Τοτε που τα καλοκαίρια …

Πολύ βαρύναμε, ένα παλαιότερο κείμενο, τότε που τα καλοκαίρια δεν ήταν μασκαρεμένα, τότε που τα καλοκαίρια δεν μελετούσαμε σενάρια καταστροφής. Από πέρσι άρχισε να χαλάει ο καιρός και τα πρόσωπα όπως γράφει ο Οδυσσέας Ιωάννου είχαν φθινόπωρο «Έχει μείνει βέβαια ο ήλιος. Υπό την ίδια γωνία. Κοίτα να κρατήσεις κι εσύ την θέση σου». Ένα παλαιότερο, τότε που η διάθεση ήταν τέτοια, που μας έφτιαχνε τη σημερινή.
Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία κείμενα είναι ντυμένα στα μαύρα, παρότι εγώ φοράω τα αγαπημένα μου κάτασπρα λινά. Διάλειμμα. Η παράλια σήμερα απαλλαγμένη από τις ενοχλητικές φωνές των γυναικόπαιδων, ο καλός αέρας απέτρεψε την έξοδο. Βούτηξα στα ταραγμένα δροσερά νερά του Ιονίου. Ξάπλωσα. Μια γλυκιά ισορροπία δροσερού αέρα και καυτού ήλιου στην ατμόσφαιρα. Μια γλυκιά κούραση σαν αυτή που μας επισκέπτεται, λίγο πριν μας πάρει ύπνος δημιουργούσε τις ιδανικές συνθήκες για επιτόπιες διαδρομές.
Ανάσκελα, προσκέφαλο χαλίκια, τα μάτια, όπου και να κοιτάξουνε γαλάζιο. Χίλια χρώματα ο ήλιος μέσα από ένα δάκρυ φαίνεται. Απαλή μουσική, των κυμάτων ήχο. Και ένα καράβι χάρτινο μου φαίνεται.
Πέρασε για λίγο ο Τσίρκας με τη «Λέσχη» του.
Και ύστερα ήρθε η λύτρωση σαν καταιγίδα, με καλέσματα γλαρών και αστραπές. Βιαστικοί αγέρηδες έφερναν μυρωδιές από τριανταφυλώνες ψηλά και νεραντζιές. Σταμάτησα στον Αλεξάκη.
ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΟΥ ΣΙΤΥ ΜΠΟΥΜ δεν ξυπνούν πριν τις 10 το πρωί.
- Έκανα ένα υπέροχο όνειρο! Λέει η Βιργινία.
Το δέρμα της έχει την λάμψη του αλάβαστρου.
- Κι εγώ! Λέει η Ιουλιέτα.
Η φωνή της είναι δροσερή σαν το νερό της πηγής.
- Κι εγώ! Λέει η Δουλτσινέα.
Το κορμί της είναι ζεστό σαν τον ήλιο.
Η Βιργινία, χειλάκι πετροκέρασο και μάγουλο βερίκοκο, λέει:
- Ονειρεύτηκα ότι ήθελε να με παντρευτεί!
- Κι εγώ έκανα αυτό το όνειρο, κι εγώ, λένε γελώντας τα κορίτσια του Σίτυ Μπούμ-Μπούμ.
- Να τραβήξουμε τις κουρτίνες; Προτείνει η Ιζόλδη.
- Υπέροχη ιδέα, λέει η Ευρυδίκη.
Πρόκειται για την γνωστή Ευρυδίκη φυσικά.
Οι κουρτίνες είναι γκρενά. Τα σεντόνια είναι γκρενά. Οι τοίχοι είναι ροζ. Τα νύχια των κοριτσιών του Σίτυ Μπούμ - Μπούμ είναι πράσινα.
- Τι ωραία μέρα! Λέει η Βεατρίκη.
- Αριστούργημα! Λέει η Κλεοπάτρα.
- Τι ωραία που είναι τα λουλούδια του κήπου! Λέει η Τζάκυ.
- Τι ώριμα που είναι τα φρούτα! Λέει η Σαλώμη.
- Θα υπάγω εις τους κήπους! Λέει η Γαβριέλα.
- Πάμε όλες μαζί να του κόψουμε λουλούδια και φρούτα, ρίχνει την ιδέα η Μαργαρίτα.

Γεμίζουν η κάθε μία ένα ψάθινο καλάθι με λουλούδια και φρούτα.
- Τι χαριτωμένο πουλάκι! Λέει η Φρύνη.
- Και τι γλυκά που κελαηδάει! Λέει η Χιονάτη.
- Πόσο θα του άρεσε του Μάκη να το άκουγε! Λέει η Λουκρητία.
- Ασφαλώς θα του άρεσε πολύ! Λένε εν χορώ τα κορίτσια του Σίτυ Μπούμ-Μπούμ.
- Καλό μας πουλάκι, θέλεις να έρθεις να κελαηδήσεις στο δωμάτιο του Μάκη; Ρωτάει η Κάρμεν.
- Γιατί όχι; Απαντά το πουλάκι.
- Καλέ, τι καλό πουλάκι είναι αυτό! Λέει η Εμανουέλα.
Όλες του δίνουν ένα φιλάκι.
Γυρίζουν σπίτι και κάνουν ντους με ανθόνερο.
Σκουπίζουν η μία την άλλη βγάζοντας χαρούμενες κραυγούλες. Δεν βάζουν άλλο ρούχο παρά ένα μικροσκοπικό σλιπ από μετάξι ραμμένο με χρυσή κλωστή.
Ετοιμάζουν το πρωινό του Μάκη: καφέ με γάλα, αυγά με μπέικον, φρυγανιές, βούτυρο ελαφρός αλατισμένο και διάφορα βαζάκια μαρμελάδα. Τα τοποθετούν όλα αυτά με πολύ γούστο, μαζί με τα ωραιότερα λουλούδια και φρούτα που έκοψαν από τον κήπο, σε έναν ασημένιο δίσκο.
Τώρα το ζήτημα είναι: ποια θα κρατήσει το δίσκο;
Όλες θέλουν βέβαια να τον κρατήσουν! Ψιλοτσακώνονται στ’ αστεία. Τελικά αποφασίζουν να ρίξουν κλήρο. Κι ο κλήρος πέφτει στην Έυα.
Χωρίς τον παραμικρό θόρυβο, με την Έυα επικεφαλής - το πουλάκι είναι καθισμένο στον ώμο της - μπαίνουν στο δωμάτιο του Μάκη.
Κοιμάται. Στέκονται γύρω από το κρεβάτι και κοιτάζουν με συγκίνηση το γυμνό του σώμα. Το πουλάκι αρχίζει να κελαηδάει.
- Καλημέρα, αγάπη μου, λένε εν χορώ τα κορίτσια του Σίτυ Μπούμ-Μπούμ.
Απαλά του ανασηκώνουν το κεφάλι και βάζουν μαξιλάρια πίσώ από την πλάτη του. Η Έυα ακουμπάει το δίσκο πλάι του.
Πίνει μια γουλιά καφέ με γάλα.
- Τι ωραία που πίνει! Λένε εν χορώ τα κορίτσια του Σίτυ Μπούμ-Μπούμ.
Τρώει ένα κομμάτι μπέικον.
- Τι ωραία που τρώει!
- Θέλεις να σου αλείψω μια φρυγανιά με μαρμελάδα φράουλα; Η με μαρμελάδα βερίκοκο; Η με μαρμελάδα κεράσι; Η με μαρμελάδα πορτοκάλι αρωματισμένη με κονιάκ; Τον ρωτάει η Έυα.
- Όχι, απαντά εκείνος.
Είναι πολύ απογοητευμένο το Ευάκι.
- Μην κάνεις μούτρα και δώσε μου ένα τσιγάρο.
Η διάθεση της αλλάζει αυτοστιγμεί.
Όλα τα κορίτσια του δίνουν φωτιά. Ανάβει το τσιγάρο του με τον αναπτήρα της Αφροδίτης.
- Πάρτε το δίσκο και τα μαξιλάρια, λέει.
Τραβάει μερικές ρουφηξιές κοιτάζοντας το ταβάνι. Αίφνης τα κορίτσια αναφωνούν χαρμόσυνα: του σηκώνεται!
Είναι στ’ αλήθεια πολύ ερωτευμένα με τον Μάκη, τα κορίτσια του Σιτυ Μπούμ-Μπούμ.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Να σταματήσει αυτο το πανηγύρι

Η πόλη άλλαξε χέρια