, όταν η ανθρωπότητα μοιάζει να ζει έναν απίστευτο εφιαλτικό παραβολικό ολέθριο θρήνο. Διότι στο καινούργιο του μυθιστόρημα «Ο ύπνος των αγαλμάτων» ο Νίκος Διακογιάννης αποφασίζει και τολμά να καταλύσει τον χωροχρόνο στην τέχνη και να αγγίξει την ουσία και το χρέος της Μνήμης.

Χρησιμοποιώντας ως μεταχρονολογημένο μότο, φράση του Ζοζέ Σαραμάγκου και πάλι «Αυτό που είναι να γίνει θα γίνει και δεν αλλάζει, μη στρώνεις τραπέζι με το πεπρωμένο, γιατί τρώει τα γινωμένα και σου δίνει τα άγουρα», αναφέρεται στην προφητική δύναμη της τέχνης, στην υπερβατική δύναμη των ονείρων και στην δυναμική της γραφής.
Η ιστορία επί τω προκειμένω, και όσον αφορά την καθημερινότητα ξαφνικά αρχίζει να γίνεται εφιαλτική. Τα αγάλματα σε όλα τα μεγάλα μουσεία του κόσμου αρχίζουν ξαφνικά να ραγίζουν, να θρυμματίζονται και να αποτελούν απειλή. Λες και κάποια αόρατη τρομοκρατική οργάνωση έχει βάλει στο στόχο της την Ιστορία και τον ανθρώπινο πολιτισμό, αυτή καθ' εαυτή την ανθρώπινη μνήμη.
«Ο συγγραφέας, μεταφέρει την συγγραφική σκυτάλη με σημειολογικά μότος από χώρα σε χώρα. Κάποιος φύλακας, αρχαιολόγος, τουρίστας, τυχαίος, θα βρεθεί εκεί αντιμετωπίζοντας την απολύτως ακατανόητη μεν αλλά και άκρως ρεαλιστική καταστροφή. Ο Σαραμάγκου και «Το γάλα των αγαλμάτων» που μεταφράστηκε στο εξής, παίρνει πια διαστάσεις προφητείας: «Αλήθεια, αν ποτέ ζωντάνευαν αυτά τα αγάλματα, ποιο δρόμο θα έπαιρναν; Και τι θα είχαν να ομολογήσουν ή να μοιραστούν με τους περαστικούς; Μήπως είναι επιλογή τους τούτη η σιωπή, η ακινησία;»
Στο μεταξύ, τα δεδομένα ανταλλάσσουν την μοίρα των αγαλμάτων με το ανθρώπινο πεπρωμένο και μια ζοφερή, αλλόκοτη νόσος αρχίζει να πλήττει τον κόσμο. Ενώ τα αγάλματα κονιορτοποιούνται, οι άνθρωποι που υποπίπτουν σ' αυτήν... αγαλματοποιούνται! Υποφέρουν από φοβερούς πυρετούς στην αρχή, παγώνουν μετά και πέφτουν ωσεί νεκροί σε χειμέρια νάρκη! Ο κόσμος όλος γεμίζει τρόμο, απόγνωση, εγκλείστους, ασθενείς σε γκέτο, και το μόνο που φαίνεται πια να λειτουργεί είναι η διαδικτυακή επικοινωνία.
Ο Νίκος Διακογιάννης για να φτάσει στη λύση και να λύσει τον γρίφο καταφεύγει σε όλα τα αφηγηματικά μέσα, πρωτοπρόσωπη και τριτοπρόσωπη αφήγηση, αλληλογραφία, μέιλς, περιγραφή, και αναφέρεται σε κάθε θρησκευτική, φιλοσοφική και μυθολογική δοξασία. Ο καινούργιος ακίνητος, αμίλητος, άβουλος, άγευστος, ακίνδυνος, αμνήμων άνθρωπος – αλήθεια μήπως μας θυμίζει κάτι όλο αυτό;- μοιάζει πια παγκόσμιο εφιαλτικό γεγονός, και εδώ έρχεται η συγγραφική τεχνική να εγκιβωτίζει την Ιστορία μέσα στην ιστορία, το όνειρο μέσα στο όνειρο και ένα βιβλίο μέσα σε ένα άλλο βιβλίο. Αφήνοντας ορθάνοιχτα βέβαια τα σύνορα τέχνης – ζωής και τα ερωτηματικά, το τί προηγείται στην όντως ζωή τελικά, και αν είχε δίκιο ο Πούσκιν που ισχυρίστηκε ότι ο κάθε ποιητής δεν μπορεί παρά να είναι προφήτης.
Παγκόσμιες λέσχες που ελέγχουν τον κόσμο, νέα τάξη πραγμάτων, η ελπίδα του Προμηθέα και το μαρτύριο του Σισύφου ενσκήπτουν και πάλι και είναι παντού, αναδεικνύοντας το παγκόσμιο πρόβλημα ως πνευματικό πρόβλημα, πρωτίστως.
Με γλώσσα ατμοσφαιρική, ποιητική, ενίοτε ρεαλιστική και με γρήγορη και απολύτως κινηματογραφική πλοκή, το μυθιστόρημα φλερτάρει με πολλά είδη: αστυνομικό, θρίλερ, υπαρξιακό και φιλοσοφικό, αλληγορικό...
Το αποτέλεσμα, διαφορετικό, όπως το αντέχει αναγνωστικά ο καθένας. Επειδή «τα αγάλματα μιλούν στους ποιητές, αφουγκράζονται την ανάσα των απελπισμένων, μικραίνουν, ταπεινώνονται, μένουν αιώνες στη βροχή, το κρύο. Ριγούν στη σκιά βέβηλων χεριών που ήρθαν με λοστούς να τα πάρουν μακριά». Και διότι «τα αγάλματα φορούν κάποτε τα καλά τους και μας επισκέπτονται. Μας παίρνουν από το χέρι, ή φορές πάλι, μας ανεβάζουν στους δυνατούς ώμους τους. Έπειτα εμείς μικραίνουμε, γινόμαστε μια σταλιά, κομμάτια μαρμάρου, κομμάτια ακατέργαστων εμβρύων. Στον ύπνο μας φτάνουν τραγούδια αρχαίων μελωδιών, ήχοι βαρείς, πλάγιοι. Θηλάζουμε αθανασία».
Ένα βιβλίο για την Μνήμη, την Τέχνη, τον Χρόνο. Με πολλαπλές αναγνώσεις και μεγάλες ρωγμές στον ξανακερδισμένο, τελικά, Χρόνο.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Δωρεά ξενοδοχείων «Χανδρής»: Να κλάψουμε ή να γελάσουμε;